Select Page

Με την τρέλα οδηγό

Με την τρέλα οδηγό

compass_woman

Ένας θεός ξέρει πώς τα φέρνει βόλτα η Κλειώ με τους δύο εαυτούς της. Είναι σε όλα διαφορετικοί. Ο ένας κρατάει μπλοκάκι και όλη μέρα μετράει, υπολογίζει, σημειώνει, γράφει, σβήνει. Αν τον δει κανείς θα νομίζει πως λύνει μαθηματική άσκηση και αγωνιά μήπως δεν του βγει η εξίσωση. Μετά, της υπαγορεύει τι πρέπει να κάνει, τι δεν πρέπει, πότε να πάει για δουλειά, πότε να κοιμηθεί, πότε να πληρώσει τους λογαριασμούς της. Με λίγα λόγια, υποχόνδριος και σπασίκλας. Τρέχει πάντα στους δρόμους της καθημερινότητας, εκεί που η έκπληξη δειλιάζει να ξεμυτίσει, από φόβο μήπως την πάρει η ρουτίνα παραμάζωμα.

Έχει όμως ένα καλό. Κοιμάται νωρίς και τότε η Κλειώ συναντιέται με τον άλλον, αυτόν που ψοφά για εμπειρίες και περιπέτειες. Εμφανίζεται πότε με φτερά αετού, πότε με πόδια αγριοκάτσικου, κρατάει χάρτες και πυξίδες και τσουπ, παρουσιάζεται μπροστά της και τ’ απλώνει στο οροπέδιο του ονείρου της. Στην πιο απάνεμη πλαγιά του νου, στήνουν τη σκηνή τους και τα μελετούν με ευλάβεια, αφήνοντας το αεράκι να γεμίσει τα πνευμόνια τους ελευθερία. Εκεί, τη μαθαίνει να απολαμβάνει τα απλά, όπως το λυτρωτικό άγγιγμα της βροχής στο σώμα, τη ζεστή ανάσα του ήλιου στα μάγουλα, το μουρμουρητό του νερού που φιλήδονα κυλά πάνω στις πέτρες. Μυρίζουν το βρεγμένο χώμα κι η χαρά τους ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι πιο ψηλά. Βίτσιο που το ’χει κι η χαρά να πετάει μπόι με το τίποτα!

Από αυτόν έμαθε πως το σώμα είναι υποτακτικός της ψυχής και των καπρίτσιων της και δε γερνάει αν δεν γεράσει πρώτα αυτή, άκου τώρα!

Του έχει αδυναμία γιατί είναι τρελούτσικος και πειραχτήρι. Ο πρώτος ζηλεύει, κι όταν τους βλέπει να ετοιμάζονται μαζί για φευγιό, αρχίζει τη μουρμούρα.

-Πού θα πας; Πότε θα ξεκουραστείς, πότε θα κάνεις τα ψώνια σου, πότε τις δουλειές σου;

Αφού βλέπει ότι δεν του δίνει σημασία, αρχίζει τα καλοπιάσματα.

- Ο καιρός χαλάει, θα πέσουν χιόνια, θα αρρωστήσεις, θα κουραστείς, πώς θα πας για δουλειά τη Δευτέρα;

Τον αγριοκοιτάζει.

-Εγώ για σένα ανησυχώ λέει και παίρνει εκείνο το μισοκακόμοιρο ύφος που η Κλειώ τόσο απεχθάνεται.

 -Μα είσαι τρελή; της φωνάζει, καθώς τη βλέπει να αδιαφορεί όση ώρα εκείνος μιλάει.

- Εδώ που τα λέμε, καλά δε με λες, του απαντά κοφτά. Ποιος αφήνει τη θαλπωρή του σπιτιού του για να πάρει τα βουνά.

- Στα λόγια μου έρχεσαι, κορδώνεται και γλυκοχαμογελάει, πιστεύοντας ότι την έπεισε. Αμ δε! Εκείνο που την κάνει έξω φρενών είναι που δεν την έχει μάθει ακόμα. Που δε συμμερίζεται την ανάγκη της να ξεκλέψει λίγες ώρες, για να απολαύσει την ηρεμία μες στη γενναιόδωρη αγκαλιά της φύσης.

-Την τρέλα σου την έβαλες μέσα; ρωτάει ειρωνικά την ώρα που τη βλέπει να ετοιμάζει το σακίδιό της.

 -Κι η τρέλα μου μέσα μου είναι, του απαντά. Σε θέση V.I.P, χαμογελαστή και έτοιμη να αποδράσει. Κι αν θες να ξέρεις, ο καθένας κουβαλάει μια τρέλα στις αποσκευές του. Άλλος για καλό, άλλος για κακό. Άλλος για να δημιουργήσει κι άλλος για να καταστρέψει. Άλλος την περιφέρει στους δρόμους της πόλης και όποιον πάρει ο χάρος, άλλος την ανακατεύει με φαντασία και δημιουργεί έργα τέχνης, άλλος την ξαπλώνει στον καναπέ του ψυχίατρου. Ε, η δική μου τρέλα χρειάζεται αέρα καθαρό, βουνίσιο κι αν είναι και παγωμένος τόσο το καλύτερο. Γουστάρει να πιάνει πρώτη θέση σ’ ένα σακίδιο και να έχει το κεφάλι απ’ έξω για ν’ ανεμίζει τις κοτσίδες της. Και για να έχουμε καλό ερώτημα, εσύ τι θα κάνεις μόνος σου εδώ;

-Κάτι θα βρω για να σκοτώσω την ώρα μου, απαντά και ξύνει το κεφάλι του μπας και του κατέβει καμιά ιδέα.

-Και τι είναι η ώρα, κουνούπι που σου μπαίνει στο ρουθούνι και θες να τη σκοτώσεις; πετάγεται το πειραχτήρι κι αρχίζει ένας καβγάς!

Στην αρχή ήταν δύσκολο να τους κάνει ζάφτι. Λογομαχούσαν, τσίριζαν, έβαζε τρικλοποδιά ο ένας στον άλλον, μέχρι που ανακάλυψε τη μαγική λύση των ορίων. Δευτέρα ως Παρασκευή θα έμενε με τον υποχόνδριο. Τα βράδια, τα Σαββατοκύριακα και τις πρώτες ώρες της εβδομάδας με τον αγαπημένο. Αχ! Πώς την ξετρελαίνει όταν τον βλέπει να χοροπηδάει σαν ένας μικρός Διόνυσος, τη στιγμή που η Δευτέρα μπαίνει στο σπίτι με ύφος εκατό καρδιναλίων και μ’ ένα ξυπνητήρι στο χέρι. Μεθυσμένος από τις μυρωδιές της φύσης, με κρεμασμένα στα αυτιά κούμαρα και σμέουρα στέκεται απέναντί της και της βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα, αφήνοντάς την άναυδη, να κοιτάζει πότε αυτόν και πότε τον σπασίκλα που πρώτη φορά τον βλέπει να σκάει το χειλάκι του.

Είναι πάλι κάποια βράδια, που και οι δυο πέφτουν για ύπνο νωρίς. Ο ένας ξεκουράζεται από τα «πρέπει του» κι ο άλλος από τα «θέλω του». Ένα τέτοιο βράδυ είναι και το αποψινό. Παίρνει ένα βιβλίο από το ράφι της βιβλιοθήκης και το ξεφυλλίζει, έχοντας ανάγκη να ταξιδέψει και σε άλλες διαδρομές. Μια φωτογραφία της τραβά την προσοχή και η καρδιά της χοροπηδά, καθώς βλέπει αναρριχητές κρεμασμένους από σχοινιά πάνω σ’ έναν βράχο, σαν τις αράχνες. Τα χάνει. Αναρωτιέται πώς βρέθηκε στα χέρια της αυτό το βιβλίο αφού ούτε η ίδια το αγόρασε, ούτε κάποιος της το χάρισε.

Ένα πονηρό γελάκι τής αποσπάει την προσοχή. Γυρίζει και κοιτάζει δίπλα της, την ώρα που κάποιος παίζει στα δάχτυλα έναν γάντζο και μ’ ένα χοντρό σκοινί την τυλίγει επάνω του. Νιώθει τη μεθυστική ανάσα του στο λαιμό της και της υπόσχεται πως αν τον ακολουθήσει, θα την μυήσει στα ανομολόγητα μυστικά της φύσης, τα κρυμμένα σε απάτητες κορφές και σε βαθιά φαράγγια. Φαίνεται ριψοκίνδυνος, αποφασιστικός κι επικίνδυνα ελκυστικός. Δύσκολο να του αντισταθεί.

- Άλλο πάλι και τούτο! Τα βουνά τα έχω πάρει από καιρό αλλά δεν είμαι και για δέσιμο, μονολογεί η Κλειώ, για το τελευταίο πάντως δεν παίρνει και όρκο. Ώρες ώρες, τρομάζει με τον εαυτό της που έχει γίνει σαν την Λερναία Ύδρα. Κάθε χρόνο πετά κι από ένα κεφάλι. Τρελό, παλαβό, θεοπάλαβο. Αναρωτιέται ποιο να κόψει και ποιο ν’ αφήσει, αλλά γιατί να κόψει κι αν δεν κόψει πού θα τα βολέψει όλα.

Ένα τρίξιμο στην πόρτα τη βγάζει από τις σκέψεις της, κι ακούει δυο γνώριμες φωνές. Η μία αυστηρά την προειδοποιεί πώς στους δύο τρίτος δε χωρεί, ενώ η άλλη τρελή κι αγαπημένη, της φωνάζει πως όλοι οι καλοί χωράνε. Κι η τρέλα πάντα μπροστά, να κρατάει χάρτες και πυξίδες, γάντζους και σχοινιά και να οδηγεί την ψυχή όπου πετάει τη σκούφια της.

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

8 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Γιατί πράγματι η ζωή θέλει αυτή την τρέλα και τη λαχτάρα που περιγράφεις Χριστίνα, όποια φωνή κι αν ξεσηκώνει πρέπει να την ακούμε! Είναι δικιά μας φωνή. Και χάρτες και πυξίδες να μην υπάρχουν ακόμα..δεν πειράζει. Σημασία έχει η όρεξη να ζήσεις..να ανακαλύψεις..να γίνεις ένα με τη φύση, να γευτείς τους καρπούς της ζωής.

    Σου εύχομαι έτσι να είσαι πάντα Χριστίνα, Αυτό το κείμενο σου πάει γάντι…

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Έτσι είναι Μάχη. Είναι ωραίο κάποιος να σε ξεσηκώνει για να κάνεις τις υπερβάσεις σου, αλλιώς σε παίρνει η ρουτίνα παραμάζωμα. Ευχαριστώ για τη δημοσίευση και την επιμέλεια!

      Απάντηση
  2. Αννα Ρουμελιωτη

    Εμενα μου αρεσει πολυ ετουτος ο τρελος εαυτος …. Βουρ στη φυση και στον κσθαρο αερα το λοιπον!!!!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Αυτός ο τρελός εαυτός με έχει βγάλει πολλές φορές από τα δύσκολα. Χαίρομαι που σου αρέσει, Άννα, αγαπάς κι εσύ τη φύση.

      Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Λένα, λίγο με ξέρεις αλλά την κατάλαβες την τρέλα μου. Κι εγώ νόμιζα πως θα σας ξεγελούσα χρησιμοποιώντας το όνομα μιας ηρωίδας. Πότε στο όνειρο ,πότε στο ξύπνιο μου τον έχω πάντα κοντά μου, ευτυχώς και χαίρομαι που χάρηκες με τη γνωριμία.

      Απάντηση
  3. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Εμένα πάλι κάτι μου λέει, από το ελάχιστο που σε ξέρω, ότι ο τρελός εαυτός σου δεν αποτελεί το μισό του Είναι σου αλλά κάτι παραπανω από τα3/4 του.Και δεν ζει ΜΟΝΟ στα όνειρά σου αλλά είναι ΞΥΠΝΙΟΣ , Κοντιλογίς, αυτός είναι ΕΣΥ!…
    Χαρήκαμε πάντως πολύ για ΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΎΟ,πολύ μου άρεσε ο τρόπος που μας τους συνέστησες.

    Απάντηση
  4. Έλενα Σαλιγκάρα

    Πολύ ωραία η ιστορία σας! Προτιμώ τον παλαβό εαυτό! 🙂

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σε ευχαριστώ πολύ Έλενα. Μα και η Κλειώ σε αυτόν έχει αδυναμία. Μάλλον όλοι έχουμε ανάγκη έναν τρελούτσικο εαυτό για να μας βοηθάει να δραπετεύουμε από την καθημερινότητα

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!