ship_refugees

 

Χθες κατέβηκα στο λιμάνι, ήθελα τόσο να περπατήσω, ν’ ανασάνω λίγο καθαρό αέρα, να δω τους ψαράδες με την πραμάτεια τους, να φύγω μακριά από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Κουράστηκα τα ίδια και τα ίδια, όλο δουλειές, παιδιά, μαγειρέματα, τίποτε διαφορετικό.

Το βλέμμα μου στράφηκε στα φώτα από τα καΐκια. Τέτοια ώρα φεύγουν για ψάρεμα, σκέφτηκα και κατηφόρισα προς το μέρος τους. Όσο πλησίαζα, τόσο δυνάμωναν οι φωνές και γίνονταν κραυγές.

Παραξενεύτηκα, άρχισα να τρέχω, ήθελα να φτάσω γρήγορα να δω τι γίνεται. Οι ψαράδες κουβαλούσαν στα χέρια τους «τη νυχτερινή ψαριά τους». Μάνες με μωρά, εξαϋλωμένους γέροντες, παιδιά απορημένα και κλαμμένα, παιδιά άψυχα ακουμπισμένα στο ψυχρό τσιμέντο, που νοτιζόταν από το βρεγμένο σωματάκι τους. Κι οι κραυγές των γονιών να διασχίζουν τον αέρα σαν βόμβες, μόνο που ο πόλεμος είναι μακριά και οι απώλειες δίπλα μας.

Έτρεξα να βοηθήσω μαζί με άλλους, η ώρα περνούσε και το κινητό άρχισε να χτυπά, από το σπίτι μ’ αναζητούσαν, δεν προλάβαινα ν’ απαντήσω, μόνο να σκέφτομαι το γυρισμό στο σπίτι και μια αγκαλιά σε όλους, χωρίς παράπονα, χωρίς γκρίνιες αυτή τη φορά…

 

_

γράφει η Φωτεινή Χατζηβασιλείου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!