τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Κόκκινο μονοπάτι

Κόκκινο μονοπάτι

Το φεγγάρι δεσπόζει στο νυχτερινό ουρανό κατακόκκινο, τεράστιο. Σε κοιτά από το βάθος του ορίζοντα. Σε καλεί. Στρωμένος ο δρόμος, φωτεινός, πάνω στη θάλασσα που στέκεται ακίνητη, έτοιμη να σε δεχτεί.

Βγάζεις με αργές τελετουργικές κινήσεις τα ρούχα σου, ένα ένα, δίνοντας στο καθένα το χρόνο να σε αποχαιρετήσει. Πρώτα το πουκάμισο, το αγαπημένο σου λευκό πουκάμισο. Το διπλώνεις προσεκτικά και το ακουμπάς στην άμμο μπροστά στα πόδια σου. Τα παπούτσια. Τα βάζεις μπροστά να σε βλέπουν που θα φεύγεις. Χώνεις μετά τις κάλτσες μέσα, να μη χαθούνε. Διπλώνεις κατόπιν το τζιν και το τακτοποιείς κι αυτό πάνω στο πουκάμισο. Τελευταίο το εσώρουχο, το κρύβεις μέσα στο παντελόνι.

Το φεγγάρι χαμογελά στη θέα του γυμνού κορμιού σου, καθώς στέκεσαι στην ακροθαλασσιά. Χαμογελάς και συ. Το νερό κρύο, μα δεν σε νοιάζει. Προχωράς με σταθερά βήματα κι όταν φτάνει κάπου στη μέση, βουτάς στο κόκκινο μονοπάτι.

Τα νερά γύρω σου λάμπουν με ένα απόκοσμο αιμάτινο φως καθώς κολυμπάς προς τη μεγάλη φωτεινή σφαίρα, που σε προτρέπει να την πλησιάσεις, να την αγγίξεις. Γύρω σου σιωπή. Ο μόνος ήχος, οι παφλασμοί από τις απλωτές σου. Ήσουν καλός κολυμβητής στα νιάτα σου. Στα νιάτα σου!

-Είστε νέος ακόμη, αγαπητέ μου, μπορείτε ασφαλώς να δημιουργήσετε οικογένεια. Δεν σας πήραν και τα χρόνια.

Καλός άνθρωπος ο κύριος καθηγητής. Έμενε στο διπλανό διαμέρισμα. Η γυναίκα του είχε συγχωρεθεί εδώ και χρόνια. Τα παιδιά του, στο εξωτερικό. Πήγαν για σπουδές και δεν γύρισαν ποτέ. Στην αρχή έρχονταν κάθε καλοκαίρι. Εκεί να δεις! Πανηγύρι! Ο κύριος καθηγητής, αγόραζε για όλους δώρα. Και προπάντων για τα εγγονάκια του. Όλο το χρόνο μάζευε και το τελευταίο λεπτό, για να μπορέσει να “βγει ασπροπρόσωπος” στις νύφες του. Να μην φανεί η φτώχεια του…

Έχει χρόνια τώρα που μιλάνε μόνο στο τηλέφωνο. Έκανε και προφίλ στο facebook.

-Για να βλέπω τι κάνουν. Μου λείπουν.

Η φωνή του σπάει αλλά η αξιοπρέπειά του δεν τον αφήνει.

-Με συγχωρείς. Έχω αφήσει το φαγητό στο φούρνο. Να φάμε κάποια στιγμή μαζί. Καλό μεσημέρι.

Ίσως θα έπρεπε να του είχες χτυπήσεις εσύ την πόρτα κάποια μέρα. Δεν το έκανες. Ποτέ δεν σου άρεσαν ιδιαίτερα οι κοινωνικές συναναστροφές.

Η καρδιά σου χτυπάει πλέον δυνατά. Γυρνάς ανάσκελα, αφήνοντας το σώμα σου στην αγκαλιά της θάλασσας. Και κείνη, ευγενικά σε κρατά στην επιφάνειά της.

Η σελήνη είναι πιο όμορφη από ποτέ. Μπορείς να διακρίνεις κάθε σκιά, κάθε γραμμή στο πρόσωπό της. Δεν κρύβεται. Σου αποκαλύπτεται έτσι ακριβώς όπως είναι. Κανένα φτιασίδι, τίποτα ψεύτικο. Νιώθεις το φως της να σε τυλίγει σαν χάδι ερωτικό. Αφήνεσαι.

-Μ΄ αρέσει να περιεργάζομαι τις γραμμές του προσώπου σου.

Η Αρετή ήταν ξαπλωμένη πάνω σου, με το πρόσωπό της λίγα εκατοστά από το δικό σου.  Τα δάχτυλά της χάιδευαν απαλά τις ρυτίδες γύρω από το στόμα σου.

-Η γραμμή των χειλιών σου έχει κλίση προς τα κάτω. Δεν χαμογελάς συχνά. Κρίμα. Σου πάει. Αλήθεια. Κι εδώ, στο φρύδι δίπλα. Μια ουλή. Γυαλί ήταν;

-Γυαλί, της απάντησες.

-Τι έκανες; Πέρασες από τζαμαρία; Σαν το Βέγγο;

-Περίπου.

Το σημάδι ενός θριάμβου! Ήσουν δεν ήσουν 9 χρονών. Πηδούσες τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Τέσσερα μαζί. Πέντε. Έξι. Εφτά! Εφτά ολόκληρα σκαλιά! Μόνο που δεν υπολόγισες την ορμή ενός τέτοιου κατορθώματος. Έσκασες με τα μούτρα πάνω στη λαμαρίνα της εξώπορτας. Το τζάμι που κάλυπτε το πάνω μισό της πόρτας θρυμματίστηκε και σκόρπισε σαν βροχή πάνω σου. Η κυρά Θεώνη, από το ισόγειο, έτρεξε πανικόβλητη. “Ωχ, πάλι ζημιά έκανα”, σκέφτηκες. Μόνο όταν είδες τα αίματα στην πετσέτα της, κατάλαβες ότι ο άθλος σου θα έπρεπε να παραμείνει κρυφός για αρκετό καιρό.

Από τότε, κάθε σου μεγάλη επιτυχία σού φέρνει στο στόμα εκείνη την αλμυρή μεταλλική γεύση του αίματος.

-Επιτυχία, ψιθυρίζεις με πικρό χαμόγελο.

Όλη σου η ζωή αφιερωμένη στο κυνήγι της επιτυχίας. Θυσίασες τα πάντα στο βωμό αυτής της  τόσο μοναχικής έννοιας.

-Θα χρειαστεί βοήθεια. Έχει οικογένεια; ρώτησε ο Αντώνης για τον υποτιθέμενο φίλο σου που έπασχε.

Δεν έχεις. Δεν προλάβαινες. Είχες τη δουλειά σου. Το μαγαζί σου. Πού χρόνος για τέτοια; Όταν η δουλειά στρώσει… Αλλά η δουλειά δεν έστρωσε ποτέ. Πάντα ζητούσε. Ζητούσε την αφοσίωσή σου. Το χρόνο σου. Την προσωπική σου ζωή.

-Παντρεμένος;

Η νεαρή ακτινολόγος συμπλήρωνε τα χαρτιά σου. Καθόταν πίσω από το γραφείο της, με την κατάλευκη ιατρική ποδιά της. Τα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά με ένα μαύρο λαστιχάκι στολισμένο με δυο μικρές φράουλες. Σε είδε που την παρατηρούσες.

-Της κόρης μου. Της αρέσει να μου φτιάχνει τα μαλλιά. Θα γίνει κομμώτρια, λέει.

Σε συνόδεψε στο διπλανό θάλαμο.

-Ξαπλώστε ανάσκελα, σας παρακαλώ. Φορέστε αυτά, σου είπε καθώς σου έδινε τα ακουστικά.

-Θα ακούω και μουσική; προσπάθησες να αστειευτείς.

-Ναι, για να καλύψουμε λίγο το θόρυβο του τομογράφου.

-Δεν μπορώ να ξαπλώσω χωρίς μαξιλάρι. Ζαλίζομαι.

-Κάντε λίγη υπομονή. Κλείστε τα μάτια σας και προσπαθήστε να χαλαρώσετε. Δεν θα μας πάρει πολλή ώρα. Κρατήστε κι αυτό. Αν αισθανθείτε άσχημα, πατήστε το κουμπί κι εγώ θα σας βγάλω. Προσπαθήστε να χαλαρώσετε. Δεν θα αργήσουμε.

Το νερό είναι παγωμένο. Το σώμα σου τρέμει. Τα δόντια σου χτυπούν, χωρίς να μπορείς να τα ελέγξεις. Κλείνεις τα μάτια.

-Τελειώσαμε. Μπορείτε να σηκωθείτε.

-Τι είδατε; Τι έχω;

Εκείνη απέφυγε το βλέμμα σου.

-Θα σας πει ο γιατρός. Αύριο θα τα έχει στο γραφείο του.

Έφυγε βιαστικά, χωρίς να σε κοιτάξει. Κοντοστάθηκε.

-Να προσέχετε, σου είπε, με την πλάτη γυρισμένη, πριν χωθεί στο διπλανό γραφείο.

Μες στην απόλυτη ησυχία, ακούς αμυδρά τους ήχους που ταξιδεύουν στο νερό. Μηχανές από βάρκες κάπου μακριά, το σκάσιμο των κυμάτων πάνω στα βράχια, ίσως ακόμα και το ξεπέταγμα κάποιου ψαριού στην επιφάνεια.

-Να προσέχεις, σου είχε πει και η Χρύσα, με τρεμάμενη φωνή, λίγο πριν μπει στο λεωφορείο.

Ήξερε πόσο σιχαινόσουν το αντίο. Και δεν το είπε. Ήξερες πως δεν θα γυρνούσε πίσω. Το είχες καταλάβει. Όταν κάνατε έρωτα, εκείνη πάντα γελούσε στο τέλος. Σε ξάφνιασε την πρώτη φορά, θυμάσαι; Ήταν πολύ αλλόκοτο. Κι όμως, το γέλιο της εκείνο ήταν η πιο όμορφη μουσική στ’ αυτιά σου τα χρόνια που ακολούθησαν. Μόνο την τελευταία σας βραδιά δεν γέλασε. Σ’ έσφιγγε πάνω της, σαν να φοβόταν μην σκορπίσετε κι οι δυο σε χίλια δυο κομμάτια, με τ’ αναφιλητά της να ταράζουν το κορμί της.

-Τι έπαθες; τη ρώτησες.

-Τίποτα, στεναχωριέμαι που θα φύγω. Δεν ξέρω πότε θα σε ξαναδώ.

Εκείνο το πότε ακούστηκε στ’ αυτιά σου σαν ποτέ. Και έτσι ήταν. Και συ; Την άφησες να φύγει. Καμιά προσπάθεια να την κρατήσεις. Να την αναζητήσεις. Να τη φέρεις πίσω. Την άφησες να φύγει. Όπως άφησες και τη ζωή να κυλήσει μέσα απ’ τα χέρια σου. Και τώρα…

Νιώθεις τις σουβλιές στη βάση του κρανίου σου. Το παγωμένο νερό τις κάνει ακόμη πιο έντονες. Η επίδραση του χαπιού έχει περάσει. Ο πονοκέφαλος που σε βασανίζει μήνες τώρα έχει επιστρέψει. Νιώθεις δυο χέρια να σου σφίγγουν με δύναμη το κεφάλι σαν να θέλουν να συνθλίψουν τα κόκαλά σου. Τα μάτια σου πονάνε. Δάκρυα κυλάνε, άθελά σου, προσθέτοντας στην αλμύρα της θάλασσας. Κάποιος να τον κάνει να σταματήσει! Να σταματήσει! Να σταματήσει!

-Δεν μπορώ να σας εγγυηθώ το αποτέλεσμα. Χειρούργος είμαι, όχι πωλητής αυτοκινήτων. Οι πιθανότητες είναι μικρές. Οφείλω να σας το πω, με κάθε ειλικρίνεια.

Αφοπλιστικά ειλικρινής ο γιατρός. Δεν σου έκρυψε τίποτα. Δεν σου ‘πε καν “έχει ο Θεός”. Ίσως γιατί δεν είχε πια. Ειλικρινής και ο φίλος που ρώτησες, δήθεν για έναν γνωστό σου.

-Δύσκολα τα πράγματα. Ακόμη κι αν βγει ζωντανός από το χειρουργείο, η ζωή του δεν θα βελτιωθεί σημαντικά. Τα μέλη του θ’ αρχίσουν σιγά σιγά να παραλύουν. Θα του πέφτουν πράγματα από τα χέρια. Θα χάνει την ισορροπία του. Μέχρι που δεν θα μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι.

Το κορμί σου δεν τρέμει πια. Το αισθάνεσαι μουδιασμένο. Προσπαθείς να κουνήσεις τα δάχτυλά σου. Δεν τα νιώθεις. Ούτε τα πόδια σου. Καλύτερα έτσι.

Καρκίνος. Μια λέξη τόσο απλή και τόσο φοβερή συνάμα. Θυμήθηκες το σκελετωμένο της  κορμί σκεπασμένο με τα λευκά νοσοκομειακά σεντόνια. Μια γυναίκα, τόσο όμορφη στα νιάτα της, σαν λουλούδι, κειτόταν τώρα ανήμπορη, ακίνητη, αυτή που δεν είχε αναπαμό όλη της τη ζωή. Στη θέση των χρυσαφένιων της μαλλιών είχε απομείνει ένα γυμνό κρανίο σταχτί, αφυδατωμένο. Τα φωτεινά, γεμάτα αγάπη, γαλανά της μάτια είχανε πια θολώσει από τη σκιά του θανάτου που στεκόταν από πάνω της. Γύρισε προς το μέρος σου, καθώς σε ένιωσε πλάι της. Το βλέμμα της πλανήθηκε στο χώρο. Σαν να μη σ’ έβλεπε. Σαν τυφλή. Αναζήτησε τον πατέρα σου.

-Χάρη, γιατί κλαίει το παιδί;

Σου έσφιξε το χέρι με όση δύναμη της είχε απομείνει.

-Μην κλαις, αγόρι μου. Όλα θα πάνε καλά. Θα δεις.

Δεν πήγαν. Κι εσύ άφησες τα δάκρυά σου να πλύνουν το χέρι της, το χέρι εκείνο που ακούμπαγε τρυφερά στο μέτωπό σου, κάθε που αρρώσταινες, παιδί. “Δεν έχεις τίποτα” κι ας  ψηνόσουν στον πυρετό, “ένα φιλί στο μέτωπο κι όλα θα περάσουν”.

Έμεινες εκεί, κρατώντας σφιχτά το χέρι της, να την εμποδίσεις να φύγει. Όπως σε κράτησε εκείνη, τη βραδιά που νόμισες πως όλα είχαν τελειώσει για σένα.

-Αν σε χάσω, θα πεθάνω, μ’ ακούς; σου είχε πει.

Εσύ κρατούσες τα μάτια κλειστά. Αισθανόσουν το δωμάτιο να στριφογυρίζει. Δεν θυμόσουν πώς βρέθηκες εκεί. Το μόνο που θυμόσουν ήταν πως έπινες χωρίς σταματημό σε εκείνο το βρωμερό μπαράκι. Ο Νίκος, ο κολλητός σου, σε βρήκε σε άθλια κατάσταση.

-Έλα, ρε μαλάκα και σε ψάχνω παντού. Πάμε να φύγουμε. Έχεις τα χάλια σου. Σταμάτα να πίνεις. Φτάνει.

-Παράτα με, ρε! Παρατήστε με όλοι! Δεν σας χρειάζομαι! Στο διάολο όλοι! Σήμερα πέθανα, ρε! Σήμερα σκότωσα το μέλλον μου! Τη ζωή μου! Με ακούτε, ρε; Με σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια! Στο διάολο λοιπόν! Όλοι σας!

Το αμέσως επόμενο πράγμα που θυμάσαι ήταν τα χαστούκια ενός τύπου με πράσινη νοσοκομειακή ποδιά.

-Πήρες τίποτα; Τι πήρες;

Δεν καταλάβαινες. Τι έλεγε; Τι να πάρεις;

Μια ένεση και αμέσως μετά βρέθηκες κολλημένος με την πλάτη στο ταβάνι του θαλάμου. Η μάνα σου να ουρλιάζει και οι νοσοκόμες να τρέχουν βιαστικές μέσα έξω.

-Το παιδί! Γιατρέ, βοήθεια, το παιδί! Το παιδί μου!

Έβλεπες από ψηλά τον τύπο που σε χαστούκιζε πριν, να πέφτει πάνω σου και να σε πιέζει με δύναμη στο θώρακα, ξανά και ξανά. Μια νοσοκόμα έφερε μια δεύτερη ένεση. Μόλις το υγρό άδειασε στη φλέβα σου, ένιωσες ένα χέρι να σε τραβά με δύναμη πάλι κάτω, στο κρεβάτι σου.

Στρίβεις το κεφάλι αναζητώντας την ακτή. Το ρεύμα σε έχει απομακρύνει αρκετά. Ο δρόμος ψηλά, πάνω απ’ τους βράχους, μισοφωτισμένος. Πού και πού, κάποιο αυτοκίνητο να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα. Σου ‘ρχεται να γελάσεις με τη φάτσα του ταξιτζή που σ’ άφησε στο δρόμο.

-Εδώ; Εδώ είναι ερημιά, άνθρωπέ μου. Θα σε φάνε οι λύκοι.

-Μη φοβάσαι. Δεν έχει λύκους. Έχω ένα τάμα. Θα πάω περπατώντας ως την Αγια-Μαρίνα, δικαιολογήθηκες.

-Δέκα χιλιόμετρα; Στην εθνική οδό; Βραδιάτικα; Πας καλά, άνθρωπέ μου; Τέλος πάντων, τι με νοιάζει εμένα;

Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό; Τάμα λέει στην Αγια-Μαρίνα!

Ένα πλοίο πέρασε κάπου μακριά ταράζοντας τα νερά. Το κύμα που δημιούργησε σε σηκώνει ελαφρά και σε κατεβάζει πάλι σαν ένα κούτσουρο που επιπλέει.

Η Μαρίνα καθόταν μισοξαπλωμένη στον καναπέ, με τη μακριά της πουκαμίσα να σκεπάζει ελάχιστα τα  καλλίγραμμα, γυαλιστερά σαν μετάξι πόδια της. Το βλέμμα σου πλανήθηκε από τα περιποιημένα δαχτυλάκια της, με τα φρεσκοβαμμένα κόκκινα νύχια, ακολούθησε την καμπύλη της γάμπας της ως το γόνατο κι από κει κατηφόρισε όλο έξαψη στους βελούδινους μηρούς της. Εκείνη διάβαζε “Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις”. Εσύ, απέναντι, στην πολυθρόνα, με το “Λύκο της στέπας”. Σε τσάκωσε να την περιεργάζεσαι.

-Βλέπεις κάτι ενδιαφέρον; σε ρώτησε με προκλητικό ύφος.

-Έχεις τα πιο όμορφα πόδια που έχω δει ποτέ. Πραγματικά έργα τέχνης. Δεν χορταίνω να τα κοιτώ.

Άφησε το βιβλίο στο πάτωμα.

-Έλα δω.

Δυο λέξεις. Πρόσκληση και διαταγή μαζί, καθώς άνοιγε τα χέρια της διάπλατα σε μια αγκαλιά που χωρούσε όλο σου τον κόσμο.

Από κάπου μακριά ακούγεται μουσική. Στήνεις αυτί ν’ ακούσεις. “Dream on”. Αγαπημένο τραγούδι. Το άκουσες πρώτη φορά στο ραδιόφωνο. Ράδιο DNA! Ένας πειρατικός σταθμός που σου κράταγε συντροφιά τα βράδια. Δεν μπορούσες να καταλάβεις το συγκρότημα. Το έμαθες πολύ αργότερα σε μια καφετέρια. Aerosmith, σου είπε ο νεαρός που έβαζε τη μουσική. Ξαφνιάστηκες. Ήταν τόσο διαφορετικό! Και οι στίχοι του! Το λάτρεψες.

Είναι κάποια τραγούδια που μιλάνε κατευθείαν στην ψυχή σου. Είναι λες και ο στιχουργός μιλάει για σένα. Πάντα τους θαύμαζες. Συγγραφείς, ποιητές, στιχουργούς, συνθέτες. Σε εντυπωσίαζε η ιδέα πως κάποιος άνθρωπος μπορούσε να δημιουργήσει κάτι που θα ‘κανε, χρόνια μετά, την καρδιά των ανθρώπων να συγκινείται.

Τι ειρωνεία! Αυτό ήταν και το τελευταίο τραγούδι που ανέβασες στο προφίλ σου. Λίγες ώρες πριν ξεκινήσεις το ταξίδι σου. Οι φίλοι θα έκαναν “like” και “τέλειο” και…

Τους φαντάζεσαι καθισμένους αμίλητους με τα κεφάλια σκυμμένα γύρω από το τραπέζι. Τα πρόσωπά τους είναι θλιμμένα. Αναρωτιούνται “γιατί”. Δεν άφησες καν ένα σημείωμα. Τι απερίσκεπτο από μέρους σου!

Και κει ανάμεσά τους η Αντιγόνη. Σε καρφώνει με το βλέμμα της.

-Κόψε το τσιγάρο επιτέλους. Δεν καταλαβαίνεις ότι σου κάνει κακό; Μόνο οι ανόητοι καπνίζουν. Κι εσύ δεν είσαι ανόητος.

-Καλά, θα το κόψω, της είπες.

-Το υπόσχεσαι;

-Το υπόσχομαι.

Δεν κράτησες την υπόσχεσή σου.

-Το υπόσχεσαι; σε είχε ρωτήσει και η Ντίνα, βυθίζοντας τα μεγάλα πράσινα μάτια της στα δικά σου.

-Το υπόσχομαι. Τι φοβάσαι; Τη θητεία μου πάω να κάνω. Δεν πάω σε πόλεμο. Όταν γυρίσω, δε θα ‘χει αλλάξει τίποτα με μας.

Εκείνη έκρυψε το πρόσωπό της στο λαιμό σου, να μη δεις την ταραχή της. Όπως τότε, μετά το πρώτο σας φιλί. Θυμάσαι; Ένιωθες το κορμί της να τρέμει, κολλημένο πάνω σου. Κι όταν τα χείλη σας απομακρύνθηκαν, εκείνη βυθίστηκε στην αγκαλιά σου, το πρόσωπό της  να καίει στο λαιμό σου. Τα μαλλιά της μύριζαν τριαντάφυλλο και γιασεμί.

Κι όμως. Όταν γύρισες, τίποτα δεν ήταν πια ίδιο. Και πρώτα πρώτα εσύ. Είχες αλλάξει. Δεν ήσουν το παιδάκι που δεν τολμούσε να υψώσει το ανάστημά του. Να πει όχι. Ήξερες πια τι ήθελες. Να ζήσεις!

Οι ανάσες σου βγαίνουν κοφτές και ρηχές. Οι χτύποι της καρδιάς σου είναι κι αυτοί κοφτοί και γρήγοροι. Ακατάστατα γρήγοροι.

-Πολλές φορές, αγαπητέ μου, η ζωή μπορεί να φαίνεται ανυπόφορη. Ξέρω, το έχω νιώσει κι εγώ.

Ο κύριος καθηγητής έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα από την τσέπη του.

-Να σας προσφέρω; σε ρώτησε προτείνοντάς σου το πακέτο.

-Όχι, ευχαριστώ. Δεν είναι η μάρκα μου.

-Μήπως έχετε φωτιά;

-Βεβαίως.

Άναψε το τσιγάρο, πήρε μια γερή ρουφηξιά και φύσηξε απαλά τον καπνό, απολαμβάνοντας τη στιγμή.

-Ξέρετε, δεν αγοράζω ποτέ αναπτήρα, σου εξήγησε. Είναι ένας τρόπος να περιορίζω τον αριθμό των τσιγάρων που κάνω. Διαφορετικά… Τι έλεγα; Α, ναι. Για τη ζωή. Πολλές φορές απογοητευόμαστε. Νομίζουμε πως έχουμε φτάσει στα όριά μας. Όμως, αγαπητέ μου, κανείς δεν ξέρει τα όρια. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τη δύναμη που κρύβει ο καθένας μας μέσα του. Κι ίσως, σκέφτομαι καμιά φορά, αυτός να είναι και ο λόγος που μας δοκιμάζει η ζωή. Για να ανακαλύψουμε αυτή τη δύναμη. Μη με ρωτάτε γιατί. Δεν ξέρω. Μπορεί να μας προετοιμάζει για κάτι πιο δύσκολο, ανώτερο. Μια άλλη ζωή, ας πούμε. Δεν το γνωρίζω. Αλλά θέλω να πιστεύω πως μόλις ολοκληρώσω το ταξίδι μου, κάτι άλλο θα υπάρχει εκεί έξω, ένα καινούριο ταξίδι, ίσως.

Κοιτάς το φεγγάρι. Δεν είναι πια κόκκινο. Δεν μοιάζει να σου μιλά. Είναι απλά μια πέτρα στον ουρανό. Μια μεγάλη κιτρινωπή πέτρα. Ένας τεράστιος βράχος που στέκει απειλητικά πάνω από το κεφάλι σου έτοιμος να σε συντρίψει. Μα τι κάνεις; Τι γυρεύεις εδώ;

Αισθάνεσαι την ανάγκη να γυρίσεις πίσω. Να βρεις τους φίλους σου. Να τους πεις τι σου συμβαίνει. Κι ίσως να σε αγκαλιάσουν. Να σου πουν “Μη φοβάσαι, ρε. Θα τα καταφέρεις. Είμαστε εμείς εδώ”. Ναι, πρέπει να γυρίσεις. Πρέπει. Μα δεν μπορείς να κουνηθείς. Δεν έχεις πια τη δύναμη. Δεν νιώθεις το κορμί σου. Έχεις γίνει και συ μια πέτρα. Και βουλιάζεις.

-Μανόλη, φέξε μου λίγο, κάτι έχει εδώ.

Ένα δυνατό φως σε χτυπά στο πρόσωπο. Κλείνεις τα μάτια. Αφήνεσαι. Η φωνή της έρχεται σαν ψίθυρος στ’ αυτιά σου.

“Όλα θα πάνε καλά. Θα δεις”.

 

_

γράφει ο Τάσος Κυρτάσογλου 

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος