τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Θάνος Βερέμης – Γιάννης Κολιόπουλος – Ιάκωβος Μιχαηλίδης: 1821 Η δημιουργία ενός έθνους – κράτους

Θάνος Βερέμης – Γιάννης Κολιόπουλος – Ιάκωβος Μιχαηλίδης: 1821 Η δημιουργία ενός έθνους – κράτους

‘‘Σταθερό σημείο αναφοράς

και παράγοντας διαμόρφωσης συνειδήσεων

υπήρξε η ελληνική γλώσσα’’.

 

Θάνος Βερέμης

Γιάννης Κολιόπουλος – Ιάκωβος Μιχαηλίδης:

1821

Η δημιουργία ενός έθνους – κράτους

Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Τρεις γνωστοί πανεπιστημιακοί ενώνουν τις γνώσεις τους, αλλά και την κριτική τους ματιά, πάνω στο κορυφαίο γεγονός, τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους και την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Ο Θάνος Βερέμης, ο Γιάννης Κολιόπουλος και ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης. Στόχος τους να ερμηνεύσουν την εξέγερση του 1821 και ό,τι οδήγησε σ’ αυτήν, αλλά και να φωτίσουν τις διεργασίες που συντέλεσαν στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, έτσι ώστε  να φτάσουμε στη διαμόρφωση του κράτους, κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα δυσμενείς.

Τα γεγονότα είναι βεβαίως γνωστά. Όμως οι ερμηνείες είναι πολλές και βέβαια απηχούν απόψεις ιστορικών, που επηρεάστηκαν από ποικίλους παράγοντες.

Η χρονική απόσταση, πλέον, από τα γεγονότα, αλλά και τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί, λειτουργεί ευεργετικά ώστε να έχουμε μια ξεκάθαρη ματιά, απαλλαγμένη από μύθους, υπερβολές, αλλά ιδιοτέλειες. Αυτό ακριβώς είναι το κέρδος για τον αναγνώστη τού βιβλίου.

Είναι εμφανές, από τις πρώτες ακόμα σελίδες τού βιβλίου, πως οι συγγραφείς δίνουν σημαντικό βάρος στον ρόλο που έπαιξαν οι Έλληνες της διασποράς και η εκπαιδευτική κίνηση:

«Το ελληνικό εθνικό κίνημα είχε αναπτυχθεί κατά τις προηγούμενες τρεις τέσσερις δεκαετίες στην κυρίως Ελλάδα, αλλά ιδίως στην ελληνική διασπορά στην Ευρώπη, πρωτίστως σε κέντρα όπως το Παρίσι, η Πίζα, η Τεργέστη, η Βενετία, η Βιέννη, η Βουδαπέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο και η Οδησσός, στα οποία μια ισχυρή εμπορική τάξη υποστήριξε την ανάπτυξη αξιόλογης εκπαιδευτικής και εκδοτικής κίνησης».

Σημαντικότατο στοιχείο, επίσης, είναι η αναγνώριση της μεγάλης αξίας τού ιδρυτικού εθνικού μύθου: «Οι Έλληνες της εποχής και των επόμενων δεκαετιών ανακαίνισαν το έθνος τους στη βάση ότι ήταν, με όρους γλώσσας και πολιτισμού, οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ότι από την αρχαιότητα υπήρχε μια συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού στις ιστορικές ελληνικές περιοχές… Πράγματι, αυτός ο ιδρυτικός εθνικός μύθος έχει πετύχει να πείσει τους απογόνους των ετερόφωτων ομάδων, εξίσου με τους ελληνόφωνους των ιστορικών ελληνικών περιοχών, ότι ο ισχυρισμός τους για πολιτιστική καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες δεν ήταν μόνο ακαταμάχητος, έχει αποδειχτεί μια ισχυρή συνεκτική δύναμη, η οποία κράτησε ενωμένο το έθνος, και έχει δημιουργήσει σημαντικά πολιτιστικά επιτεύγματα σε διάστημα μικρότερο των δύο αιώνων. Ο Κωνσταντίνος  Παπαρρηγόπουλος, ο μεγάλος εθνικός ιστορικός του δέκατου ένατου αιώνα ο οποίος επεξεργάστηκε τη θεωρία της πολιτιστικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα, παρείχε στους συμπατριώτες του το υλικό για μια ταυτότητα που αποδείχτηκε ανθεκτική στον χρόνο και ταυτόχρονα σύγχρονη…»

Η γλώσσα, επισημαίνεται από τους συγγραφείς, αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε το έθνος – κράτος: «Η συγκρότηση κράτους είναι το ‘‘επαναστατικότερο’’ αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης. Πρόκειται για έθνος – κράτος που εμφανίζεται για πρώτη φορά μεταφέροντας τις πολυποίκιλες αποσκευές ενός μακραίωνος παρελθόντος. Σταθερό σημείο αναφοράς και παράγοντας διαμόρφωσης συνειδήσεων υπήρξε η ελληνική γλώσσα. Χάρη στους κορυφαίους διαφωτιστές, η ελληνική γλώσσα θα γίνει ο συνδετικός ιστός των πολιτών του νέου κράτους και μείζων φορέας εθνικής ταυτότητας».

Με ιδιαίτερα αντικειμενική ματιά, οι τρεις ιστορικοί, εξετάζουν τον καθοριστικό ρόλο τής Φιλικής Εταιρείας, καθώς και τον ρόλο τής Αγγλίας στην έναρξη, όσο και στην εξέλιξη της επανάστασης. Φωτίζουν, λακωνικά, τη συμβολή τής Μάνης, αλλά και τους καθοριστικούς παράγοντες: Αρβανίτες και Τουρκαλβανοί.

Με ιδιαίτερη οξυδέρκεια στέκονται απέναντι στις μορφές τού Ανδρούτσου και του Καραϊσκάκη, θέτοντας στη σύγχρονη ιστορική κρίση ερωτήματα, που πρέπει να απασχολούν τον Έλληνα καθώς στέκεται απέναντι στην μοίρα τής χώρας του: «Είχε, άραγε, συνείδηση της μεγάλης αλλαγής στη ζωή των ενόπλων (κλεφτών) που η Επανάσταση εγκυμονούσε;». Η δική τους απάντηση: «Θα διακινδυνεύαμε την άποψη ότι ο Καραϊσκάκης είχε αντιληφθεί τη σημασία του ξεσηκωμού και της ενότητας που επαγγελλόταν. Ο παλαιός κόσμος ήταν κατακερματισμένος – ο νέος που πρόβαλλε απαιτούσε τη διάλυση των παλαιών κέντρων εξουσίας και υποσχόταν έναν μοναδικό φορέα εξουσίας».

Το αυτό επιχειρούν και σε άλλες (αμφιλεγόμενες;) προσωπικότητες της Επανάστασης, όπως τον Μαυροκορδάτο, τον Κουντουριώτη, τον Μακρυγιάννη και άλλους.

Σ’ ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου, που αναφέρεται στο «Εθνικό όραμα», οι στοχασμοί τους προκαλούν τους δικούς μας αναστοχασμούς:

«Για να ‘‘φιλοτεχνηθεί’’ το μέλλον του έθνους, χρειάστηκε πρώτα να κατασκευαστεί το παρελθόν με την επιλογή των κατάλληλων στοιχείων. Οδηγός για το μέλλον του έθνους έπρεπε, σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής, να είναι το παρελθόν του, αλλά αυτό το παρελθόν υπήρξε πλάσμα των ιδίων αρχιτεκτόνων του νεότερου ελληνικού έθνους-κράτους».

Στη συνέχεια θέτουν ερωτηματικά, στα οποία έμμεσα έχει απαντήσει με την εκπληκτική μελέτη του ο μέγας Ι.Θ.Κακριδής «Οι αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση» (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης – Αθήνα 1978):

«Ποιοι ήταν οι ‘‘Έλληνες’’ και ποια η ‘‘Ελλάς’’ ήταν ερωτήματα στα οποία την εποχή αυτή δεν υπήρχαν καθιερωμένες και γενικά αποδεκτές απαντήσεις – η σημασία των όρων αυτών που καθιερώθηκε προς το τέλος της περιόδου δεν ήταν στην αρχή αυτονόητη. ‘‘Έλληνες’’ και ‘‘Ελλάς’’, καθώς και άλλοι συναφείς όροι απέκτησαν τη γνωστή τους σημασία ύστερα από μακρά συζήτηση και για να εξυπηρετήσουν τόσο την ανακαίνιση του ελληνικού έθνους, όσο και την αποκατάστασή του».

Οι συγγραφείς μάς εξηγούν πως με τον όρο «ανακαίνιση» εννοούν την απόρριψη των στοιχείων που δεν εξυπηρετούσαν το νέο κράτος και την υιοθέτηση νέων που θα διευκόλυναν την ανέλιξή του. Με τον όρο «αποκατάσταση» εννοούν την ανάκτηση της προτέρας υπόστασης του έθνους, δηλαδή την ελευθερία και την ανεξαρτησία.

«Έπρεπε πρώτα να ανακαινιστεί το έθνος, να αποβάλει το δουλοπρεπές φρόνημα, με το οποίο το είχαν επιβαρύνει η μακρόχρονη ξένη κυριαρχία… και ταυτόχρονα να φωτιστεί με τα φώτα της πολιτισμένης Εσπερίας. Για να αποβληθούν το δουλοπρεπές φρόνημα, η αμάθεια, η δεισιδαιμονία και η βαρβαρότητα των ηθών, έπρεπε το έθνος να σφυρηλατηθεί διά της παιδείας, η οποία αυτή μόνη θα απέβαλλε ως σκουριά τη δουλοπρέπεια, την αμάθεια και τη βαρβαρότητα».

Παράλληλα, ο στόχος τής ανακαίνισης του έθνους διά της παιδείας εξυπηρετούσε «και την καλλιέργεια νέας ελληνικής εθνικής ταυτότητας, η οποία θα συντελούσε και αυτή στην αποκατάσταση του έθνους. Η νέα αυτή ταυτότητα θα στηριζόταν βέβαια στο παραδοσιακό έρεισμα, στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη, αλλά και στην ελληνική γλώσσα και παιδεία».

Εν κατακλείδι θα έλεγα πως το βιβλίο των Βερέμη, Κολιόπουλου, Μιχαηλίδη για το 1821 και την εξ αυτού δημιουργία ενός έθνους-κράτους, είναι από τα χρησιμότερα που έχουν γραφεί για το σημαντικό αυτό θέμα.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Εκπαιδευτικά βιβλία

Ημερολόγιο 2020

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος