Με τα μάτια κλειστά είναι καλύτερα

με βλέπω να μιλώ

να γελώ

να κλαίω

να θυμώνω

 

μισός εδώ

και μισός στο στερέωμα

λυμένος στα κατάρτια

και πάνω στα διερχόμενα νέφη

 

γλιστρώντας μέσα μου κάτι κρυφό

απόκρυφο

αφού κανείς έξω από μένα

δεν υπάρχει να το διαβάσει.

 

Διπλώνομαι και ξεδιπλώνομαι σαν πέταλο

σαν πυρετός

που δε χάνεται με τις ενέσεις

και τα φάρμακα

 

αφουγκράζομαι

κι ακούω των λέξεων την ψιλή βροχή

φωνές στα ξεροπήγαδα και στις χαράδρες

πώς σκούζουν τα λυκόπουλα

 

κοιτάζω τα βουνά

κι ούτε καταλαβαίνω πώς φτάνω στην κορυφή τους

τη θάλασσα κοιτάζω κι η πείνα μου φουσκώνει

παφλάζοντα νερά με τραβούν

στον κόσμο τ’ ανοιγμένο στόμα.

 

Ξαγρυπνώ

γέρνω στην κόψη της σελήνης μετρώντας γερανούς

σκαλώνω στ’ ανοιγμένο φτερό σου

κρεμιέμαι

χωρώ στην αγκαλιά σου

και ψηλαφώ το ρίγος σου

γίνομαι δάκρυ λαμπερό

άλογο που καλπάζει σε τρυφερές πεδιάδες.

 

Εδώ το κόκκινο

το πράσινο

το γαλάζιο

 

μια λεύκα θροΐζει

ένας σπόρος σκιρτά

ένα βρέφος ξυπνά

μικρά ματάκια με κοιτάζουν μ’ απορία.

 

Κομμάτια γίνονται τοίχοι

από χρυσάφι και μάρμαρο.

 

Αιωρούμαι

διαλύομαι

διάφανος χάνομαι μαζί με ξωτικά και πνεύματα

μαζί με τους νεκρούς που ξυπνούν

 

βαδίζοντας ακροποδητί

σβήνοντας τα ονόματα στα μνήματα

και στήνοντας καραούλι.

 

Άφοβα περνώ μ’ ανοιχτά αυτιά για την Ιθάκη.

 

Με τα μάτια κλειστά είναι καλύτερα

ένα πελώριο εκκρεμές

ατέλειωτα μετρά τις στιγμές μου

μέσα στο σύμπαν.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης