τοβιβλίο.net

Ισίδωρος Ζουργός «Οι ρετσίνες του βασιλιά»

19.11.2019

σχόλια

 

«Η αγάπη δεν επιβάλλεται, παρά μόνο αναβλύζει…»

 

Ισίδωρος Ζουργός:

«Οι ρετσίνες του βασιλιά»

Εκδόσεις: «ΠΑΤΑΚΗ»

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ιδού λοιπόν το νέο βιβλίο τού Ισίδωρου Ζουργού, συγγραφέα που τιμά την ελληνική λογοτεχνία με το ήθος και την ποιότητα της γραφής του. Και τα δυο αυτά στοιχεία είναι εμφανή και στο τελευταίο του μυθιστόρημα, με τον συγγραφέα να επιλέγει έναν συνδυασμό τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης, για να εξελίξει την μυθοπλασία του.

Το θέμα του είναι ιδιαίτερα σκληρό, αλλά το ύφος τής γραφής κατορθώνει να κάνει την ανάγνωση του βιβλίου ευχάριστη και απολαυστική, μέχρι μια ανάσα πριν το τέλος, όπου η ζωή αποκαλύπτει την προσωρινότητά της, όπως και την ματαιότητα των ανθρώπινων επιδιώξεων.

Πρόκειται για μια σύγχρονη ηθογραφία με ισχυρές ψυχολογικές τομές και έντονους προβληματισμούς για το τι είναι επιτυχία, ευτυχία, πόνος, ολοκλήρωση. Όλα αυτά δομημένα άριστα, έτσι που ο αναγνώστης να ταυτίζεται με τα πρόσωπα, να τα συμπαθεί, να γελά ή να θυμώνει μαζί τους, να συμπάσχει, να συγχωρεί, να κατανοεί, να ελπίζει.

Διάσπαρτα ο συγγραφέας ‘‘φυτεύει’’ Ραμπελαί και Σαίξπηρ, δίνοντας στο σώμα τού μυθιστορήματος τις συντεταγμένες τής διαχρονικότητας των προβληματισμών που εντοπίζουμε στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο Γαργαντούας ζει, ο βασιλιάς Ληρ, επίσης, η μοίρα τών ανθρώπων είναι κοινή, η αναμέτρησή τους με το τίποτα, επίσης, ενώ παρούσες είναι πάντα οι προδοσίες, οι διαψεύσεις, οι ματαιώσεις, οι αθέατες πλευρές τής σελήνης.

Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ένας απόμαχος πολιτικός μηχανικός, ιδιαίτερα επιτυχημένος στην επαγγελματική του πορεία, αλλά δραματικά αποτυχημένος ως πατέρας, δηλαδή ένας από τους πολλούς γύρω μας, ίσως κι εγώ, στο περίπου, που γράφω αυτές τις γραμμές. Χάσμα γενεών; Ίσως; Παραφωνία τής ζωής; Ίσως. Κάτι λάθος στην συνταγή; Ίσως…

Τρεις κόρες, τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες, που συναντούν την απροθυμία τού πατέρα να τις αποδεχτεί, ή έστω να τις κατανοήσει. Στη δύση τής ζωής του τον ακολουθούν οι αρνήσεις τους στις επιθυμίες του, αρνήσεις που όρθωσαν και τα μεταξύ τους τείχη «σαν να ’ταν τα λόγια των κοριτσιών του ακρίδες κι αυτός ένα στάχυ μονάχο».

Τα δικά του πρότυπα είναι άλλα, είναι ένα κοστούμι που επειδή ταιριάζει στον ίδιο, πρέπει να το φορούν όλοι.

Η μεγάλη κόρη έχει την ανησυχία τής επαγγελματικής επιτυχίας. Όλη της η ζωή επικεντρώνεται στο πώς να κερδίσει την σφραγίδα τής επιτυχίας. Την συναντάμε στην καθημερινότητά μας, ως στέλεχος επιχείρησης, ως επιτυχημένη επαγγελματία, ως αεικίνητη επιστήμονα. Δεν έχει εισπράξει απ’ αυτήν, την στοργή που ευελπιστούσε πως θα του πρόσφερε κι έχει κόψει τις γέφυρες επικοινωνίας μαζί της. Σε μια από τις ανεπίδοτες επιστολές που γράφει προς την γυναίκα του, μια «Δευτέρα τού Σεπτέμβρη», ομολογεί:

«Να ξέρεις πως έχω να μιλήσω με την Γκαμπριέλα (ή Γαβριηλία, ή Γαβριέλα) απ’ τον Μάρτη. Πώς να το πω στον Μασούρη αυτό; Μέχρι τα χτες το ’κρυβα ακόμα κι από σένα…

[…]

»Ήταν Μάρτιος αυτής της χρονιάς όταν ανταλλάξαμε τις τελευταίες κουβέντες κι εκείνα τα βλέμματα τα αχαρακτήριστα…

[…]

»Η Γκαμπριέλα ξεκίνησε σύμβουλος σε μια πολυεθνική στον χώρο του φαρμάκου. Μισθός υψηλός και προοπτικές, πεδίο δόξης με κέρδη και ελκυστικό στυλ».

Τον θυμώνει που σε κάποια επέμβασή του για τα της οικογένειάς της, του ζητά να μην ανακατεύεται. Τον εξοργίζει που την ακούει, σε μια συνομιλία της με την αδελφή της, να τον αποκαλεί «γέρο-μπετατζή». Και παίρνει τη βαλίτσα του και φεύγει απ’ το Λονδίνο, όπου είχε πάει να την επισκεφθεί, αλλά και από τη ζωή της, οριστικά.

Η δεύτερη κόρη, η Ρεγγίνα, εγκατεστημένη στις Βρυξέλλες, είναι μεν ισορροπημένη στα επαγγελματικά της, όμως παρεκκλίνει σεξουαλικά. Είναι ομοφυλόφιλη. Πώς να συμβιβαστεί μ’ αυτήν την πραγματικότητα ένας πατέρας, που έχει μάθει στους ξεκάθαρους ρόλους, αποθεώνοντας εκείνον του επιβήτορα;

Της γράφει την ανεπίδοτη επιστολή για να της πει πως την έχει βγάλει από τη ζωή του. Πως δεν διαβάζει τις επιστολές που του στέλνει εκείνη. Πως δυο είναι οι αιτίες. Η μια, το ότι εκείνη συμπαρίσταται στην μεγάλη της αδελφή:

«…όσο μες τη δίνη του οικογενειακού μας σπαραγμού θα της απλώνεις το ένα σου χέρι, τότε να ξέρεις ότι το άλλο σου μου κάνει νόημα να φύγω μακριά…

»Με την Γκαμπριέλα δεν υπάρχουν πια γέφυρες, είναι σκληρή, εγωίστρια, και το χειρότερο… πετυχημένη».

Έχει ξεχάσει πως και ο ίδιος υπήρξε τέτοιος και δεν αναγνωρίζει στην κόρη του τον εαυτό του. Πόσο μάλλον μπορεί να την δεχτεί ως ομοφυλόφιλη. Όταν της λέει πως την περιουσία που της πρόσφερε δεν θέλει να τη χαρίσει στη μοναξιά της, η απάντηση που του δίνει: «Δεν είμαι μόνη… Δεν μου αρέσουν οι άντρες, μπαμπά», φέρνει τα πάνω κάτω στον κόσμο του. «Τι σκατά κόσμο έχετε φτιάξει…», τη ρωτά σ’ εκείνη την ανεπίδοτη επιστολή, την οποία κλείνει μ’ έναν δραματικό επίλογο, που μπορεί και να είναι το παράπονο μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία γενιά, όμως, δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί πως τα νέα ήθη την έχουν προσπεράσει, γιατί οι κοινωνικές αλλαγές πια είναι ραγδαίες:

«Καλή βδομάδα, Ρεγγίνα, εκεί στον καινούργιο κόσμο σας, εκεί στο αλώνι της ευπρεπούς ορθότητας, εκεί στην άλλη όψη του καθρέφτη όπου ζείτε, εκεί στον κόσμο των θαυμάτων σας, Αλίκη. Καλή εβδομάδα στην Ευρώπη σας που κυνηγάει τους κρεατοφάγους σαν δολοφόνους, που σας αφήνει να διαλέγετε σεξουαλικό φύλο σαν να ’ναι φύλλο τράπουλας που την παίζουν ξερή στο καφενείο. Καλή εβδομάδα από δω, απ’ το χωριό που μυρίζει ξύλο, σβουνιά και χώμα. Χαιρετισμούς από τον τόπο όπου οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες γυναίκες. Καλή εβδομάδα από το χωριό όπου οι παραλογισμοί που τους βαφτίσατε δικαιώματα κείτονται σαν τα πεσμένα κάστανα του φθινοπώρου που τα σκέπασαν τα φύλλα και δεν τα θυμάται κανείς πια…»

Η τρίτη κόρη, η Κορίνα, δεν έχει κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Βρίσκεται, όμως, συνεχώς στο ‘‘αντί’’. Αντισυμβατική, αντιδραστική, αντισυστημική, ανυπότακτη. Πιστή στην εναλλακτικότητα και απορριπτική με ό,τι ο κοινός άνθρωπος θεωρεί φυσιολογικότητα των πραγμάτων.

Όμως, σε μια ακόμα ανεπίδοτη γραφή προς την σύζυγο Ουρανία, γίνεται λόγος και για «μυστικά», που εκείνος θα ήθελε να ξεχάσει.

Η Κορίνα υπερασπίζεται το μετερίζι τής αλήθειας. Ο πατέρας της, αυτό της «συγκάλυψης, της συγχώρησης, του συμβιβασμού». Η Κορίνα που πιστεύει ότι η μητέρα της είναι «μια γυναίκα – τρόπαιο» είναι η μόνη που γνωρίζει ότι ο πατέρας της είχε μόνιμη ερωμένη. Κι αυτό κάνει τη σύγκρουσή τους αναπόφευκτη.

Παρά ταύτα, ο πατέρας αισθάνεται ‘‘προδομένος’’. Καμιά τους δεν του έμοιασε. Πώς να βρει κοινές συντεταγμένες και να δεχτεί ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει ό,τι τον εκφράζει; Θέλει και ψυχραιμία και παραδοχή από τον γονιό ότι τα παιδιά μας επιλέγουν αυτά τη ζωή τους.

Ο πατέρας, μετά τον θάνατο της συζύγου, επιλέγει την αναχώρηση από τον κόσμο του. Για τον εαυτό του επιλέγει την ελευθερία, αυτήν που ήδη έχει αρνηθεί στις κόρες του. Λέει σε κάποια στιγμή:

«Ό,τι και να είμαι, όπως και να καταλήξω, δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανένα. Δεν έχω πια συνέταιρο στην εταιρεία, δεν έχω εταιρεία, δεν έχω υπαλλήλους, δεν έχω γυναίκα, δεν έχω παιδιά. Είμαι ελεύθερος πια, κι αυτό είναι ένα δώρο απρόσμενο της θλίψης και της ερημιάς μου».

Ένα σπίτι/πύργος, παλιό αρχοντικό τού πεθερού του, σ’ ένα μικρό, απομονωμένο χωριό, θα γίνει το καταφύγιό του, το βασίλειό του για τα στερνά του. Ο ίδιος, ένας βασιλιάς, με έναν μόνο υπήκοο: Τον μισότρελο του χωριού, για τον οποίο έλεγαν πως «έκανε συντροφιά στα τζιτζίκια», μια σύγχρονη έκδοση μεσαιωνικού γελωτοποιού. Μαζί του, κι αυτός, έσερνε μια πικρή εμπειρία, αιτία τού κακού. Ο καφετζής τού χωριού θα δώσει περιληπτικά την ιστορία τού Μασούρη: «Ο γέρος του δούλευε στα νταμάρια. Ο Μασούρης από μικρό παιδί τον έβλεπε να κουβαλάει και να ταχτοποιεί μασούρια με δυναμίτες. Κάποια μέρα τον έφεραν τυλιγμένο σε κουβέρτα. Από τότε λένε πως του ’στριψε…»

Αυτός ο μισότρελος θα του λέει αλήθειες ή θα τον ωθεί ν’ ανακαλύπτει αλήθειες, όπως ότι η γυναίκα του, η Ουρανία, δεν ήταν μοναχοκόρη τού πεθερού του, αλλά είχε αρκετά ακόμα αδέλφια, αφού ο πατέρας της έσπειρε στο διάβα του πολλά εκτός γάμου παιδιά. Θα γίνει και ο συνοδός του, ο άτυπος υπηρέτης του, η συντροφιά και ο προστατευόμενός του, ένας γραφικός υπασπιστής ενός, επίσης, γραφικού βασιλιά.

Εκτός από τον μισότρελο του χωριού υπάρχει και η καταφυγή στη ρετσίνα. Είναι το τοπικό κρασί, η συντροφιά τού Έξαρχου, μόνιμη συνήθεια, προσχηματικό ίσως εύρημα του συγγραφέα για να διηγηθεί και να περιγράψει την καθημερινότητα των αντρών τής μικρής εκείνης κοινωνίας, που τη συναντάμε στην χώρα σε μικρούς τόπους. Αυτό το προσχηματικό εύρημα θα γίνει και ο τίτλος τού βιβλίου, κρύβοντας επιφανειακά τις αλήθειες που διαπραγματεύεται, οι οποίες και πολλές είναι, και δραματικές, αλλά που ο Ζουργός ξέρει να τις προσφέρει με θαυμαστή αφηγηματική άνεση.

Όμως, η παραγωγή τής ρετσίνας θα γίνει και αφορμή να μιλήσει ο συγγραφέας τόσο για την Ελλάδα τής κρίσης, όσο και για τις αναξιοποίητες παραγωγικές δυνάμεις, δίνοντας στην λογοτεχνία την ευκαιρία να περιγράψει με ρεαλισμό την καθημερινότητα των κοινωνικών συντεταγμένων, με άλλα λόγια να γίνει ο χάρτης που πάνω του αποτυπώνονται ανάγλυφα οι παθογένειες της χώρας. Μια από αυτές ήταν και είναι οι νοοτροπίες που χαρακτήριζαν τις στρατηγικές τών συνεταιρισμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνεταιρισμός τών αμπελουργών τής περιοχής, αρκείται στην παραγωγή μιας απλής, έως κακής ρετσίνας, αρνούμενος ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τής εποχής, έτσι ώστε να προσανατολιστεί στην παραγωγή ποιοτικών οίνων. Ιδού πώς η λογοτεχνία έχει λόγο σε όλες τις εκφράσεις τής ζωής, ακόμα και στην οικονομία τών κοινωνιών. Προσωπικό μου βίωμα αποτελεί η περιοχή τού Τυρνάβου, μια από τις μεγαλύτερες οινοπαραγωγικές ζώνες τής Ελλάδας, που δεν κατόρθωσε με τον Συνεταιρισμό του να σταθεί ανταγωνιστικά απέναντι σε μικρές οινοπαραγωγικές μονάδες τής περιοχής, οι οποίες διαπρέπουν στην παραγωγή ποιοτικών οίνων. Η Ελλάδα τής ανάπτυξης αργεί ακόμα, μας λέει ο Ζουργός.

Ό,τι διαδραματίζεται στο χωριό και ό,τι αφορά την εξέλιξη της ιστορίας, ο συγγραφέας επιλέγει να το δώσει με αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Τα ουσιώδη, όμως, που αφορούν τον ‘‘βασιλιά’’ Λεόντιο Έξαρχο, θα τα δώσει ως επιστολές, σε πρώτο πρόσωπο, προς την ήδη νεκρή σύζυγο και προς τις κόρες. Είναι η κατάθεση – απολογισμός μιας ζωής, το παράπονο, ο τελικός λογαριασμός του με όλους και με όλα. Η ‘‘σούμα’’ που λέει ο απλός λαός. Σ’ αυτήν την ‘‘σούμα’’ θα ζυγιστεί και θα βρεθεί ελλειποβαρής, πρώτα ο ίδιος, αφού θα διαπιστώσει πως δεν ήταν μόνο αυτός που πρόδωσε, αλλά και αυτός που προδόθηκε. Η πάναγνη σύζυγός του, είχε κι εκείνη εραστή, με τις ευλογίες τού πατέρα της, και μάλιστα με την προοπτική να διαλύσει τον γάμο της. Ο βασιλιάς γκρεμίζεται από τον θρόνο του…

Οι επιστολές του Έξαρχου αρχίζουν μια «Τρίτη, μέσα Σεπτεμβρίου». Θα συνεχιστούν για έναν περίπου χρόνο, οπότε η μικρότερη κόρη του θα τον επισκεφθεί στο χωριό με πρόθεση να συγκολλήσει τα σπασμένα κομμάτια της οικογένειας. Είναι αυτή που θα αποδειχθεί η πλέον σοφή, αλλά…

Ο Ισίδωρος Ζουργός δημιούργησε ένα διαφορετικό μυθιστόρημα, με υλικά από τη ρέουσα πραγματικότητα, επιβεβαιώνοντας στο τέλος του τη μεγάλη αλήθεια: «Ματαιότης, ματαιοτήτων…»

Ο Ισίδωρος Ζουργός απέδειξε πως το καλό μυθιστόρημα ανθεί στην Ελλάδα…

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου