Κατακόκκινο κεράσι

19.09.2020

Σηκώθηκα απρόθυμα το πρωί… τέντωσα τα χέρια μου, χασμουρήθηκα και σύρθηκα ως τo μπάνιο. Άλλη μια καινούργια μέρα ξεκινάει, σκέφτηκα. Ε και;…. καινούργια μέρα! Λες και πρόκειται να συμβεί κάτι καινούργιο αυτή τη μέρα. Όλα είναι προδιαγεγραμμένα. Θα σηκωθώ, θα πάω για δουλειά, θα  ασχοληθώ με τις συνηθισμένες ανιαρές  υποθέσεις  μου, θα γυρίσω σπίτι, θα φάω το μεσημεριανό μου, θα χαζέψω λίγο στο ιντερνέτ, λίγο στην τηλεόραση και θα πέσω να κοιμηθώ.

Μ’ αυτές τις σκέψεις σηκώθηκα εκείνο το πρωινό. Τίποτα δεν προμήνυε τι θα βίωνα εκείνη τη μέρα. Ήταν η πρώτη του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2018, ημέρα της εβδομάδος Πέμπτη και ώρα 15:35 κι εγώ οδηγούσα το αυτοκίνητό μου, επιστρέφοντας στο σπίτι μου. Στο ραδιόφωνο φλυαρούσε ο εκφωνητής πάλι λέγοντας ανούσιες «χιουμοριστικές» ανοησίες και χαχάνιζε μόνος του σα να μας έλεγε…. «γελάστε, δεν ακούτε τα αστεία που λέω; για σας τα λέω, για να σας φτιάξω τη διάθεση» και καθώς διάβαζα τις λέξεις πίσω από τις λέξεις του εκφωνητή (πάντα μ’ άρεσε να το κάνω αυτό), ένα περίεργο φως με τυφλώνει στιγμιαία! Κάνω σκιά με το χέρι μου να δω από πού προέρχεται αλλά μάταια, είναι τόσο δυνατό που μ’ έχει τυφλώσει. Σταματάω στην άκρη το αυτοκίνητο κι ανοιγοκλείνω τα μάτια μου για να συνέλθω από το πολύ δυνατό φως … «τι έπαθα;» αναρωτιέμαι. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα σκιουράκι να με κοιτάει κατάματα. Θα ορκιζόμουν πως κάτι ήθελε να μου πει, είμαι σίγουρη πως μου χαμογελούσε κιόλας, μ’ ένα περίεργο ανθρώπινο χαμόγελο γεμάτο υπόσχεση, ύστερα χάθηκε πίσω από τους θάμνους που υπήρχαν στην άκρη του δρόμου. Βγήκα από τ’ αυτοκίνητό μου και χώθηκα κι εγώ στους θάμνους χωρίς να ξέρω τον λόγο.

Απίστευτο! Το μυαλό μου προσπαθεί να συλλάβει τι έγινε; Τράκαρα κι έφυγα από τον μάταιο τούτο κόσμο; Είμαι σε κώμα; Ονειρεύομαι; Τι έγινε; Τι γίνεται; Βρέθηκα ξαφνικά σ’ έναν παράξενο τόπο, εκθαμβωτικά φωτεινό, γεμάτο κερασιές στολισμένες με αστραφτερά κατακόκκινα κεράσια που σε προκαλούν να τα γευτείς. Ακούγονται παντού υπέροχες μελωδίες από το κελάηδισμα καλλίφωνων  πτηνών  που βρίσκονται εκεί για να με καλωσορίσουν. Στο βάθος διακρίνω μία πηγή όπου αναβλύζει άφθονο γάργαρο, κρυστάλλινο νερό και σχηματίζει ένα πανέμορφο ποταμάκι. Το ποταμάκι αυτό διασχίζει την καταπράσινη κι ανθοστόλιστη κοιλάδα, η οποία απλώνεται τριγύρω και περνάει από κάτω μου, βρέχοντας τα γυμνά μου πόδια. Είμαι καθισμένη σ’ έναν κορμό δέντρου που γέρνει πάνω από το ποτάμι λες και θέλει να ξαπλώσει στο δροσερό νερό. Η ευωδία από τα αμέτρητα λουλούδια είναι μεθυστική κι εγώ αποσβολωμένη απολαμβάνω το δροσερό αεράκι που φυσάει στο πρόσωπό μου, όταν ξαφνικά τη  βλέπω μπροστά μου! 

Μία παρουσία με ακαθόριστη μορφή, έμοιαζε λίγο με τη μητέρα μου, όταν ήταν νέα κι όμορφη και μου χαμογελούσε καθώς με κοιτούσε στα μάτια και σαπούνιζε το κορμάκι μου, ενώ εγώ χτυπούσα μ’ ενθουσιασμό το νερό με τα χεράκια μου και την έκανα μούσκεμα. Έμοιαζε λιγάκι με την παιδική μου φίλη, με την φαρδιά πράσινη κορδέλα στα ξανθά μαλλιά της, που γελούσε με κάτι αστείο  που είπα και με κοιτούσε μ’ εκείνο το βλέμμα της πλήρους αποδοχής. Ήταν κάπως  σαν τον πρώτο μου έρωτα, σαν αυτό το ξανθό αγοράκι με τα γαλάζια μάτια που με κοιτούσε κι η ανάσα μου κοβόταν. Μου θύμιζε λίγο τον άντρα της ζωής μου να με κοιτάει στα μάτια μ’ όλη εκείνη την αγάπη καθώς πονούσα λίγο πριν τον τοκετό. Είχε το βλέμμα της κόρης μου που με κοιτούσε ευθεία κατάματα με τα μεγάλα φωτεινά της μάτια και χαμογελούσε πλατιά μόλις άνοιγα τα μάτια μου το πρωί, σα να περίμενε από ώρα να ξυπνήσω με ανυπομονησία. Όλες αυτές οι ματιές σε μία… ήταν κάτι το απερίγραπτο, που με πλημύρισε χιλιάδες ευχάριστα συναισθήματα… 

«Τι μου συμβαίνει;» Ρώτησα δειλά. «Μην ανησυχείς» μου απάντησε η οπτασία μπροστά μου. «Θέλω να σου κάνω ένα δώρο, αυτό είναι όλο». «Δώρο; Γιατί; Ποιά είσαι; Βασικά, τί είσαι;» Η αύρα χαμογέλασε γλυκά. «Θα δεις, θα καταλάβεις από μόνη σου», μου είπε. «Τώρα πες μου μια μέρα της ζωής σου που θυμάσαι και θα ήθελες να την ξαναζήσεις».  Στο άκουσμα της ερώτησης άρχισα αυτόματα να ανατρέχω στις αναμνήσεις μου κι αυτές προβάλλονταν στην οθόνη του μυαλού μου σαν ταινία που τη γυρίζεις πίσω γρήγορα και χιλιάδες στιγμές  εναλλάσσονται ανά δευτερόλεπτο. 

Θυμήθηκα τότε που ήμουν στο αυτοκίνητο και μου ‘δειξε ο μπαμπάς μου τις μάρκες του λούνα πάρκ και πανηγύριζα από χαρά κι ενθουσιασμό. Είδα τον εαυτό μου να γλύφει αλάτι από τη χούφτα μου. Με είδα στο κρεβάτι να χαχανίζω λίγο πριν πέσω για ύπνο με τ’ αδέρφια μου. Με είδα να προσπαθώ ν’ ανέβω στα σχοινιά της πλατείας για να φτάσω στην κορυφή όπως τα άλλα παιδιά. Θυμήθηκα τη λαϊκή αγορά που γινόταν ακριβώς έξω από το σχολείο μου κι εγώ με τη φίλη μου κρεμασμένες στα κάγκελα αγοράζαμε κάστανα, είδα να σκάνε τα κάστανα μέσα στην τάξη γιατί τα βάλαμε πάνω στη σόμπα χωρίς να τ’ ανοίξουμε και πεθάναμε στα γέλια. Είδα τον πατέρα μου γερό, δυνατό, να δένει μία αυτοσχέδια κούνια στη μεγάλη μουριά που δεσπόζει στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς μου, στο χωριό. Είδα να κάνουμε καραβάκια με το κουφάρι  της κολοκύθας με την οποία πιο πριν μας έκανε λαχταριστή πίτα η γιαγιά και να τ’ αφήνουμε να ταξιδεύουν στο ποταμάκι κάτω από το σπίτι. Είδα να τρέχω μέσα στη βροχή και να γελώ. Είδα να πλατσουρίζουμε στη θάλασσα, να πιτσιλιόμαστε και να γελάμε με τ’ αδέρφια και τους γονείς μου, με τις φίλες μου, με τον έρωτά μου. Με είδα να γλιστρώ μ’ ένα αυτοσχέδιο έλκηθρο στο χιόνι ξεκαρδισμένη στα γέλια, ενώ τ’ αδέρφια μου με περίμεναν στο τέλος της κατηφόρας, με μια τεράστια ποσότητα χιονιού στα χέρια, έχοντας αυτή την παιχνιδιάρικη χαμογελαστή όψη κι εγώ μη μπορώντας να αποφύγω τις χιονόμπαλες που έπεφταν πάνω μου να τσιρίζω από χαρά. Είδα εκείνο το πρώτο αμήχανο φιλί στο στόμα κάτω από τον έναστρο ουρανό. Με είδα να χορεύω ασταμάτητα και να ιδρώνω.  Με είδα να προσπαθώ να συγκρατηθώ με πολύ κόπο να μη γελάσω μεσ’ την τάξη. Άκουσα τις ανόητες ατάκες που πετούσαμε με την παρέα μου στο λύκειο και γελούσαμε μέχρι δακρύων, ατάκες που μόνο εμείς καταλαβαίναμε τη σημασία τους. Με είδα να γυρίζω ξημερώματα σπίτι τραγουδώντας. Είδα να χορεύω αγκαλιά με τον έρωτα μου κι η καρδιά να πάλλεται πανικοβλημένη λες και δεν άντεχε τόσο συναίσθημα που χυνόταν στις φλέβες της. Με είδα ντυμένη νυφούλα να χορεύω τον πρώτο μου χορό με τον καλό μου συγκινημένη. Ήμουν στο μαιευτήριο και κρατούσα το πολύτιμο μικρό πλασματάκι στην αγκαλιά μου. Ήμουν στην παραλία κι έβλεπα εκστασιασμένη τον ήλιο της ανατολής ζεστό , κατακόκκινο , μαγικό! Άκουσα εκείνο το πρώτο γέλιο του μωρού μου που πλημμύρισε την καρδιά μου ζεστασιά και γέμισε δάκρυα χαράς τα μάτια μου.

Περνούσαν μυριάδες αναμνήσεις από μπροστά μου, κατάκλυζαν το μυαλό μου, την ψυχή μου, το είναι μου και δεν μπορούσα να σταματήσω σε κάποια στιγμή, να ξεχωρίσω κάποια μέρα που θα ήθελα να ξαναζήσω, για την ακρίβεια θα ήθελα να ξαναζήσω άπειρες στιγμές της ζωής μου! Κόμπιασα… «δεν ξέρω» είπα. «Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω, θέλω να τις ξαναζήσω όλες…. ή μάλλον  τώρα που το σκέφτομαι δε θα ‘ θελα να ξαναζήσω καμία!» «Καμία; Πώς αυτό; Δεν υπάρχει καμιά ημέρα που θα ήθελες να ξαναζήσεις;» Με ρωτάει η ύπαρξη… «καμιά μέρα σου δεν άξιζε;»…. «όχι, όχι, αντιθέτως! άξιζαν τόσες πολλές που δεν ξέρω ποιά να διαλέξω, νομίζω τελικά πως άξιζαν όλες!». «Όλες; Ακόμη κι οι στενάχωρες; Κι οι ανιαρές;» , «Ναι! Όλες!» απάντησα κι ήταν σα να συνέβη κάτι μέσα μου, σα να αντίκρισα ξαφνικά την αλήθεια, αντίκρισα μια αλήθεια που είχα μέσα μου αλλά δεν την έβλεπα. Ένιωσα μια απερίγραπτη χαρά και μία ανεξήγητη επιθυμία και λαχτάρα να ζήσω κι άλλες μέρες κι άλλες στιγμές! Ναι όλες μου οι μέρες άξιζαν, όλες μου έμαθαν κάτι. Ακόμη κι οι ανιαρές ήταν απαραίτητες για να κάνουν τις άλλες πιο όμορφες και ξεχωριστές! Είχαν μια γλύκα κι αυτές… μια γλυκιά πλήξη! 

«Χαίρομαι για τη σοφή σου απάντηση», είπε η αέρινη μορφή και καθώς εξαφανιζόταν απαλά, άκουσα ξαφνικά έναν περίεργο γνώριμο ήχο… τικ-τακ τικ-τακ τικ-τακ με σταθερό ρυθμό. Άνοιξα τα μάτια μου, η φωνή του εκφωνητή που ακουγόταν στο βάθος δυνάμωνε στ’ αυτιά μου. Παρατήρησα , ένα σχολικό λεωφορείο που ήταν παρκαρισμένο μπροστά μου.  Είχε όμορφη διακόσμηση, με καταπράσινα δεντράκια, δροσερά ποταμάκια, πολύχρωμα πουλάκια κι ένα χαριτωμένο χαμογελαστό σκιουράκι που ήταν σχεδιασμένο έτσι σα να σε κοιτάει στα μάτια χαμογελώντας, θέλοντας να σου γνωρίσει έναν υπέροχο κόσμο! «Είστε καλά;» με ρώτησε ένας κύριος έξω από το παράθυρο. «Ναι καλά είμαι» , είπα, ευχαριστώ. Ανασηκώθηκα λίγο στη θέση μου, είδα το ρολόι, η ώρα ήταν 15:37!  «Σας είδα που σταματήσατε απότομα στην άκρη κι ανησύχησα», είπε ο γλυκύτατος  ηλικιωμένος κύριος. Χαμογέλασα ευγενικά. «Ευχαριστώ», είπα,. «Είμαι μια χαρά. Μια μικρή ζάλη ήταν μόνο».

Ήπια λίγο νερό, έβαλα μπρος και συνέχισα το δρόμο μου. «Τι ήταν όλο αυτό;» αναρωτήθηκα! «Είναι δυνατόν να με πήρε ο ύπνος στα καλά καθούμενα;»  Ό,τι κι αν ήταν πάντως μου άφησε ένα χαμόγελο στα χείλη και μια γλυκιά γαλήνη στην ψυχή. Ήμουν σταματημένη στο φανάρι και χαμογελούσα μόνη μου, στον εαυτό μου…. Θα έπαιρνα όρκο πως ο ουρανός ήταν πιο λαμπερός και πιο γαλάζιος από πριν.  Είχα μια απίστευτη όρεξη για ζωή! Ήθελα ν’ αρχίσω  να χορεύω , να τρέχω, να χοροπηδώ και τραγουδούσα δυνατά το τραγούδι που έπαιζε στο ραδιόφωνο. «Δεν πάω καλά» σκέφτηκα… «μάλλον γερνάω κι αρχίζω να τα χάνω» είπα μέσα μου και πατώντας το γκάζι με δύναμη, βλέπω με την άκρη του ματιού μου να κυλάει από το ταμπλό του αυτοκινήτου και να πέφτει στο κάθισμα του συνοδηγού ένα κατακόκκινο αστραφτερό κεράσι!

_

γράφει η Ράνια Σιαμορέλη

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Η δίψα

Η δίψα

-Μαμά, γιατί εγώ δεν πάω σχολείο σαν όλα τα παιδιά; -Σε ποιο σχολείο; -Να, εδώ που είμαστε τώρα. Βλέπω κάθε μέρα τα παιδιά με τις τσάντες τους που πάνε και θα ήθελα να πάω κι εγώ. -Δεν σε καταλαβαίνω... Άσε τις κουβέντες να δούμε πώς θα περάσει κι η σημερινή μέρα. Και...

Χειροπιαστά όνειρα

Χειροπιαστά όνειρα

Το δωμάτιο άδειο. Δυο πολυθρόνες ορφανές, αντικριστά. Τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες, οι τοίχοι δίχως κάδρα. Γκρι τοίχοι, σπατουλαρισμένοι. Κανένα ψεγάδι πάνω τους. Και τα παράθυρα με τζάμια τόσο καθαρά που περιμένεις τον αέρα ή την κάψα. Τα κανάτια κλειστά αφήνουν...

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής της. Κάθεται σε μια γωνιά, στην κυριολεξία, για να μην ενοχλεί. Σέβεται τα «θέλω» και τις ανάγκες των άλλων κι όμως… Πού πήγε η «ικανότητά» της να μπορεί να επικοινωνεί με όλους; Τι έγινε; Γέρασε κι έχασε αυτό το χάρισμα; Μέχρι και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου