Select Page

Και οι άγγελοι φτώχυναν, της Μάχης Τζουγανάκη

Και οι άγγελοι φτώχυναν, της Μάχης Τζουγανάκη

 

 

 

...για το Βαγγέλη

 

Έτρεχε με τα χέρια στα αυτιά του. Προσπαθούσε να σταματήσει τις φωνές που άκουγε. «Κοίτα τον, ούτε αυτό δεν κατάφερε να κάνει! Μια αποτυχία σκέτη είναι!». Πίεσε κι άλλο τα αυτιά του και συνέχισε να τρέχει φωνάζοντας δυνατά να σκεπάσει ετούτες τις φωνές που μπερδεύονταν στο κεφάλι του. Δεν ήθελε άλλο να ακούει. Να φοβάται. Να πονάει.

-«Όχι άλλο, δε μπορώ άλλο, σταματήστε! Σταματήστε!» στρίγγλιζε κλαμένος.

Πίσω του ακολουθούσαν όλοι όσοι τον περιμέναν μα δεν του μιλούσαν. Τηρούσαν τις διαδικασίες και τις αποστάσεις. Έτρεχε πανικόβλητος. Ματωμένος και γεμάτος λάσπες, με το σώμα ταλαιπωρημένο. Τόσο μεγάλο ήταν το σκοτάδι στην ψυχή του που δεν τον άφηνε να δει το θαύμα γύρω του. Τα δέντρα γύρω του αρχίζαν να φυλλώνουν, το χώμα άρχιζε να ξεραίνεται. Ο βάλτος εξαφανίστηκε. Τα δάκρυά του, σαν πέφτανε πάνω στο χώμα, φτιάχνανε πανέμορφα κρινάκια. Μα εκείνος δεν έβλεπε, έτρεχε με τα μάτια σχεδόν κλειστά, τρομαγμένος.

-«Όχι δεν είμαι δειλός! Όχι! Αυτή τη φορά δε θα νικήσει κανείς σας!» φώναζε κρατώντας το μαχαίρι ψηλά, απειλώντας στον αέρα. Φοβόταν πως από ώρα σε ώρα θα εμφανιζόταν ένας από εκείνους για να τον χλευάσει που δεν κατάφερε ούτε αυτό να κάνει. Πως δεν κατάφερε ούτε να δώσει ένα τέρμα στην άθλια ζωή του. Κι έκλαιγε ακόμα περισσότερο.

Ξαφνικά μια λάμψη άσπρισε το τοπίο μπροστά του. Σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του σαστισμένος. Τίποτα δε θύμιζε το βαλτωμένο έδαφος που ήταν ξαπλωμένος πριν λίγο. Μωβ βοκαμβίλιες και πανέμορφα πλατάνια ξεπρόβαλλαν γύρω του, με τρεχούμενα νερά, σα να τα ζωγράφιζε κάποιος ετούτη τη στιγμή. Τριανταφυλλιές κρεμόντουσαν από μια πανέμορφη πέτρινη πόρτα. Το σπίτι που ξεπρόβαλλε ήταν τεράστιο. Άρχισε να περπατά σιγά προσπαθώντας να ξελαχανιάσει και να καταλάβει τι συμβαίνει. Δεν είχε ξαναδεί πιο ήσυχο τοπίο. Ήσυχο. Ασφαλές. Έτσι το ένιωσε. Άρχισε να ηρεμεί. Ούτε που ήξερε το λόγο αλλά οι παλμοί του σταμάτησαν το καστρινό*. Ένα ήσυχο αεράκι ακουμπούσε στο πρόσωπό του και του στέγνωνε τα δάκρυα.

Σταμάτησε να πονά. Κοίταξε το χέρι του και η πληγή είχε κλείσει. Τα αίματα εξαφανιζόντουσαν. Οι λεκέδες από το αίμα γινόντουσαν ολόασπροι. Σαν έφτασε κοντά στην πόρτα, δεν ήξερε τι να κάνει. Φοβόταν ακόμα. «Όνειρο θα ’ναι» σκεφτόταν. «Θα ξυπνήσω και πάλι να γυρίσω στο ρόλο μου. Εκείνου που τους κάνει όλους να χαχανίζουν!» Έκανε να κλάψει μα δε μπορούσε. Δεν έβγαινε τίποτα. Το σώμα του όλο αντιστεκόταν πια στον πόνο και το φόβο. Σα να άνθιζε και εκείνος μαζί με τούτο τον τόπο.

Με το κεφάλι κατεβασμένο, έτσι όπως είχε μάθει τελευταίως να περπατάει, πέρασε την πόρτα και έπεσε πάνω σε κάποιον. Τρόμαξε και έκανε δυο βήματα πίσω. Μπροστά του στεκόταν ένας όμορφος νέος μέσα στα άσπρα και του χαμογελούσε.

-«Καλώς ήρθες!» του είπε πιάνοντάς τον από την πλάτη. «Σε περιμέναμε» είπε και έδειξε τον κόσμο που τον ακολουθούσε πίσω του.

Γύρισε το κεφάλι προς τα πίσω και τότε τους είδε. Πανέμορφοι άγγελοι με τα φτερά τους, τα λευκά τους ρούχα και το ζεστό τους χαμόγελο. Μεγάλοι και μικροί. Τον κοίταζαν όλοι τους με αγάπη. Ο τόπος όλος γύρω του ένας πραγματικός Παράδεισος. Όπως τον είχε φανταστεί. Όπως επιθυμούσε να είναι. Μια πιτσιρίκα, ήρθε κοντά του χοροπηδώντας και τον έπιασε από το χέρι.

-«έλα, έλα!» του είπε γελαστά και τον τράβηξε μέσα στο σπίτι.

Φτάσανε μαζί έξω από ένα δωμάτιο, τον άφησε εκεί δίνοντάς του ένα φιλί στο λαβωμένο χέρι. Εκείνος προχώρησε δειλά στο δωμάτιο. Ένας άγγελος χωμένος μέσα σε ρολά από λευκά υφάσματα και κουτιά με ένα σωρό πούπουλα δούλευε και έτρεχε πέρα δώθε.

-«Ξέρω ξέρω… τρέχω σαν το διάολο!» είπε και ξεκαρδίστηκε! «Ναι το λέω σε όλους όσους πρωτοέρχονται τούτο το αστείο! Καλώς τον. Έτοιμο σε έχω. Έλα, να σε κάνω κούκλο γιε μου!» του είπε και τον τράβηξε από το χέρι

Μέσα σε λίγα λεπτά, φόραγε μια γυαλιστερή λευκή φορεσιά και στην πλάτη του ξεπρόβαλλαν πανέμορφα φτερά. Σαν βγήκε από το δωμάτιο, όλοι όσοι τον ακολουθούσαν έμειναν με ανοιχτό το στόμα θαμπωμένοι. Ύστερα, άρχισαν να ψιθυρίζουν για την ξεχωριστή το ομορφιά. Κάποιες μανάδες μόνο δάκρυσαν και κρύφτηκαν στο πλήθος για να μην τις δει κανείς.

-«Τώρα είσαι έτοιμος παλληκάρι μου… να ζήσεις όπως σου πρέπει!» του είπε ο νέος που τον είχε υποδεχτεί. «Εδώ που ήρθες, κανείς δεν πονά τον άλλον. Κανείς δε λαβώνει την ψυχή. Εδώ μονάχα ζούμε και συζούμε. Συζητάμε για τα όμορφα του τόπου μας, τραγουδάμε και γλεντάμε. Κι όσο μπορούμε, ρίχνουμε καμιά ματιά στον κόσμο εκεί κάτω και τους βοηθάμε. Μα δεν τα προλαβαίνουμε όλα, είπε και του χάιδεψε το χέρι με τη νέα του ουλή… Δυσκόλεψε ο κόσμος εκεί κάτω μικρέ μου… αγρίεψε... στέρεψε η αγάπη…»

Η καρδιά του άρχισε να χτυπά ήσυχα. Οι φωνές σταμάτησαν. Κοίταξε γύρω του το νέο του τόπο και χαμογέλασε. Και ύστερα ξεκαρδίστηκε σαν μικρό παιδί. Άρχισε να τρέχει στο χορτάρι με σηκωμένα τα χέρια ψηλά βγάζοντας παιδικές κραυγές. Ήταν ελεύθερος! Ελεύθερος! Το έλεγε και το ξαναέλεγε και τον κοιτούσαν τα παιδιά που είχανε μαζευτεί γύρω του και χοροπηδάγανε μαζί του.

Από μακριά, τον χάζευε ώρα σε ένα καφενείο με τσικουδιές και μεζέδες, ένας γλυκός Αρχάγγελος. Γέλαγε και έκλαιγε μαζί. Οι υπόλοιποι, που καθόντουσαν μαζί του, κάνανε το ίδιο. Δε χωράγανε λόγια. Πού να χωρέσουν. Μόνο ένας του ζήτησε να παίξει κάτι με την όμορφη λύρα του. Κάτι που να ταιριάζει. Άρχισε τότε να παίζει εκείνο το σκοπό που ανατριχιάζει, σιγανά για να μην τον ακούσει ο μικρός και χαλάσει την όρεξή του.

Σαν έφτασε στους παρακάτω στίχους, όλοι τους δάκρυσαν:

…της καρδιάς μου βασιλιά με τον ήλιο στα μαλλιά, μην περνάς τη χαρακιά η ζωή είναι πιο γλυκιά … **

Γύρισε τότε ένας από την παρέα και είπε δυνατά κοιτάζοντας το γελαστό παλληκάρι από μακριά:

-«Καλά έκανε και την πέρασε! Σήμερα κερδίσαμε έναν άγγελο. Πλούτισε κι άλλο ο τόπος μας!» και κατέβασε ένα ποτήρι τσικουδιά μονορούφι.

Γύρισε τότε και μια γυναίκα, μάνα πονεμένη και του ‘πε θλιμμένα:

-«Οι άγγελοι στη γη όμως φτώχυναν. Κάθε μέρα και πιο φτωχός ετούτος ο τόπος. Φευ...»

 

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

 

*καστρινός= γρήγορος κρητικός χορός
** στίχοι του Νίκου Γκάτσου από το «Έβαλε ο Θεός σημάδι», με μουσική του Ξαρχάκου και ερμηνεία από τον Αρχάγγελο της Κρήτης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

8 Σχόλια

  1. Ρούλα Κόζη

    Τα λόγια είναι απλά περιττά… Ζω στο Ρέθυμνο και η τραγωδία είναι ανείπωτη…Νιώθω οργή,θυμό, στεναχώρια,πίκρα και ένα “γιατί” τριγυρίζει συνέχεια στο μυαλό μου. Ολες αυτές τις μέρες συγκρατώ με δυσκολία τα δάκρυά μου. Τελικά κύλισαν,μήπως και έτσι ησυχάσω. Συνέχισε έτσι Μάχη, σ ευχαριστώ…

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Ως Ρεθυμνιώτισσα, ως Κρητικιά , ως μάνα και ως άνθρωπος κυρίως δε μπορώ να χωνέψω να φέυγουν έτσι παιδιά απροστάτευτα…έχουμε δημιουργήσει μια κοινωνία σκληρή, διεφθαρμένη σε όλους της τους τομείς και έχουμε φτιάξει παιδιά διαλυμένα. Μιλώ και για τα θύματα…αλλά και για τους θύτες…

      Απάντηση
  2. Βάσω Αποστολοπούλου

    “Δυσκόλεψε ο κόσμος εκεί κάτω μικρέ μου… αγρίεψε… στέρεψε η αγάπη…”

    Κι είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι αυτό… ΟΛΟΙ…
    Πολύ δυνατό, Μάχη μου… Καλό παράδεισο στο παλικάρι…

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας! Είμαστε υπεύθυνοι ΟΛΟΙ!

      Απάντηση
  3. Βαγγέλης Θερμογιάννης

    Εξαιρετικό δείγμα γραφής από έναν άνθρωπο με ιδιαίτερο συναισθηματικό κόσμο. Με συγκινήσατε. Σας ευχαριστώ…

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σας ευχαριστώ πολύ. Οι καιροί που ζούμε πληγώνουν…χάνουμε αγγέλους εδώ κάτω κι αυτό δημιουργεί έντονα συναισθήματα για τον τόπο μας και κυριως για τους ανθρώπους…

      Απάντηση
  4. Μάρθα Δήμου

    Πολύ συγκινητικό Μάχη μου! Η απόδοσή σου γλυκαίνει την πίκρα του θανάτου!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!