“Στην παραπάνω ιστορία, προσπάθησα να διηγηθώ την εξέλιξη μιας ήττας”
Χόρχε Λούις Μπόρχες –«Η αναζήτηση του Αβερόν»
Δεν αποδέχτηκε ποτέ την Θεϊκή Δημιουργία. Δεν στάθηκε εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο του Κόσμου που κληρονόμησε, αν και η αρχική αίσθηση του προσέδιδε διαστάσεις τελειότητας. Σαν τις σταγόνες της βροχής οι εντυπώσεις γλιστρούσαν φευγαλέες και διαλύονταν πάνω στην ασπίδα του νου του. Το ίδιο και οι ζωηρές εικόνες. Έσπαζαν και σκορπίζονταν σε μύρια μικρά κομματάκια κι έσβηναν.
Το μεγαλειώδες στερέωμα πλημμυρισμένο μ΄ αστέρια και το απέραντο της θάλασσας τον άφηναν αδιάφορο. Αν και προς στιγμή τον τρόμαζε η υπεροπτική αγριάδα της Τίγρης και του Λιονταριού, η σκιά του φόβου δεν κατάφερε ποτέ να τον σκεπάσει. Ένιωθε παρατημένος απ’ τον πατέρα δημιουργό. Αγνοημένος και ασήμαντος μπρος σ΄ ένα έργο δίχως διαστάσεις. Σ΄ ένα κόσμο που ποτέ δεν επιθύμησε. Που ποτέ δεν ονειρεύτηκε. Όπου τίποτα δεν ήταν όπως το ήθελε κι όπως το περίμενε. Που δεν μπορούσε ν’ αγαπήσει, γιατί τίποτα δεν αντανακλούσε την δική του εικόνα. Κι αυτό ήταν που τον τρόμαζε περισσότερο απ’ όλα.
Στην πρώτη ανατολή του ήλιου αντίκρισε την απαλάμη του χεριού του, ασημάδευτη όπως η έρημος. Τότε ήταν που αποφάσισε να χαράξει τα δικά του σημάδια. Της δικιάς του μοίρας τις γραμμές. Με το Αλέτρι σχεδίασε την όψη του εδάφους. Με τον Τροχό και το Πανί διέσχισε τις αποστάσεις ως τις τέσσερις άκρες του κόσμου. Με την Φωτιά ξεχώρισε τα μέταλλα. Με την Σκαπάνη άλλαξε τον ρου των ποταμών και μετακίνησε τα όρη. Με την Αλφάβητο οικοδόμησε πόλεις πάνω και κάτω απ’ τον φλοιό της γης και με τον Λόγο τους έδωσε ζωή. Ύστερα μέτρησε το χρόνο και το χώρο. Έδωσε ονόματα στα ζώα, στα φυτά και στα πράγματα. Υψώθηκε σαν πουλί πάνω από τα σύννεφα και βυθίστηκε σαν ψάρι στους ωκεανούς. Παγίδεψε το φως και την θερμότητα. Με τον κεραυνό και την αστραπή μετατόπισε τον ορίζοντα. Με την Γραφή έδωσε σάρκα και οστά στους μύθους και με τους Καθρέπτες ζωντάνεψε τις ψευδαισθήσεις. Με τους Αριθμούς ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα της γνώσης. Εφηύρε το Δωδεκάεδρο, την Ιερή Τετράδα, το Τόξο, το Ξίφος και τη Λύρα, το Εφήμερο και την Περιπέτεια. Επινόησε την Ιστορία και τον Έρωτα. Έψαξε για το Ελιξίριο της νιότης και την Φιλοσοφική Λίθο. Αυτός ήταν που κατασκεύασε τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Αυτός έλυσε το Γόρδιο Δεσμό, άρπαξε το Χρυσόμαλλο Δέρας και τα Μήλα των Εσπερίδων. Αυτός καβάλα στον Πήγασο σκότωσε την Χίμαιρα και μέσα από κατοπτρικούς καθρέπτες αντίκρισε πρώτος το ειδεχθές βλέμμα της Μέδουσας. Αυτός άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και έσκισε τους Ασκούς του Αιόλου χωρίς να φοβηθεί τις συνέπειες. Σήκωσε μόνος του, στην πλάτη του, το βάρος του πεπρωμένου του όπως ο Άτλας και αψήφησε τον Δημιουργό όπως ο Προμηθέας. Χάθηκε μέσα σ΄ όλες τις Οδύσσειες και Ιλιάδες σαν αυτοκράτορας και σαν ζητιάνος, πολεμιστής κι ιεραπόστολος, σαν εξερευνητής ή εφευρέτης, εραστής ή ασκητής. Έφτασε μέχρι την χώρα της νύχτας και των ανομολόγητων απολαύσεων. Εκεί γεύτηκε την τροφή των θεών και κυλίστηκε στους κήπους των ανθών του Καλού και του Κακού. Ακόρεστος, περίεργος κι ανυπόμονος, φαντάστηκε και καταπιάστηκε, ονειρεύτηκε κι αγάπησε, φοβήθηκε και μίσησε, πολέμησε κι αμύνθηκε. Το Φίδι δεν κατάφερε να τον ξεγελάσει, ούτε ο Αητός να του βγάλει τα μάτια. Η Κίρκη δεν μπόρεσε να τον μεταμορφώσει, ούτε οι Λωτοφάγοι να τον βυθίσουν στη λήθη. Οι Σειρήνες απέτυχαν να τον πλανέψουν κι οι Ερινύες να τον ποτίσουν με τύψεις. Ο φόβος του έγινε θυμός κι η μοναξιά του πείσμα. Μέρες και νύχτες δούλεψε σκληρά ξεχασμένος μέσα στο απελπισμένο πάθος του.
Ύστερα ξύπνησε ένα πρωί και ξανακοίταξε το χέρι του. Είδε τα σημάδια και τις γραμμές από εκείνα, τις επιφάνειες και τους όγκους που υψώνονταν σαν τείχη πάνω στ’ αυλάκια που ο ίδιος χάραξε και που τον έκλειναν μέσα σ΄ ένα λαβύρινθο. Το πρώτο αίσθημα ήταν ευχάριστο. Ένιωσε ανεξήγητα, όπως νιώθει κάνεις την ώρα που γεννιέται, αλλά σε λίγο σαν την ομίχλη τύλιξε την ψυχή του η αμφιβολία. Βυθίστηκε, λοιπόν, στη μνήμη που τούτη τη φορά του φάνηκε απύθμενη, όμως κατάφερε να ανασύρει με κόπο απ’ τη λησμονημένη ανάμνηση στην επιφάνεια το αρχικό του όραμα. Το συνέκρινε με το έργο του και τότε διαπίστωσε το σφάλμα. Υπήρχαν λάθη που έπρεπε να διορθώσει.
Όμως κάθε διόρθωση φανέρωνε αλλά λάθη που έπρεπε να σβήσει και να ξαναγράψει σ΄ ένα αέναο κύκλο διορθώσεων. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που τον πείραζε. Τον ενοχλούσε πιο πολύ το ειρωνικό χαμόγελο του Άβελ, που πάντα υπάκουος κι υποταγμένος στο Δημιουργό, αποδέχτηκε τον κόσμο όπως ακριβώς τον είχε κληρονομήσει. Εξοργίστηκε. Έσφιξε το στιλέτο κι ανηφόρισε τρέχοντας τα πράσινα λιβάδια του εφησυχασμού. Μια αχτίδα πετάχτηκε καθώς ο ήλιος έφτανε στο μέταλλο την ώρα που αποχωριζόταν το θηκάρι του, πριν από μια κραυγή, καθώς αυτό θηκάρωνε ξανά στο στήθος του Άβελ. Ο θόρυβος από την πτώση του κορμιού άφησε τα ίχνη του στο μαλακό χώμα κι η δίχως μνήμη σιωπή απλώθηκε ξανά στο ήρεμο τοπίο. Ο Κάιν στάθηκε να πάρει ανάσα. Στα μάτια του άψυχου πια αδελφού του, ανακάλυψε το τελευταίο του δημιούργημα. Τον θάνατο. Το σπουδαιότερο απ’ όλους τους καρπούς του δένδρου της Γνώσης.
Ο ήλιος βασίλεψε γι’ ακόμη μια φορά και ο Κάιν ξάπλωσε ανάμεσα στα έργα του. Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε να βυθιστεί σ΄ ένα σκοτάδι φωτεινό τούτη τη φορά. Στη νύχτα που εισχωρούσαν τώρα τα θνητά του μάτια, αν και με μια αίσθηση ότι έπρεπε να μείνει να υπερασπιστεί τον κόσμο του, που οι θεοί δεν ήταν πρόθυμοι να σώσουν, σκέφτηκε πως δεν είχε άλλο χρόνο για διορθώσεις. Ακόρεστος, περίεργος και ανυπόμονος καθώς ήταν, αποφάσισε να ταξιδέψει παραπέρα, πιο μακριά απ’ του θανάτου τον ορίζοντα. Μπάρκαρε έτσι σε μια βάρκα για ένα δεύτερο ταξίδι, στη λίμνη που κρατάει στην αγκαλιά της η Εκάτη, με μόνη συντροφιά ένα χρυσό σκαραβαίο. Κι ο κόσμος που η μοίρα του ‘λαχε να δημιουργήσει, έμεινε κληρονομιά να αντηχεί στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Αλλά όλα αυτά μας είναι γνωστά. Τι βρήκε εκεί δεν μάθαμε ακόμη…
Ο πρωινός ήλιος έλιωνε πάνω στο ιδρωμένο μέτωπο ενός άλλου ήρωα.
-Πώς να στο εξηγήσω, είπε στην Αριάδνη ο Θησέας. Δεν βρήκα τον Λαβύρινθο. Και ο Μινώταυρος νομίζω ότι είναι μύθος. Πέρα απ’ την πύλη αυτή συνάντησα μονάχα φως και σιωπή. Αλλά κι η πύλη περισσότερο σαν έξοδος μοιάζει…
από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων “Αντιγραφές”
_
γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος
Σκηνοθέτης – Παραγωγός
Αυτή η συλλογή είναι πάρα πολύ καλή σε όλα της. Με συμπυκνωμένη (φιλο)σοφία.
Όποτε σας διαβάζω ανταμοίβομαι!Να είστε καλά!
Αυτή η γραφή αξίζει!
Εύγε κύριε Γιαννόπουλε!!! Εξαιρετικό!! Ο μύθος της ανθρωπότητας, το φορτίο και η αποστολή του…
Σε θαύμασα. Δεν έχω άλλο σχόλιο
Σας ευχαριστώ όλους σας για τα καλά σας σχόλια ….