Select Page

Μαζί, του Δημήτρη Μποσκαΐνου

Μαζί, του Δημήτρη Μποσκαΐνου

 

 

man_dog_black_b

Καρδίτσα

Χωριό Μουζάκι

 

«Στο σπίτι πάνω στο βουνό... ζει ένας άνθρωπος καλός....», ακουγόταν μαζί με παράσιτα από 'να παλιοραδιόφωνο.

Ο γερο-Κωστής χάιδεψε τους ρόζους στη μαγκούρα του κι αναστέναξε.

Κοίταξε τους δικούς του που ήταν το ίδιο μεγάλοι και σκληροί. Η χρόνια παραμορφωτική αρθρίτιδα τον είχε σημαδέψει για τα καλά. Τα χέρια του πονούσαν τόσο που με δυσκολία έκανε πια και τα βασικά. Η πλάτη του με πρησμένα καρούμπαλα-σπονδύλους... περπάταγε αργά και σκυφτός σαν τον καμπούρη, από τους πόνους.

Τα παιδιά στο χωριό το ’νε κορόιδευαν... «Γέρο Γέρο τη Γριά'ς τη ξέρω, δω μου ένα τάλιρο να πάω να στη φέρω», και ξεσπούσανε σε κάτι γέλια... Γέλαγε κι αυτός κρυφά κάτω από την τραγιάσκα και σήκωνε τη μαγκούρα τάχα απειλητικά... ξαμολιόντουσαν σαν τα κουτάβια κι...άντε πιάστα!

Από τότε που έφυγε η γριά η Κατερινιώ κι έμεινε μαγκούφης, λίγα πράματα πια του 'διναν ευχαρίστηση και γαλήνευαν την ψυχή του. Κάποιες λίγες θύμισες... ανάριες κι αχνές πια, τον βοήθαγαν ν' αντέχει τη ζήση του.

Είχε μόνο ένα φίλο. Ένα και καλό κι αυτόν... τετράποδο, τον Παρδάλη. Ένα γέρικο τσοπανόσκυλο.

Κάθε που τον έβλεπε ν αγναντεύει κάτω στο ρέμα ερχόταν και ζούφωνε τη μουσούδα του ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια κι ανέπνεε βαριά. Ο γέρος, κάθε που αναλογιόταν από τη σκέψη του και την αφηρημάδα, έβλεπε τον Παρδάλη να περιμένει ήσυχος καρτερικά, και χαμογέλαγε κάτω από τις βαθιά χαραγμένες σαν καρύκια ρυτίδες. Τον έπιανε από το σβέρκο και του χάριζε ένα τραχύ χάδι συντροφικότητας κι αγάπης.

«Γεράσαμε, ρε Παρδάλη και τώρα... κλάφτα », του ’λεγε χαϊδεύοντάς τον κι ο Παρδάλης έβγαζε ένα ψιλό λυγμό σαν να καταλάβαινε και συμφωνούσε.

Ο σκύλος σηκωνόταν με δυσκολία στα πόδια του και γύρναγε τη μουσούδα του προς το γέρο. Τότε εκείνος τον χάιδευε κάτω από το σαγόνι και του 'δινε μικρές μπατσούλες ανάμεσα στα μάτια και τη μύτη του, όπως του άρεσε κι είχε συνηθίσει. Το ίδιο κάθε απόγευμα, στο μικρό χαγιάτι που 'βλεπε πίσω από το παλιόσπιτο.

Στο βουνό, εκεί που 'χανε τη ζήση τους στημένη όπως - όπως, δεν τους ενόχλαγε κανείς. Κάπου - κάπου καμιά γάτα ξεγελιότανε κι ανέβαινε την ανηφοριά. Τρόμαζαν στην αρχή στην όψη του Παρδάλη, μα μόλις καταλάβαιναν το αργό και ράθυμο της ηλικίας του, ρε τα κωλόγατα, του κλέβανε μέχρι και το φαΐ από το πιάτο. Ο γέρος τσαντιζότανε με το ζωντανό που κοίταγε και δεν αντιδρούσε…

«Πάρτον, Παρδάλη», του φώναζε... «Ρε γιούρτου, ρε», τίποτα ο Παρδάλης.

Κόκκαλο.

Τον εμάλωνε λίγο κι σκύλος κούναγε αργά την ουρά του και του ’γλειφε αργά κι όλο σάλια τις παντούφλες. Κι έπαιρνε τότε και μαλάκωνε πίσω, τον χάιδευε και του μίλαγε μ αγάπη.

Ήτανε βράδυ. Κάτω στο χωριό σβήσανε τα φώτα κι όλοι κοιμόντουσαν. Πίσσα.

Κατούρησε στην αυλή και μπήκε μέσα να πλυθεί και να πέσει. Θα ’χε περάσει καμιά ώρα που ο Παρδάλης γρύλιζε ανήσυχος.

«Τι έχεις, γέρο μου, τι φοβάσαι ε; Tι…»

Δεν πρόκανε να τελειώσει τη φράση του. Πρώτα έπεσε στο πάτωμα η γκαζόλαμπα. Έσπασε το γυαλί της και φούντωσε. Πήρε να τρίζει όλη η ξυλεία του παλιόσπιτου. Αναστέναζε συθέμελα το καλύβι.

Σεισμός.

Ο σκύλος από ένστικτο μπήκε κάτω από ένα παλιό δρύινο τραπέζι κι έβγαλε τη μουσούδα του από κάτω, να τρέμει σα να ’χει πυρετό. Ο γέρος έσυρε τα πόδια του μέχρι το παλιό κομό, βούτηξε μια φωτογραφία της γριάς και...την έπνιξε κατάστηθα.

Χαλασμός Κυρίου. Θόρυβος, βουή, σκόνη κι αμέσως μετά… τίποτα.

Σ’ ένα λεφτό όλα κολυμπηθρόξυλα

 

Το συνεργείο ξεκίνησε δουλειά με το που φώτισε.

Μεγάλος ο σεισμός, μα πέσανε ευτυχώς μόνο τα παλιόσπιτα. Απεγκλώβισαν μια γριά και δυο μικρά παιδιά από κάτι χαλάσματα. Η γριά είχε σπάσει το πόδι της και τη βρήκανε απ’ τα βογκητά της. Μόλις η μπουλντόζα σήκωσε την πλάκα ξεπετάχτηκαν και τα κουτσούβελα κλαίγοντας από χαρά κάτω από μια παλιά σιδερένια καριόλα.

«Ρε, ο μπάρμπα Κώστας», φώναξε κάποιος κι έδειξε προς το βουνό. «Ν’ άντεξε το καλύβι του;»

Δυο ώρες παλεύανε πυροσβεστική και χωριανοί να σηκώνουν ξύλα, βέργες και σοβάδες. Όλα με τα χέρια γιατί ήτανε στενό το έμπα στην αυλή και δε χώραγε το μηχάνημα.

«Εδώ, εδώ», είπε κάποιος.

Κάτω από το κεντρικό ξυλοδόκαρο της καλύβας ήτανε σε στάση εμβρυακή πλακωμένο το γεροντάκι. Κοκαλωμένος, σκονισμένος... ένα κουρέλι όλος. Σήκωσαν με κόπο το δοκάρι κι έκαναν να τον τραβήξουν. Στην αγκαλιά του έσφιγγε σα μέγγενη τη φωτογραφία της Κυρα-Κατερίνας με σπασμένο το τζάμι, και τον Παρδάλη. Τον αγκάλιαζε όπως η μάνα το παιδί.

Ο σκύλος πετάχτηκε απάνω σα να τον χτύπησε ρεύμα. Αποκάλυψε δόντια λυκίσια κι άρχισε να γαυγίζει μανιασμένα σ’ όποιον άπλωνε το χέρι του προς το γέρο. Το παραμορφωμένο δαιμονικό του πρόσωπο δεν άφηνε πολλά περιθώρια. Ξεσήκωσε τον κόσμο.

Τι «έλα, Παρδάλη μου», τι «έλα καλέ μου», τι σφυρίγματα, τι γαλιφιές... Κάποιος πέταξε και μισό σάντουιτς... Τίποτα, ντιπ.

Κέρβερος ο Παρδάλης. Δεν πάμε πουθενά.

Σου σπάραζε τα σωθικά το θέαμα.

Έφυγαν, για να ’ρθουν άλλη ώρα είπε κάποιος από το συνεργείο, φύγανε και

οι χωριανοί, κάποιοι κατάλαβαν και δεν κοιμήθηκαν καλά το βράδυ. Το αλύχτισμα του σκύλου ακουγόταν σ’ όλο το χωριό.

Ήταν το αντίο του.

Το μοιρολόι του.

Τρία μερόνυχτα. Τόσο κράτησε ο θρήνος. Το πρωί δεν άφηνε επ’ ουδενί να πλησιάσει άνθρωπος κι έκανε σαν λυσσασμένος. Το βράδυ αλύχταγε σα λαβωμένος λύκος του βουνού.

Στο ξημέρωμα της τέταρτης μέρας, τους βρήκανε να κοιμούνται αγκαλιά.

Έφυγαν όπως έζησαν.

Μαζί.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του. Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς... Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα. Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες». Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα. Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : "το δείπνο",που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του "ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ". Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του "το βιβλίο.net", όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα "Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής" και συνεχίζει με την δική του στήλη "οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου" σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν...

7 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Ευχαριστώ από καρδιάς

    Απάντηση
  2. evangeloukissa

    Είναι από τις αγαπημένες μου ιστορίες που έχεις γράψει. Πώς θα μπορούσε να μην ήταν άλλωστε; 🙂

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    ….γρήγορο,βαθύ σε νόημα και…ανθρώπινο…πάνω απ’όλα!!!!

    Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    Υπέροχο άξιζε να βραβευτεί Μπράβο Δημήτρη!!!!!

    Απάντηση
  5. Maria Sarri Kontogiannis

    Καλησπερα. Ψαχνοντας για κειμενα που θα μπορουσα να τα “πω” στο εργαστηριο θεατρου που παω σαν μονολογο, επεσα πανω στο κειμενο αυτο. Εξαιρετικα ομορφο, ανθρωπινο…. Καλη συνεχεια λοιπον….

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!