Άδειοι δρόμοι, σφιγμένες καρδιές

και μυρωδιά θανάτου.

Ο φόβος κραδαίνει τη ρομφαία του,

ο τρόμος κατακλύζει βάναυσα

τις ψυχές

δίχως έλεος, δίχως τελειωμό.

 

Ένα σενάριο αδιανόητο

ένα σκηνικό παράλογο

εφιαλτικό.

 

Ο ιστός της καχυποψίας απλώνει

το δίχτυ του παντού.

Μικροί, μεγάλοι στο έλεος

του αμείλικτου,

του αόρατου εχθρού.

 

Έρημη πόλη μοιάζεις καρδιά μου

που βυθίζεσαι αργά, βασανιστικά

σε ένα αδιέξοδο τέλμα

και τρομαγμένη κρατάς την ανάσα σου.

Αγέλαστη άνοιξη, θλιμμένη

μελαγχολική.

 

Κοιτάζεις σκυθρωπή, λυπημένη

το ολόγιομο φεγγάρι

ψάχνοντας εκεί ελπίδα, παρηγοριά.

Κι αυτό στρέφει το πρόσωπό του αλλού.

Ίσως , για να αποκρύψει τη θλίψη του

για να σκουπίσει το δάκρυ του.

 

Τώρα όμως ξέρεις,

πως ήρθε το τέλος.

Το τέλος της ξενοιασιάς, της ανεμελιάς

των ωραίων ψευδαισθήσεων

καρδιά μου.

 

Τώρα βαδίζεις μονάχη

σαν μια θλιμμένη άνοιξη

σε ένα ακήρυχτο πόλεμο,

ενάντια στον πιο δύσκολο αντίπαλο.

Τον ίδιο σου, τον εαυτό.

 

Μόνο και μόνο, γι’ αυτό

πρέπει να αντέξεις καρδιά μου…

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος