Select Page

Καθρέφτης

Καθρέφτης

mirror

«Υπάρχει κάποιο είδος φυσικού νόμου σύμφωνα με τον οποίο οι οργανισμοί αιχμαλωτίζονται από το περιβάλλον τους. Ο οργανισμός υφίσταται μια μορφή φαντασιακής αιχμαλωσίας σε μια εξωτερική εικόνα. Είναι η φάση του καθρέφτη»

Jacques Lacan, Γάλλος ψυχίατρος

Στα στενά περπατούσα αδιάφορα. Κρεμασμένη ψυχή κι απόψε. Άχρωμα βήματα. Σε κάθε βήμα στην τσάντα κουδούνιζαν τα κλειδιά του σπιτιού μου. Τούτος ο θόρυβος με ενοχλούσε. Σαν επισήμανση. Σαν αλυσίδα που με τραβά σε μια ίδια κατεύθυνση. Στο επόμενο στενό θα δω τον βιβλιοπώλη. Θα με χαιρετήσει και θα ρωτήσει πώς ήταν η μέρα μου. Τον μισώ. Κάθε φορά ρωτάει το ίδιο. Κάθε φορά του απαντάω το ίδιο. Δεν αντέχω τόσες επαναλήψεις. Μια ζωή επανάληψη. Μια ζωή σε επανάληψη. Καλημέρα σας, καλησπέρα σας, καληνύχτα σας. Στρίβω με βία και εύχομαι να έχω έστω ένα μικρό χρονικό ατόπημα ικανό να παρακάμψει τις παραδοσιακές εμφανίσεις των ίδιων περαστικών. Κοιτάζω το ρολόι μου. Η μπαταρία του το πρόδωσε. Οι δείκτες ακίνητοι. Ώρα 6.66. Αυτή η απροσδόκητη στέρηση του χρόνου με κάνει ακόμα πιο νευρική. Τα βήματά μου γρήγορα, βιαστικά. Το βλέμμα μου χαμένο σε σκέψεις.

Λίγα μόλις μέτρα μακριά τον είδα απότομα σαν σήκωσα το κεφάλι. Στεκόταν ακίνητος. Δεξιά και αριστερά του δυο συνοδοί του κάναν νόημα να συνεχίσει. Μα εκείνος δεν κουνιόταν καθόλου. Το βλέμμα του κοιτούσε στο πουθενά. Το ήξερα αυτό το βλέμμα. Τα μάτια μου κόλλησαν. Η ψυχή μου κοκκάλωσε. Ο χρόνος είχε σταματήσει. Σαν το ρολόι μου. 6.66 και παρακολουθούσα την κάθε του κίνηση. Είχε χαμηλώσει το πρόσωπό του στο πεζοδρόμιο. Τα πόδια φαινόντουσαν κολλημένα στα πλακάκια. Ένα ανυπότακτό σώμα δεν τον άφηνε να κουνήσει, είμαι σίγουρη. Τέσσερα μόνο χέρια τον παρακαλούσαν να συνεχίσει.

Και τότε απότομα σήκωσε το κεφάλι. Σα να τον φώναξε κάποιος. Στο ίδιο ύψος ακριβώς με το ύψος των δικών μου ματιών ανταμώσαμε. Βρεθήκαμε αντικρυστά. Με ένα πύρινο βλέμμα ένιωσα να καίει μία μία τις σκέψεις μου. Μια χρονική ματαιότητα άδειασε στο σώμα μου. Σπίθες από λέξεις που δεν κυνήγησα ποτέ μου, καπνίζαν μέσα μου και το τοπίο θόλωνε ακόμα περισσότερο. Θα έλεγε κανείς πως κάποια κρυφά γυρίσματα γινόντουσαν στο χώρο. Πώς κάποια πλάκα έχει στηθεί στη γειτονιά από κάποια χαριτωμένη εκπομπή έτσι όπως στεκόμασταν ακίνητοι ο ένας απέναντι από τον άλλον με τους περαστικούς να κοιτάζουν περίεργα. Ήθελα να γελάσω με αυτήν τη σκέψη. Ήθελα να γυρίσω στο βιβλιοπώλη ή όποιον και να αστειευτώ με χωρατά.

Μία κραυγή πάγωσε ξαφνικά την καρδιά μου. Μια στριγγλιά διαπεραστική δική του, μετρίασε την ετοιμότητά μου. Και ήμουν τόσο αβέβαια βέβαιη για να πάρω μια ζυγισμένη απόφαση που το έβαλα στα πόδια. Άκουγα τη στριγγλιά και έτρεχα ακόμα περισσότερο. Τα πόδια μου όμως βάραιναν. Το σώμα μου ξαφνικά δεν άντεχε. Η καρδιά μου άρχισε να πάλλεται. Όλες μου οι αντοχές είχανε εξαφανιστεί. Σα να είχαν προστεθεί πάνω μου χρόνια και χρόνια. Σαν φτάσαμε σχεδόν παράλληλα, λίγο πριν εξαφανιστώ, τόλμησα να τον ξανακοιτάξω παρά τον τρομακτικό του θόρυβο.

Τα μάτια μου σηκώθηκαν αργά και διστακτικά αυτή τη φορά. Τούτο που έβλεπα δε χώραγε στο μυαλό μου. Απέναντί μου μία γυναίκα. Μακριά μαλλιά. Μάτια κατακόκκινα. Σώμα αφημένο. Με κοιτούσε έντονα ρουφώντας από ένα καλαμάκι τον καφέ της αχόρταγα. Στον καρπό της ένα ρολόι. Δείκτες ακίνητοι. 6.66. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ κάτι. Ο λαβύρινθός στον οποίο είχα σίγουρα μπει με έβγαζε σε μια άγνωστη κατεύθυνση. Τέσσερα χέρια με σπρώχναν δυνατά να τα ακολουθήσω όσο κι αν αρνιόταν το σώμα μου.

M.T.

 

Το βιβλιοπωλείο είναι ο κόσμος μου. Μεγάλωσα ανάμεσα σε ράφια, ανδρώθηκα παρέα με βιβλία, ψηλάφισα κάθε λογής σελίδες, περπάτησα πάνω σε όλες τις γραμματοσειρές, ταξίδεψα στο χρόνο και στο χώρο ακολουθώντας τα μυστικά μονοπάτια γνωστών κι άγνωστων συγγραφέων. Έκλαψα, γέλασα, θύμωσα και τρόμαξα με τα καπρίτσια τους, τις υπερβολές, τη σκληρότητα και τις φοβίες τους.

Από μικρός αναπνέω τη σκόνη που σηκώνουν τα ξεχασμένα βιβλία και ξεφαντώνω με τα best-sellers[i]. Η πεζότητα του έξω κόσμου δεν μ’ ενδιαφέρει παρά μόνον όταν αυτός γεμίζει το μαγαζί μου, ψαχουλεύοντας την πραμάτεια μου, αναζητώντας στιγμές αναψυχής ή φυγής στα μέρη που περιηγήθηκα πρώτος εγώ. Μ’ αρέσει να τους ξεναγώ, να μοιράζω πληροφορίες, να εκμυστηρεύομαι τα συναισθήματα μου και τις προσωπικές μου εντυπώσεις απ' τα ταξίδια μου σ’ αυτόν τον απέραντο και πολυπληθή σωρό από μοναχικές διηγηματικές φαντασιώσεις.

Σπίτι πήγαινα μόνο για να κοιμηθώ και να φάω. Κάθε μέρα έκανα την ίδια δεκάλεπτη διαδρομή, σπίτι βιβλιοπωλείο και τούμπαλιν. Πάντα στις ίδιες ώρες. Άνοιγα το βιβλιοπωλείο στις 8π.μ. και το έκλεινα στις 6.50μμ. Ένας ατέρμονος κύκλος που ρουφούσε το χρόνο σαν σφουγγάρι κι έκανε αόρατες τις παραλλαγές της ζωής μέχρι που…

Ήταν απόγευμα και γύριζα σπίτι. Συνήθως έκανα χρήση της όρασης μου μόνο για ν’ ακολουθήσω, με το βλέμμα μου χαμηλωμένο, την προγραμματισμένη διαδρομή χωρίς να εστιάζω στις λεπτομέρειες. Και τότε, εντελώς τυχαία, σήκωσα τα μάτια μου και την είδα. Σα να με φώναξε κάποιος. Στο ίδιο ύψος ακριβώς με το ύψος των δικών μου ματιών ανταμώσαμε. Βρεθήκαμε αντικριστά. Ένιωσα επάνω μου το βλέμμα της και κοκάλωσα. Κι ενώ ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει - οι δείχτες στο μεγάλο ρολόι του Δημαρχείου είχαν κολλήσει στο 6.66 - αυτός έτρεχε ιλιγγιωδώς και προς τις δυο κατευθύνσεις. Είδα τις κόρες των ματιών της να διαστέλλονται και μέσα σ’ αυτές τον εαυτό μου νέο κι αθάνατο και ταυτόχρονα την τωρινή μου εικόνα, εμένα, καθώς βυθιζόμουν αποκαμωμένος σε μια αμετάκλητα κατηφορική θνητότητα.

Οι δυο εικόνες παρόλο που χάνονταν η μια μέσα στην άλλη, ήταν απόλυτα ευκρινείς. Δυο είδωλα, από διαφορετικές χρονικές στιγμές, παρελθόν και παρόν, στον ίδιο καθρέφτη, σαν μια διπλοτυπία του Τζίκα Βερτόφ[ii]. Σαν μια ταινία που προβάλλεται ταυτόχρονα προς τα μπρος και προς τα πίσω, προς την χαμένη νεότητα και τον αναπόφευκτο θάνατο. Ο νους μου πήγε προς στιγμήν στο αφήγημα του Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες «Η εφεύρεση του Μορέλ», όπου οι ανθρώπινες υπάρξεις, μετέωρες σκιές, έχουν παγώσει σε μια ακίνητη στιγμή κι αναρωτήθηκα αν ήμουν εγώ που δημιούργησα τούτη την τερατώδη ψευδαίσθηση, ένα αντίγραφο πραγματικότητας που ξεπήδησε από το υποσυνείδητό μου, μια εμπειρία που υποδύεται πως υπάρχει και ζει. Στεκόμασταν, έτσι, ακίνητοι ο ένας απέναντι από τον άλλον με τους περαστικούς να μας κοιτάζουν περίεργα. Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι κάτι προσπαθούσε να μου πει κι ύστερα ξαφνικά έφυγε αλαφιασμένη, σαν να 'χε τρομάξει από κάτι… Τέσσερα χέρια με έσπρωχναν δυνατά να τα ακολουθήσω όσο κι αν αρνιόταν το σώμα μου.

Συνήλθα και συνέχισα το δρόμο μου, με ένα νου μουδιασμένο και με μια σφριγηλότητα που είχα να νιώσω αιώνες τώρα. Ένιωθα νεότερος, δυνατότερος, σαν να γύρισα πίσω στο χρόνο. Και τότε την ξανάδα. Μακριά μαλλιά. Μάτια κατακόκκινα. Σώμα αφημένο. Στεκόταν ακίνητη και με κοιτούσε έντονα. Τέσσερα χέρια την έσπρωχναν δυνατά να τα ακολουθήσει άλλα το σώμα της αρνιόταν.

6.66 έδειχνε ακόμα το ρολόι του Δημαρχείου.

«Τι διάολο», σκεφτόμουν. Έπρεπε ήδη να ήμουν στο σπίτι…

Ν.Γ.

 

 

[i]  Προϊόν μεγάλης εμπορικής επιτυχίας

[ii]  Νταβίντ Αμπέλεβιτς Κάουφμαν

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

11 Σχόλια

  1. Χριστίνα Σουλελέ

    Ένα μεγάλο μπράβο και στους δύο! Εξαιρετική γραφή, υπέροχα κείμενα, τόσο δεμένα μεταξύ τους, θαρρείς και τα έχει γράψει ένα άτομο.

    Απάντηση
  2. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Πόσο όμορφα διασταυρώθηκαν δύο κείμενα που γράφτηκαν από ανθρώπους που έχουν στο DNA τους την στόφα της εμπνευσμένης συγγραφής!!!

    ΜΠΡΑΒΟ ΜΑΧΗ ΜΟΥ!
    ΜΠΡΑΒΟ ΣΑΣ κύριε Γιαννόπουλε !!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  3. Μάχη Τζουγανάκη

    Χριστίνα μου να ‘σαι καλά. Πού ξέρεις…μπορεί να τα έγραψε ένας μόνο…σε τούτη τη μαύρη χρονική τρύπα…

    Απάντηση
  4. Μάχη Τζουγανάκη

    Κυρία Χρυσούλα…σας ευχαριστώ για τα τόσο κολακευτικά σχόλια που επιβεβαιώνω με σιγουριά…για τη σημερινή μου συγγραφική παρέα.

    Απάντηση
  5. Ανώνυμος

    Όταν διαβάζω κείμενα δομημένα τόσο άρτια με σκέψεις και λέξεις τόσο δυνατές…αναρωτιέμαι πάντα τι κάνω εγώ ανάμεσα σας!!!!!!!
    Νομίζω ότι ένα μπράβο μου είναι πραγματικά πολύ λίγο!!!! Παρόλα αυτά μπράβο σας!!!!! Κι ευχαριστώ πολύ για όσα μαθαίνω κοντά σας!!!! Την αγάπη μου και στους δύο!!!!!!

    Απάντηση
  6. Μάχη Τζουγανάκη

    Ευχαριστώ πολύ (να μαντέψω οτι ο Ανώνυμος είσαι εσύ Σοφία ή κάνω λάθος;) …και δε νομίζω οτι χρειάζεται κανείς να αναρωτιέται τι κάνει εδώ ανάμεσά μας. Δεν υπάρχει άτομο που να γράφει σε αυτή τη σελίδα και να μην έχει δώσει έργο διαλεχτό και αξιέπαινο. Αυτό κάνει και τη σελίδα τόσο όμορφη και τόσο δημοφιλή. Την καλησπέρα μου

    Απάντηση
  7. Νικος Γιαννοπουλος

    Ευχαριστώ για τα κολακευτικά σας σχόλια. Είναι η πρώτη μου λογοτεχνική συνάντηση κι ελπιζω ν ακολουθήσουν κι άλλες.

    Απάντηση
  8. Άννα Ρουμελιώτη

    Πραγματικά ότι και να πω θα είναι λίγο …. είναι μεγάλη η χαρά μου όταν διαβάζω τέτοια κείμενα… Εύγε και στους δυο σας!!

    Απάντηση
  9. Έλενα Σαλιγκάρα

    Πάρα πολύ όμορφο! Δέσατε αρμονικά 🙂

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!