Είναι φορές που οι κρυστάλλινες ψυχές,

διαλέγουν χάρτινα κορμιά να κατοικήσουν.

Σαν μυρωμένες ανοιξιάτικες πνοές,

που επέλεξαν σ’ ανήλιαγα σοκάκια να αρμενίσουν.

 

Σαν αερικά μες της ζωής την καταχνιά,

που απόκοσμη, γαλάζια άχλη τα κυκλώνει.

Άστρα καθρεφτισμένα σε θολά νερά,

και ηλιαχτίδες που έσβησαν σε λερωμένο χιόνι.

 

Άδολοι αμνοί ξεστρατισμένοι σε λύκων φωλιά,

βορά θεριών, που τέρπονται το άσπρο να ματώνουν.

Αγρίμια κι όρνια ορμούν να τους ξεσχίσουν τα φτερά,

με τόνους λάσπης το αλαβάστρινο λευκό τους κηλιδώνουν.

 

Το κρύσταλλο δεν διαβρώνει η βρομιά,

μαύρα φτερά στις πλάτες τους θα ξεφυτρώσουν.

Δεν είναι οι άγγελοι που θα φτωχύνουν τελικά,

όταν με χλεύη και με σαρκασμό τους στεφανώσουν.

 

Στο πυρ του άδη καίν’ τα χάρτινα δεσμά,

ο θάνατος με φυλακή γι’ αυτούς δεν μοιάζει.

Πάνω απ’ τις στάχτες τους καινούργια αυγή αναπηδά,

στη θέα της κάθε ψευτοθεριό της γης… λουφάζει.

 

_

γράφει η Βάσω Κώστογλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!