“Αν είναι πέτρα την εσπώ

σίδερο το λυγίζω,

μα την παντέρμη αμοναξιά

δεν την ενταγιαντίζω”

      Γιε μου, δεντρί μου, σου γράφω από το χωριό μας το μικρό. Κείνο που τρεχες ξυπόλητος στα στενά και σε κυνήγαγα να ‘ρθεις να φας. Ακόμα ακούω στα στενά τη φωνούλα σου «Λίγο ακόμα μάνα λίγο ακόμα». Με ένα λίγο ακόμα σε μεγάλωσα και εγώ. Με μια ανάσα λίγο πιο πέρα. Με ένα βήμα λίγο ακόμα. Έτσι έλεγα στον τάφο του πατέρα σου κάθε που πήγαινα να ανάψω το καντήλι. Σαν άναβα το σπίρτο και θύμιαζα, τον άκουγα να μου λέει «Να μοσχοβολούν τα όνειρά σου Μαριώ. Μύρο να τους βάνεις. Και όλα θα γίνουν» και έπαιρνα το θάρρος. Και έκανα το λίγο ακόμα, μεγάλο μονοπάτι.

      Έτσι περάσαν τα χρόνια ομορφιά μου. Και σε καμάρωνα να βγάνεις τις πρώτες τρίχες στο πρόσωπο και γέλαγα σα δε με έβλεπες, μην τύχει και νομίζεις πως σε κοροϊδεύω σαν έσπαγε η εφηβική φωνή σου. Αγόρι μου γλυκό… Εσηκωνόταν ο ήλιος κι εγώ ακουμπισμένη στην κάσα του δωματίου σου, χάζευα το χάδι του στο όμορφο πρόσωπό σου και σε καλημέριζα με τους χτύπους της καρδιάς μου. «Τι είναι μάνα; Έγινε κάτι;» με ρώταγες σαν με έβλεπες σα φάντασμα σαν ξύπναγες. Τίποτα σου έλεγα, θυμάσαι; Ήρθα να σε ξυπνήσω. Και μάζευα τα δάκρυα να μην τα δεις. Που μου μεγάλωνες, ξεβλαστάρωνες και γινόσουν το αντράκι μου.

      Και πέρασαν και οι χρόνοι και μου ‘γινες παλληκάρι. Όμορφο σαν τον μακαρίτη τον πατέρα σου. Αχ να τον έβλεπες Κωστή, μονολογούσα. Αχ να τον έβλεπες τι άντρας έχει γίνει, έλεγα με καμάρι δακρύζοντας.  Και λιώνανε οι δόλιες οι κοπελιές με το περπάτημά σου στα στενά. Τις έβλεπα τις καημένες πώς σε καλημερίζαν σαν πηγαίναμε μαζί στα χωράφια. Κι άκουγα τους αναστεναγμούς τους και μια που τις καταλάβαινα σα γυναίκα και μια που καμιά δε λόγιαζα καλή για σένα σα μάνα.

     Μα εσύ το είχες βρει το λουλούδι σου. Και μου παιρνες τη λύρα στο ταρατσάκι και άρχιζες τις κοντυλιές και κοκκίνιζε ο ήλιος ολόκληρο το χωριό για την αγάπη σου.  Σα στεφανώθηκες το Κατερινιώ, μούδιασε η ψυχή μου. Μην κλαις Μαριώ, μου λέγανε οι γειτόνισσες στην εκκλησιά. Μα μόνο εγώ το ήξερα πόσες φορές εμέτρησα το λάδι και το αλεύρι για να φτάσει. Μα μόνο εγώ το ήξερα πόσες φορές έκλαιγα στο κρεβάτι μου αγκαλιά με τη φωτογραφία του πατέρα σου.

     Μου ‘φυγες και άνοιξες τα φτερά σου. Κάθε που ερχόσουνα στο σπιτικό μοσχοβολούσε το χωριό. «Το Μανώλη σου περιμένεις Μαριώ;» μου λέγαν οι γειτόνισσες γελώντας. Και ασβέστωνα όπως ασβέστωνα στης Παναγιάς. Παναγιά μου πως γιόρταζε η ψυχή και πως ασβέστωνε η δική μου καρδιά. Και όταν μου έφερες για πρώτη φορά τον Κωστή μας, σα να τον είχα γεννήσει εγώ ένιωσα. Δε χωρά πουθενά ετούτη η ευτυχία Μανώλη μου παιδί μου. Θα την καταλάβεις μοναχά όταν τη νιώσεις.

     Κι ύστερα ήρθες και μου δωσες τη μαχαιριά. «Αμερική;» σε ρώταγα κλαμένη.  Κι εσύ με παρηγορούσες και μου έταζες ταξίδια και γιορτές. «Θα 'ρχομαι μάνα να σε βλέπω, θα σου γράφω μάνα να μαθαίνεις τα νέα μου, θα σου τηλεφωνώ». Και σώπασα η δόλια. Τι να πω. Τα γραμμένα δεν τα αλλάζει κανείς. Το σταυρό μου έκανα μονάχα να σας προσέχει η Παναγιά και σε σφιχταγκάλιασα. Πάνε και τα ασβεστώματα. Πάνε και οι γιορτές. Και το τσικάλι δεν το γεμίζω. Μια γυναίκα είμαι τι να κάθομαι να ψήνω; Δυο παξιμάδια και τυρί και λίγο από το κρασί του μπάρμπα σου του Στελλή.

     Μα είναι τώρα ένας χρόνος παλληκάρι μου και γράφω και ξαναγράφω  στο χαρτί λόγια και λόγια πονεμένα και όλο το σκίζω μήπως και σε πικράνω. Θα ‘ρχομαι μου έλεγες μα ξέχασες τη μάνα σου εδώ. Κι όλο μου λες «Λίγο ακόμα κάνε υπομονή... μάνα και θα ‘ρθω» στο τηλέφωνο. Και όλο κάνω υπομονή και αναπνέω. Μα τούτο το «Λίγο ακόμα» δεν το αντέχει πια το κορμί μου. Σβήνει το καντηλάκι. Και ο Κωστής μου με περιμένει.

 

 

Έλα αγόρι μου, έλα να ασβεστώσω. Έλα στο λίγο ακόμα μου… έλα μου λίγο ακόμα…

Η μάνα σου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!