Καλοκαίρι.

Ξυπόλητο γράφει στην άμμο τ’ όνομά του,

χωρίς θυμό που κάποιο κύμα θα το σβήσει

και πάλι απ’ την αρχή θα ξαναγράψει.

Εφήμερα τα γέλια που σκορπάει,

σαν τις βαρκούλες τις μικρές

με τις πολύχρωμες σημαίες,

που ο πρώτος ο βοριάς θαλασσοπνίγει,

εκεί που νόμισαν απανεμιά πως βρήκαν.

Μου αρέσει όμως, γιατί ξέρει ν’ αλητεύει,

κρυμμένο μες στα πράσινα τα φύκια,

νοτιάς ο αέρας που αναπνέει,

φως ανασαίνει άπλετο, λευκό,

μοιράζοντάς το σε παράθυρα ανοιχτά.

Διψώντας τριγυρνάει στους δρόμους,

με το’ να χέρι αντήλιο και τ’ άλλο χούφτα

τη δροσιά για να μαζεύει, στα πανηγύρια των χωριών,

πραματευτής του ήλιου.

Ατίθασο, μ’ αλμύρα ποτισμένο,

ψάρι που σπαρταράει μέσα στο δίχτυ,

του φεγγαριού μαντίλι μεταξένιο,

στη νύχτα χάρισμα, την πιο μεγάλη.

Μπλεγμένο σε χορδές και σε τραγούδια,

με βήμα τρανταχτό χτυπάει το χώμα

και χορεύει.

 

_

γράφει η Μαριάνθη Πλειώνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!