τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Καντηλανάφτης

Καντηλανάφτης

Πήρε την απόφαση να γυρίσει στο χωριό του τη μέρα που πάντρευε την μικρή του κόρη, την ωραία του Ελένη.

Εκεί στα τελειώματα της φιέστας, της δεξίωσης όπως έλεγε με καμάρι η γυναίκα του η Τασούλα που τα τελευταία χρόνια είχε αυτό-βαπτιστεί Τέση ή Τες στο πιο σύντομο το πιο αμερικάνικό του. Στα τελειώματα της μάζωξης για την γάμο της μικρής του λοιπόν κι ενώ η ορχήστρα έπαιζε το «Με γελάσανε τα πουλιά της άνοιξης τα αηδόνια» αγαπημένο τραγούδι της πατρίδας του, πήρε την μεγάλη απόφαση.

Την πήρε και τη σφράγισε σφουγγίζοντας με το μαντίλι του ένα του δάκρυ που κόντευε να τον εκθέσει… ευτυχώς που εκείνη την ώρα ασχολούνταν όλοι με τη νύφη, την όμορφη Ελένη του.

Με το που γύρισαν στο σπίτι τους εκείνο το χάραμα ετοίμασε τη βαλίτσα του, ειδοποίησε τους σεκιουριτάδες του τον Μήτσο και τον Χριστόφορο για το επερχόμενο ταξίδι τους και έκλεισε τα μάτια του για να ξεκουραστεί. Να τον γλυκοπάρει ο ύπνος για λίγο, εκεί στον καναπέ, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, μπροστά από την μεγάλη τι-βι το καινούργιο απόκτημα της Τες.

Θα τους έπαιρνε μαζί του… η Τασούλα, η Τέση ή Τες, του είχε δηλώσει πως εκείνη την εποχή ήταν πολύ μπίζι και δεν θα τον συνόδευε, οπότε ήθελε να έχει κάποιον δικό του σε αυτό το ταξίδι.

Κι ο Μήτσος μαζί με τον Χριστόφορο μετά την οικογένειά του ήταν οι πιο δικοί του… ή ποιος ξέρει, στα συναισθήματα και τα συναισθηματικά δεν χωρούσε βλέπεις ζύγι… με τόσα που τους έδεναν και όσα είχαν μοιραστεί οι τρείς τους, ίσως τελικά να ήταν και οι πιο δικοί του! Τους είχε κοντά του, στη δούλεψη του πάνω από τριάντα χρόνια. Εκείνος ήταν εδώ, στην Αμερική… για κάτσε αλήθεια πότε είχε έρθει; Στην αρχή, τότε που είχε πρωτόρθει, θυμόταν πως μετρούσε μέρα τη μέρα, αργότερα όμως οι μέρες περίσσεψαν τόσο, που τις έχασε στο μέτρημα.

Αλλά ναι, θυμόταν την ημερομηνία που είχε έρθει κι οι ημερομηνίες δεν έκαναν ποτέ λάθος… το εξήντα επτά ήταν. Το καλοκαίρι του εξήντα επτά και τώρα είχαν δύο χιλιάδες δέκα επτά.

Πενήντα ολόκληρα χρόνια! Ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τρία…

Όταν είχε φύγει από το μικρό χωριό του Έβρου για να πάει με πρόσκληση σε έναν μακρινό του θείο στην Αστόρια, μόλις είχε γυρίσει από το στρατιωτικό του και τώρα τα είχε καβατζάρει για τα καλά τα εβδομήντα του.

Ακόμα θυμόταν εκείνη τη μέρα. Την μέρα της μεγάλης απόφασης… έμοιαζε με τούτη και κείνη. Είναι αλλιώτικες οι μέρες των αποφάσεων μέχρι και τα χρώματά τους είναι πιο βαθιά πιο έντονα. Θέλουν δύναμη, θάρρος, τσαγανό και μαγκιά οι αποφάσεις.

Είχε μόλις τελειώσει το στρατιωτικό του και δεν έβλεπε πουθενά μέλλον. Τα χωραφάκια τους κάτι λίγα στρέμματα και τα στόματα στο φτωχικό τους πολλά. Η μάνα, οι τρεις αδερφές του και ένας μικρότερος αδερφός που ήταν δεν ήταν στα δεκαοκτώ. Πατέρα δεν είχαν, είχε περάσει στο παραπέτασμα και ζούσε από το σαράντα εννιά στην Ουγγαρία. Έτσι είχαν μάθει δηλαδή, δεν ήταν και σίγουρο, δεν είχε επικοινωνήσει ποτέ μαζί τους. Η μάνα του φυσικά τον ήθελε εκεί, κοντά της. Ήταν και ένας έρωτας, οπότε παρότι δεν έβλεπε μέλλον, προσπάθησε να μείνει στο χωριό του.

Τότε ήταν που έμαθε η μάνα του από μια γειτόνισσά τους πως γύρευαν στην εκκλησιά τους καντηλανάφτη και του έφαγε τα αυτιά να περάσει από τον πάτερ Βασίλειο για να πάρει τη θέση. Δεν είχε μεγάλο μεροκάματο, μα με τα τυχερά και τα χωραφάκια τους θα τα βόλευαν και θα τον είχε κοντά της.

Πέρασε, μίλησε με τον παπά και εκείνος του υποσχέθηκε να το σκεφτεί. Ήταν που είχε ζήτηση η «θέση» του την είχανε γυρέψει λέει κι άλλοι, πολλοί κι ήθελε λίγο χρόνο για να τα ζυγίσει.-Ίσως εδώ να χωράει καλύτερα το ζύγι…-

Τέλος πάντων να μην τα πολυλογούμε την θέση την πήρε ο Θοδωρής της κυρά Μαρίκας. Ένεκα που η Μαρίκα κι η παπαδιά τα είχαν καλύτερα, που ο πατέρας του Θεόδωρου -όπως τον αποκάλεσε ο πάτερ- δεν ήταν κουμουνιστής κι ο ίδιος είχε βγάλει λέει και τρεις τάξεις από το γυμνάσιο. Σε αυτό το τελευταίο μάλιστα στήριξε και την απόφασή του! «Ε… πώς να το κάνουμε» του είπε «έχει βγάλει και το γυμνάσιο κι αυτό δεν μπορούμε να το παρακάμψουμε».

Τι να πεις… τί μπορείς να πεις;

Του κακοφάνηκε όσο δεν λέγεται… απ’ τη μια η μάνα, απ’ την άλλη ο ρημάδης ο έρωτας για την Αγγελική του, φαρμακώθηκε… δεν ήθελε να φύγει.

Και κει πάνω στη φωτιά έφτασε και το γράμμα από τον μακρινό του θείο από την Αμερική.

Για λίγο σκέφτηκε. Μίλησε και της κοπέλας του… «Για λίγο κορίτσι μου» της είπε. «Κάμε λιγάκι υπομονή κάνα δυο χρονάκια, ίσα να κάμω ένα μικρό κομπόδεμα και θα έρθω πίσω, για να ‘χω και μούτρα να σε γυρέψω. Γιατί πώς, πώς αλλιώς; Με τί μούτρα να ‘ρθω στον πατέρα σου; Θα με πετάξει έξω και θα έχει και δίκιο!»

«Μ’ αυτά που αγαπάω», ήθελε να του φωνάξει εκείνη μα δεν μίλησε, έσκυψε μόνο το κεφάλι της και χώθηκε για τελευταία φορά στο στέρνο του.

Έφυγε! Έφυγε και δεν ξαναγύρισε!

Πρώτα δούλεψε για τις αδερφάδες του… ύστερα για να ανοίξει συνεργείο αυτοκίνητων στον μικρό και τέλος για τον εαυτό του. Μα τα χρόνια πέρασαν κι ο έρωτάς του ξέφτησε. Ξέφτησε σαν την μικρή εβδομαδιαία φωτογραφία της Αγγελικής του. Και κείνη, του το γράψε η μάνα του, δεν άντεξε, πάνω στα πέντε χρόνια από το φευγιό του παντρεύτηκε.

Καλά έκανε. Δίκιο είχε. Περνάει η ζωή με μια εβδομαδιαία φωτογραφία στο προσκέφαλο;

Δούλεψε αυτός δίπλα στον θείο του που όταν πέθανε έτσι άκληρος που ήταν, του άφησε το μπακάλικο της σημερινής του αλυσίδας και την ευχή του να παντρευτεί σύντομα και μάλιστα Ελληνίδα… Και βρήκε τότε την Τασούλα, ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που όλα πάνω του από τις κουβέντες ως και την ομορφάδα του μαρτύραγαν πατρίδα και την παντρεύτηκε.

Άλλο τώρα που με το πέρασμα του χρόνου η Τασούλα άλλαξε κομματάκι κι έγινε Τέση ή Τες… Χαμογέλασε την αγαπούσε την γυναίκα του κι είχε περάσει καλά μαζί της. Αγγελικούλα φυσικά δεν ήταν, όμως είπαμε ήταν πατρίδα… ήταν το λιμάνι του, η ψυχή του!

Δέκα μέρες φύλαγε η βαλίτσα του γεμάτη.

Ως που να τα τακτοποιήσει όλα γύρω του και να φτάσει στο χωριό του είχαν περάσει δέκα ολόκληρες μέρες.

Και έφτασε. Με μια λιμουζίνα από εδώ ίσα με κει… (και τους σεκιουριτάδες του δίπλα του) ήρθε κι άραξε στην αρχή στο πατρογονικό του, μετά στον τάφο της μάνας και της Αγγελικούλας του, είχε φύγει νωρίς… (οι άγγελοι λένε πως δεν τον αντέχουν τούτο τον κόσμο και φεύγουν για τον παράδεισό τους από νωρίς) και τέλος στο καφενείο του χωριού στην πλατεία.

Και μαζευτήκαν τότε όλοι οι χωριανοί του γύρω του και δεν έσωναν οι αγκαλιές, οι κουβέντες, τα δάκρυα κι οι ρακές.

Κι ας είχαν περάσει πενήντα χρόνια κι ας είχαν αλλάξει όλοι κι ας έλειπαν οι μισοί. Κι ας είχε μετονομαστεί κι αλλάξει περισσότερο από όλους o ίδιος κι από φτωχός Παύλος Παπαδούδης που ήταν τότε, είχε γίνει ο πλούσιος με την τεράστια αλυσίδα ‘’Greek Delikatessen’’ Paul Papas…

Κι εκεί πάνω στις χαρές και την κουβέντα πέταξε ο Χρήστος, το φιλαράκι του «Α… ρε Παύλο σκέψου τι θα γινόσουν αν είχες βγάλει και το γυμνάσιο!»

«Καντηλανάφτης» του απάντησε χαμογελώντας (λίγο πικρά) εκείνος «Καντηλανάφτης!»

 

 

«Η ιστορία όσον αφορά την ‘’θέση’’ του καντηλανάφτη, την Αμερική και το χωριό του Έβρου είναι αληθινή, όλα τα υπόλοιπά είναι προσμίξεις … ξέρετε για να βγει το stori…»

_

γράφει η  Σοφία Ντούπη

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εκπαιδευτικά βιβλία

Ημερολόγιο 2020

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος