Το μυαλό θολωμένο και το ποτήρι σπάει στα χέρια της. Κηλίδες αίματος ανασαίνουν στο δέρμα, κυλούν αργά και ποτίζουν τη φούστα της. Με ακουμπισμένους τους αγκώνες στον πάγκο του μπαρ στρέφει το κεφάλι δεξιά, μετά αριστερά, βλέπει πως πάλι δεν ήρθε. Τριγύρω ψιλά κομμάτια γυαλιού τρυπούν το ταραγμένο βλέμμα της. Τα αναμετρά με τα θρύψαλα του εσωτερικού της κόσμου και χάνεται πάλι σε δύσκολες σκέψεις.

Νιώθει να ζαλίζεται… Μετά θέλει να πάρει αέρα. Τεντώνει τα χέρια της και σπρώχνει με δύναμη την πόρτα, βγαίνει έξω, στη σκοτεινιά αυτού του κόσμου, κοιτάζει το φεγγάρι, μοιάζει κι αυτό τόσο προδομένο, λείπει το άλλο μισό του. Ανασαίνει βαθιά.

Ανάβει τσιγάρο με τον ολόχρυσο αναπτήρα που της είχε χαρίσει, κάποιες λέξεις που ’ναι χαραγμένες πάνω, ξεχωρίζουν και τη νικούν. Κλείνει τα μάτια, θυμάται στιγμές...

Σβήνει το τσιγάρο, σκουπίζει τα δάκρυα και γράφει μέσα της το τέλος.

 

_

γράφει η Πόπη Κλειδαρά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!