Σαν κουβάρι ξετυλίγεται η πόλη
και σαν μίτος μυστικός
κι αναταράζεται και βολοδέρνει
σαν ξεχασμένος κήπος, που
κάθε φύλλο απ΄τα κλαδιά του
αρχίζει και μαραίνει.
Και οι τύχες των ανθρώπων
ανακατωμένες
οι φλέβες από το αίμα ξεχασμένες
απρόθυμα να ξεδιπλώνονται τα χέρια
και η ψυχή να σέρνεται σαν μοιρολόι.
Ποιος ουρανός της στέρησε τα αστέρια;
Ποιος ήλιος κρύφτηκε
και πάλι προδομένος
σε σκοτεινούς παράδρομους
στην πόλη φάντασμα
με ζωντανούς-νεκρούς και αλλοπαρμένους;
Ποιο φως αντάριασε για μια στιγμή
μα ύστερα ξεθύμανε
και σφιχτά έκρυψε μέσα του
ετούτη την οργή;
Ποιο όνειρο πάλι αμαυρώθηκε
ποια προσδοκία ποιος σκοπός
ποια καρδιά θάφτηκε πάλι ζωντανή
και βούλιαξε ξέπνοη μες στην παλιά πληγή;
Μες στο κουβάρι πια μπλεγμένα
τόσα ερωτήματα αναπάντητα
και χιλιοειπωμένα
μες στο κουβάρι αυτής της πόλης
λυγμοί βουβοί οι απαντήσεις
και ατέλειωτοι χειμώνες.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!