Select Page

Ματωμένο πουλί

Ματωμένο πουλί

 

Ένα ακόμα βράδυ. Σκέψεις και σκέψεις και σκέψεις... Ο καπνός του τσιγάρου του φεύγει ψηλά, διαλύεται. Σαν την ψυχή του. Τον κοιτάζει, ο χώρος έρημος, πού είναι το γέλιο της; Χάθηκε κι αυτό, σαν τα γαλαζωπά συννεφάκια. Γιατί να νιώθει τόσο μόνος; Χάθηκε το κουράγιο του, πού πήγε; Μάλλον μαζί με το γέλιο της θα πήγε, εκεί ψηλά, μακριά από κείνον.

Ένα ακόμα βράδυ. Πάλι έχει αδειάσει το ποτήρι; Μακάρι να μπορούσε ν’ αδειάσει έτσι και το μυαλό του, να φύγει ο πόνος. Γουλιά - γουλιά περνάει η νύχτα, πάλι θ’ αδειάσει το ποτήρι και ο ύπνος αρνείται να ’ρθεί.

Τέλειωσε το μπουκάλι. Ήταν το αγαπημένο της ποτό αυτό. Κυλάει μέσα στο αίμα του, εκεί όπου κυλάει κι εκείνη. Μπήκε στη ζωή του τόσο ξαφνικά, την πλούτισε, άνθισε η ψυχή του στο γέλιο της, στην ομορφιά της, στην αγάπη της. Τόσες πολλές στιγμές μαζί, κι όμως τόσο λίγες....

Σηκώνεται, οι σκέψεις του τριβελίζουν το μυαλό και ο χώρος τόσο άδειος και τόσο γεμάτος μαζί από τις αναμνήσεις... Μακάρι να υπήρχε κάποιος εδώ να του κρατήσει συντροφιά - αλλά και πάλι; Κανέναν δε θέλει να δει. Μόνο να τη σκέφτεται... να τη σκέφτεται... Σημάδεψε τη ζωή του η Εύα, την ύπαρξή του, και η ειρωνεία; Η δική της ύπαρξη χάθηκε, εκείνο το θλιμμένο απόγευμα. Μια τσαλακωμένη μοτοσυκλέτα κι εκείνη πουλί, ένα ματωμένο πουλί στο δρόμο. Ήταν τόσο ευάλωτη, τόσο γλυκιά, ήθελε να την έχει διαρκώς κάτω από την προστασία του και να την κάνει να γελάει, είχε περάσει πολλά αυτή η κοπέλα κι όμως είχε ατέλειωτο κουράγιο γι’ άλλα τόσα, ήταν αισιόδοξη, ήξερε να τα καταφέρνει… Ας είχε ο ίδιος λίγο, λίγο μόνο από το κουράγιο της - όμως δεν το ’χει.

Θλίψη. Και πόνος. Και δάκρυα. Απώλεια, με άλφα κεφαλαίο. Και τύψεις. Υπήρξαν φορές που τη λύπησε, υπήρξαν φορές που δεν της στάθηκε με όλη τη δύναμή του. Κι εκείνο το απόγευμα είχαν μαλώσει. Μικροκαυγαδάκι ήταν, ναι, αλλά τρελαίνεται στη σκέψη μήπως του κράτησε κακία και την κακία αυτή την κουβάλησε μαζί της, στο ταξίδι της.

Την έφτιαξε τη μηχανή της, να τη, κάτω είναι, πέφτει πάνω στα μεταλλικά της μέρη το φως από το φεγγάρι και γυαλίζουν. Την έφτιαξε όσο καλύτερα μπορούσε, ήταν τόσο διαλυμένη, σαν να ανάστησε κι εκείνη μαζί του φαίνεται. Ώρες - ώρες τη ζηλεύει και τη μισεί. Τη ζηλεύει που έπαιρνε μεγάλο μέρος από την αγάπη της και τη μισεί που εξαιτίας της η Εύα έγινε πουλί, και πέταξε ψηλά. Τη θέλει όμως κιόλας. Είναι τόσο στενά δεμένη με την εικόνα της, που δεν μπορεί να την αποχωριστεί. Ούτε κι η Εύα θα το ’θελε, γι’ αυτό θα του κρατούσε σίγουρα κακία μόλις θα το έβλεπε, έστω κι από κει ψηλά.

Θέλει να πάει από το σπίτι της τώρα, νιώθει την ανάγκη πάλι. Έτσι κι αλλιώς δεν περνάει η ώρα… καλό μπορεί να του έκανε μια βόλτα. Παίρνει τα κλειδιά, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει στο δρόμο. Ησυχία. Ο θόρυβος της μηχανής σκίζει τη νύχτα, τόσο γνώριμος. Κάθε βράδυ το ίδιο δρομολόγιο, τις ίδιες ώρες, η μόνη του παρέα είναι πλέον και στη φαντασία του, τους φέρνει πάλι μαζί. Καθώς οδηγεί, βλέπει τον κόσμο και απορεί. Πού ήταν όλοι; Πού βρίσκονται όλοι στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του; Η πόλη λοιπόν συνεχίζει να ζει, μόνο ο δικός του κόσμος έχει νεκρώσει. Ας είναι. Δε θα μάθει ποτέ να ζει χωρίς αυτή, πρέπει όμως να μάθει να παλεύει.

Αλλά δε μπορεί.

Νάτο το σπίτι της. Ένας μήνας μετά κι ακόμα έχει την ελπίδα ότι θα δει το φως ν’ ανάβει. Πολλές φορές τη θυμάται στο παράθυρό της να τον χαιρετά και να τον καλεί να μπει. Νοικιάζεται έμαθε, και η πρώτη του σκέψη ήταν να μην αφήσει κανέναν άλλον να ζήσει στο χώρο της. Του είναι αδύνατο όμως να το πιάσει, τα χρήματα λιγοστά, ίσα - ίσα φτάνουν για να κρατάει το δικό του σπίτι και ούτε σκέψη να φύγει από κει. Είναι στο κέντρο και βολεύει για τη δουλειά. Αν την κρατήσει κι αυτή δηλαδή, έχει μειωθεί η απόδοσή του, όλο λάθη, και ο διευθυντής κάθε μέρα όλο και χειρότερος είναι λέει, αν δεν αλλάξει θα τον διώξει, «Ξέρεις πόσα νέα παιδιά θα ήθελαν τη θέση σου;», λες κι εκείνος δεν είναι νέος πια, λες και εκείνος δεν έχει προσφέρει, λες και δεν έχει δουλέψει σαν σκυλί.

Μα τώρα, τώρα είναι αλλιώς.

Πόση ώρα έχει έξω από το σπίτι της, ούτε θυμάται πια. Ένα φάντασμα, που κάθεται καβάλα σε μια μηχανή και περιμένει... Τι; Απόψε νιώθει ακόμα μεγαλύτερο κενό κι η μοναξιά έγινε αβάστακτη πια, πώς θα δουλέψει πάλι το πρωί που δεν έχει κλείσει μάτι; Απελπισία. Ξεκινά να φύγει, ανοίγει τέρμα το γκάζι και τρέχουν δάκρυα, δεν είναι όμως από τον αέρα. Βγαίνει από την πόλη, ούτε ξέρει πού πάει, ξέρει όμως ότι χρειάζεται εκείνη, να, βλέπει το πρόσωπό της σ’ εκείνη τη στροφή και πηγαίνει προς τα κει να το αγγίξει, πηγαίνει και τη βλέπει που πετάει και τον καλεί.

Και γίνεται κι εκείνος ένα ματωμένο πουλί, για να τη φτάσει.

 

 της Έλλης Οικονόμου

Η Έλλη Οικονόμου  γεννήθηκε σε μια μεγαλούπολη του Θεσσαλικού κάμπου, σήμερα ζει αλλού και ίσως αύριο να ζήσει σε ένα εντελώς διαφορετικό μέρος.

Από μικρή ήθελε να δραστηριοποιείται δημιουργικά και να εκφράζεται, ανασυνθέτοντας τις εικόνες των ταξιδιών του νου της με διάφορα μέσα - κάτι που συνεχίζει έως και σήμερα, δημιουργώντας, ζωγραφίζοντας, φωτογραφίζοντας και γράφοντας συχνά διηγήματα και μικρές ιστορίες, ποιήματα, καθώς και παιδικά αναγνώσματα, την εικονογράφηση των οποίων επιμελείται η ίδια.

 

Ιστότοπος:

FunkyMonkey – Δημιουργίες, Λέξεις, Εικόνες, Διαδρομές

http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr/

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

16 Σχόλια

  1. nikol

    Τραγικό αλλά και ταυτόχρονα με τη γλυκιά αίσθηση της αγάπης !!! Συγχαρητήρια Έλλη μου!!

    Απάντηση
  2. Ρουλα Σμαραγδενια

    Θέλει πολύ δύναμη… και πολύ αγάπη να ακολουθήσεις εκείνον που (φεύγει)και εκείνος τα είχε και τα δύο.. εξαιρετικό Ελλη μου .. για το συναίσθημα που βγάζει.

    Απάντηση
    • Έλλη (Funky Monkey)

      Δεν έχω παρά να συμφωνήσω μαζί σου… Σ΄ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια!

      Απάντηση
  3. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “…βλέπει το πρόσωπό της σ’ εκείνη τη στροφή και πηγαίνει προς τα κει να το αγγίξει, πηγαίνει και τη βλέπει που πετάει και τον καλεί. Και γίνεται κι εκείνος ένα ματωμένο πουλί, για να τη φτάσει.”

    Ίσως η καλύτερη λύση… η μόνη λύτρωση…

    Εξαιρετικό, φίλη μου Έλλη, πραγματικά ένιωσα να ανατριχιάζω!

    Απάντηση
    • Έλλη (Funky Monkey)

      Ίσως… Μακάρι όλα να είναι καλύτερα εκεί, να ταξιδεύουν μαζί τώρα… όσο εμείς εδώ συζητάμε. Το εύχομαι!
      Ευχαριστώ θερμά!

      Απάντηση
  4. xristin

    Εξαιρετικό κείμενο Ελλη.
    Μου άρεσε ιδιαίτερα η περιγραφή της εναλλαγής των συναισθημάτων που βιώνει ο ήρωας του κειμένου σου που ξεκινάει από την ενοχή για την συμπεριφορά του πριν την απώλεια την οποία μεγαλοποιεί(την συμπεριφορά) υπέρμετρα και καταλήγει στην ανάγκη να βρεθεί οπωσδήποτε κοντά της που δείχνει ότι δεν αποδέχεται τον θάνατο της.
    Να είσαι καλά Ελλη

    Απάντηση
    • Έλλη (Funky Monkey)

      Σε ευχαριστώ πολύ που μου χάρισες τη γνώμη σου! Κι εσύ να είσαι καλά!

      Απάντηση
  5. mabarsyn

    Λυπητερή η ιστορία σου, αλλά μιλάει για μιά Μεγάλη Αγάπη!!!!!!!! Συγχαρητήρια, ‘Ελλη μου!!!

    Απάντηση
  6. Kate

    Συγχαρητήρια Έλλη μου για την προσπάθειά σου!εξαιρετική αφήγηση γραφή συγκλονιστική για τόσο πολύ εύθραστο θέμα όπως είναι η απώλεια και ο ψυχισμός όποιου την βιώνει!η πένα σου είναι πολύ δυνατή,συνέχισε έτσι και δυνατά!!!

    Απάντηση
    • Έλλη (Funky Monkey)

      Kate μου σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια και για την εμψύχωση!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!