Select Page

Με τον ήλιο κόντρα

Με τον ήλιο κόντρα

 

Ο ήλιος κόντρα στα μάτια, η θάλασσα σαν να γέρνει στην άκρη και να χύνεται, στραβός ορίζοντας, ξεπλυμένος στο φως, μια αύρα από νερό και αλάτι σαν τσίμπημα στο πρόσωπο, η υγρασία του ξύλου στα πέλματά του, παίρνει φόρα και…

Αυτά θυμάται. Αυτά αισθάνεται ακόμη και τώρα που ο χρόνος κύλησε  για τα καλά και χύθηκε σαν τη θάλασσα και αυτός. Περνά το βλέμμα του πάνω απ’ τα πόδια του σαν πριόνι έτοιμο να τα κόψει. Τεντώνει το χέρι και σηκώνει το μπατζάκι του παντελονιού του. Μάλιστα, τι περίμενε να δει… Η σύγκριση αμείλικτη. Ατροφικά σκέλη, πλαδαρές γάμπες.

«Πάλι τα ίδια;», η φωνή απ’ το διπλανό δωμάτιο ξεπερνά και τις φωνές που κατοικούν μέσα στο κεφάλι του και που του λένε «Μην το βάζεις κάτω».

«Γιατί βασανίζεσαι;»

Και πριν προλάβει η ερώτηση ν’ απαντηθεί, έστω να πέσει πάνω στην τσιμεντένια του σιωπή, να κάνει αντίλαλο και να επιστρέψει η ηχώ της, η φωτογραφία βρίσκεται στα χέρια της.

«Δως τη μου πίσω, τώρα! Δεν σου ανήκει».

«Ούτε σε σένα ανήκει πια. Δεν είσαι εσύ εδώ, είναι ένας άλλος» και έχει ήδη καταλάβει πόσο σκληρά του έχει μιλήσει για ακόμη μια φορά. Σφίγγει τα δόντια πίσω από τα μικροσκοπικά της χείλη και τον κοιτά παγωμένα, για να μην καταλάβει ότι πονά περισσότερο απ’ αυτόν.

«Έχεις δίκιο», ξεστομίζει με μια αδιαφορία να σέρνεται στη φωνή του, « πάρτη και κάν' τη ό,τι θες».

Εκείνη ξέρει ότι δεν το εννοεί, πως κατά βάθος την έχει ανάγκη αυτή τη φωτογραφία, για να καρφώνει πάνω της της ευτυχίας την απώλεια, να τη θρηνεί για κάμποσα λεπτά και στη συνέχεια να τη θάβει, μέχρι την επόμενη εκσκαφή που συνήθως δεν αργεί πάνω από ένα εικοσιτετράωρο.

Γλιστρά το χέρι της τρυφερά γύρω απ’τον σβέρκο του. Μυρίζει το αφρόλουτρο σαπουνιού που αναδίδει το πυκνό μαλλί του. Τρίβει τα χείλη της στο φρεσκοξυρισμένο του μάγουλο σαν ναζιάρικο γατί, που ξέρει πως έκανε ζημιά και πως τώρα πρέπει να καλοπιάσει το αφεντικό του.

«Για το καλό σου το λέω, αγάπη μου, του ψιθυρίζει, όσο εκείνος δέχεται τον χείμαρρο της στοργής της σχεδόν ανέκφραστος.

Είχε δίκιο η Μαριάνθη. Τα τελευταία τρία χρόνια αυτή η φωτογραφία τους είχε στοιχειώσει. Ήταν η τιμωρία της για την άρνησή της απέναντι σε κάθε είδους αναμνηστικά με τα οποία οι άνθρωποι επιμένουν να συντηρούν τις μνήμες τους. Και όμως, ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε να ζει μέσα από μια εικόνα. Ο Βαγγέλης ήταν στην ηλίκια λίγο πριν την εφηβεία, όταν τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Ψηλός, αδύνατος, με σώμα να παλινδρομεί ανάμεσα στο παιδί και τον άντρα, με δέρμα καμένο απ’τον ήλιο, έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο. Ειδικά τον υποβρύχιο τον λάτρευε. Όταν μεγάλωνε, ήθελε να γίνει δύτης και να εξερευνεί ναυάγια.

Ήταν καλοκαίρι στο νησί που ήξερε από μικρό παιδί, από πρίν ακόμη μπουσουλήσει, από τότε που τον έβγαζε στην αγκαλιά του ο παππούς βόλτα, για να μαθαίνει, όπως του εξιστορούσε έπειτα, τα κατατόπια.

Και τα έμαθε όλα, σε ποιο σημείο η θάλασσα ηρεμούσε, όταν έπιανε δυνατός αέρας, ποια ώρα της ημέρας περνούσε καράβι και τη φουρτούνιαζε και τρέχανε οι λουόμενοι να μαζέψουν την πραμάτεια τους από την παραλία, τα λεπτά που ο ήλιος στην Ανατολή του καθρεπτιζόταν και το νερό έπαιρνε ένα μυστήριο χρώμα, όλα τα είχε μάθει.

Ήταν μεσημέρι στο τελείωμά του, όταν έφτασε στην παραλία. Αύγουστος του '95. Οι υπόλοιποι είχαν ήδη ξεκινήσει τις βουτιές από την ξύλινη εξέδρα. Ήρθε καθυστερημένος, γιατί η μάνα του άργησε να βγάλει το φαί απ’ τον φούρνο και όπως του είχε πει θα έπρεπε να περάσει ώρα μετά το φαγητό, για να πάει να κολυμπήσει και πως καλό θα ήταν να κάτσει και μια φορά μαζί τους και να μην τρέχει με την μπουκιά στο στόμα να φύγει. Εκείνη τη μέρα ένα σωρό δικαιολογίες αράδιαζε, για να τον κρατήσει κοντά της. Ξεκαβαλίκεψε με μια ορθοπεταλιά το ποδήλατο, το άφησε κάτω από ένα αλμυρίκι, πέταξε τα ρούχα του, ένα σορτσάκι όλο και όλο που φορούσε και τις πλαστικές σαγιονάρες δυό νούμερα μεγαλύτερες, που πάνω στη βιασύνη του είχε πάρει απ’τον παππού και έτρεξε προς τη θάλασσα με την άμμο να καίει τα πέλματά του περισσότερο και από τα κάρβουνα. Η Άννα, το μοναδικό κορίτσι της αντροπαρέας, με τη φωτογραφική μηχανή ανά χείρας απαθανάτιζε τις στιγμές.

«Ε, Βαγγέλη, κοίτα από δω».

Δεν γύρισε στον φακό, δεν ήθελε να χάσει ούτε στιγμή το μπλε της ελευθερίας που του τραβούσε με μια αόρατη κλωστή τα πόδια.

«Βαγγέλη, πέσε, επιτέλους!», φώναζε ο Πέτρος που ήταν κιόλας στο νερό.

Ανέβηκε στην εξέδρα, ο ήλιος ήταν κόντρα, έκλεισε τα μάτια σαν να τον τσουρούφλισε μαζί με την άμμο και η ευτυχία, πήρε φόρα και…

«Πάλι πλάτη σ’ έβγαλα», μονολόγησε δυσαρεστημένη η Άννα που της άρεσε οι φωτογραφίες της να έχουν πρόσωπα, για να είναι ζωντανές, όπως έλεγε.

Όταν ο Βαγγέλης ξανάνοιξε τα μάτια, ο ουρανός δεν είχε ήλιο, μόνο σύννεφα και κάδρο το παράθυρο του νοσοκομείου.

«Δυστυχώς, η βλάβη στα πόδια είναι μη αναστρέψιμη, πάλι καλά που σώθηκε».

Αυτά ανακοίνωσε το στόμα του γιατρού πάνω απ’ το κεφάλι του που ήταν ακόμη μουδιασμένο και μπροστά στα αποφλοιωμένα πρόσωπα των γονιών του και από τότε η ζωή απέκτησε δύο βοηθητικές ρόδες σαν αυτές που του είχε βάλει ο παππούς του στο ποδήλατο, μέχρι να μάθει να κρατά ισορροπία και να μην τις χρειάζεται πια. Μόνο που αυτές οι ρόδες έγιναν μόνιμες και το αναπηρικό καροτσάκι η δεύτερη φύση του. Η βουτιά στη θάλασσα εκείνο το μεσημέρι ήταν βουτιά σε μια νύχτα που χρειαζόταν πολύ προσπάθεια να γίνει πάλι μέρα.  Ο Βαγγέλης πέφτωντας στο νερό δεν υπολόγισε καλά.  Αυτός που είχε μάθει κάθε σπιθαμή του νησιού, άφησε το σώμα του με δύναμη να πέσει πάνω στα βράχια με αποτέλεσμα τα κάτω άκρα του να μην σταθούν πότε ξανά όρθια.

«Λοιπόν», ρωτάει η Μαριάνθη, που τον κρατά ακόμη τρυφερά στην αγκαλιά της, «αυτή εδώ δεν είναι πιο ωραία εικόνα;» και τον σφίγγει περισσότερο πάνω της, για να κάνει την αίσθηση εντονότερη.

«Είναι», της απαντά. « Εκείνη είναι το παρελθόν μου» και δείχνει με το βλέμμα τη φωτογραφία που παλεύει να σωθεί κάτω απ’ τις ρόδες του καροτσιού. «Αυτή εδώ, όμως, είναι το μέλλον μου» και τη φιλά δυνατά στο στόμα με μάτια κλειστά, για να μην καταλάβει πόσο πονά.

 

 

της Ελένης Λαμνάτου

H Ελένη Λαμνάτου αποφοίτησε απ’ τη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε εκπαιδευτικά προγράμματα ψυχολογίας, μαθήματα κινηματογράφου και φωτογραφίας, λαμβάνοντας μέρος σε ομαδικές εκθέσεις. Τον τελευταίο χρόνο ειδικεύεται στη Συμβουλευτική Ψυχολογία και τον Επαγγελματικό Προσανατολισμό. Έχει βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα. Έχει εκδώσει δύο νουβέλες, Μνήμες απουσίας (Εκδόσεις Δωδώνη), Επισκέψεις (Εκδόσεις Άπαρσις), και μία συλλογή διηγημάτων, Μια φορά και μια στιγμή (Εκδόσεις Πανέκτυπον). Η Τέχνη, οι στιγμές και τα ταξίδια είναι βασικοί άξονες της προσωπικής της διαδρομής.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ιωάννα Μπαλάφα

    Πολύ δυνατό κείμενο, συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  2. ΕΛΕΝΗ

    Σας ευχαριστώ πολύ. Μου δίνει μεγάλη ευτυχία αυτά που γράφω να αγγίζουν αυτούς που τα διαβάζουν.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!