Select Page

Μηδέν

Μηδέν

sad-sorrow-woman

 

«Ναι, όντως… υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που η αθλιότητα της ύπαρξής τους μοιάζει με την πόρνη που κοιμάται δίπλα τους!». Η φράση της μητέρας του, ερχόταν και ξαναερχόταν στη σκέψη του όπως ο δολοφόνος που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Ήταν εκείνη τη νύχτα όταν η μάνα του είχε βρει τον πατέρα του να κοιμάται με μια πόρνη στο κρεβάτι τους. Εκείνος, μικρό παιδί τότε, δεν είχε καταλάβει τα λόγια της μάνας του, ούτε το λόγο που οδήγησε τον πατέρα του να τους εγκαταλείψει. Αργότερα έμαθε τα γεγονότα, όταν πια ήταν στην κατάλληλη ηλικία να τα κατανοήσει, παρόλα αυτά η φράση της, ερχόταν και ξαναρχόταν στο μυαλό του συνεχώς, σαν εμμονή. Όπως τώρα...

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Κοίταξε πίσω από το κρύο τζάμι, η νύχτα τον καλούσε να την εξερευνήσει σαν ερωμένη έτοιμη να του παραδοθεί. Φόρεσε το παλτό του, πήρε το καπέλο του και βγήκε στο έρημο δρόμο.

Περπάτησε σκεφτικός στο σκοτεινό σοκάκι. Ησυχία απόλυτη παντού, λες και ήταν ο μόνος άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη. Πού και πού μόνο ο ήχος από τις ρόδες κάποιας άμαξας που γλιστρούσαν στο χιόνι επιβεβαίωνε την ύπαρξη ζωής. Ήξερε που θα πάει, όπως κάθε φορά εξάλλου... Στη συνοικία με τα χαμόσπιτα και τις ιερόδουλες. Θα έκανε για άλλη μία νύχτα το κέφι του δίνοντας ένα ευτελές ποσό σε ευτελείς γυναίκες, όπως τις αποκαλούσε...

Προχώρησε βιαστικός. Είχε περάσει η ώρα κι η μικρή Σιμόν θα ανησυχούσε. Τον τελευταίο καιρό η Σιμόν ήταν η μόνιμη επιλογή του μεταξύ όλων των υπολοίπων ιεροδούλων του «σπιτιού». Μπορεί η γριά που τις προωθούσε, βλέποντας την απουσία του, να την είχε αναγκάσει να πάρει πελάτες. Η σκέψη και μόνο τον έκανε να εξοργιστεί. Η Σιμόν ήταν μόνο δική του! Είχε κάνει συμφωνία με τη γριά να την έχει αποκλειστικά αυτός και μόνο αυτός, πληρώνοντάς της ένα αρκετά μεγάλο ποσό για την αποκλειστικότητα αυτή. «Αν έχει γίνει κάτι τέτοιο...», σκέφτηκε με θυμό και άρχισε να περπατά πιο γρήγορα.

Χτύπησε αναστατωμένος τη πόρτα του σπιτιού με το κόκκινο φως, του άνοιξε η γριά. «Πού είναι η Σιμόν;», τη ρώτησε σπρώχνοντάς τη για να περάσει μέσα. «Πού θες να είναι; Με πελάτη είναι φυσικά!», του απάντησε, «Τι νόμιζες, θα την άφηνα εγώ να περιμένει εσένα και να χάνει μεροκάματα;»
Την έσπρωξε τόσο δυνατά που εκείνη παραπάτησε και σωριάστηκε στο πάτωμα φωνάζοντας και ρίχνοντάς του κατάρες. Όρμησε στις σκάλες και ανέβηκε στα δωμάτια, φωνάζοντας το όνομα της μικρής πόρνης. Εκείνη πετάχτηκε έξω τρομαγμένη. «Τι συμβαίνει; Τι έπαθες;», τον ρώτησε με αγωνία. Την τράβηξε από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιό τους. «Εδώ!», της είπε. «...εδώ θα μείνεις μέχρι να κανονίσω τη γριά! Δεν θα το κουνήσεις ρούπι, κατάλαβες;» και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. «Τι πας να κάνεις; Μείνε, σε παρακαλώ…», τον παρακάλεσε εκείνη με νάζι. Το μυαλό του θόλωσε με τη σκέψη του γυμνού της κορμιού. Τόσο καιρό τώρα κι ακόμη δεν την χόρτασε. Γύρισε και κάνοντας μια κίνηση την άρπαξε από τη μέση. «Θέλεις να μείνω; Πες μου!», τη ρώτησε με πάθος, «Ναι, θέλω… πολύ...», απάντησε ξέπνοα εκείνη. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την οδήγησε στο κρεβάτι. Την ξάπλωσε απαλά στα σεντόνια, «...έλα... », του ψιθύρισε με λαγνεία κοιτώντας τον στα μάτια...
Ο ήχος από την άμαξα που περνούσε στο στενό σοκάκι τον ξύπνησε απότομα. Γύρισε με αγωνία και την είδε να κοιμάται δίπλα του αποκαμωμένη. Το γυμνό κορμί της, πανέμορφα προκλητικό, γυάλιζε κάτω από το φως του φεγγαριού που τρύπωνε μέσα από τις μισάνοιχτες κουρτίνες. Την εξερεύνησε με αχόρταγο βλέμμα. Άπλωσε το χέρι και με απαλές κινήσεις άρχισε να χαϊδεύει το πορσελάνινο κορμί της, ξεκινώντας από τα δάχτυλα των ποδιών και φτάνοντας στο στήθος της. «Είσαι δική μου...», σκέφτηκε, «…είσαι δική μου, μικρή μου Σιμόν!»
«Χα, χα!… πλήρωσες πολλά για να είναι δική σου… κι είναι μια άθλια πόρνη που ανήκει σε όποιον πληρώνει τα περισσότερα... ίδιος κι εσύ όπως ο πατέρας σου!», η φωνή αντήχησε πάλι στο μυαλό του και του σάλεψε τη λογική.

Η ανάσα του κόπηκε καθώς θυμήθηκε τη φράση της μάνας του, «...η αθλιότητα της ύπαρξης… η αθλιότητα της ύπαρξης... », η ίδια φράση επαναλαμβανόταν στο μυαλό του ξανά και ξανά... Έπεσε βογκώντας πάνω στη μικρή του πόρνη, ακουμπώντας το πρόσωπό του στο πρόσωπό της. Εκείνη μισάνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε γλυκά. «Σ’ αγαπώ!», του είπε νυσταγμένα. Με μιας το μυαλό του θόλωσε, θυμήθηκε τα λόγια που του έλεγε η μάνα του όταν ήταν στη εφηβεία. «Καμία πόρνη δεν αγαπάει κανέναν πελάτη. Να το θυμάσαι!».

«Δεν αγαπάς κανέναν! Είσαι μια ψεύτρα!», της φώναξε «...μια ψεύτρα όπως όλες του σιναφιού σου!» ούρλιαξε και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Άρχισε να την σφίγγει δυνατά, κάνοντάς την ταυτόχρονα δική του. Η Σιμόν ξέπνοη προσπαθούσε να αντιδράσει κλοτσώντας σαν αγρίμι και γρατζουνώντας τον στη πλάτη. «Όχι μικρή μου πόρνη, δεν θα σε αφήσω. Θα σε πάρω χωρίς ανάσα...», της είπε, «θα σ’ αρέσει, το ξέρω! Αφού είσαι μια πόρνη, μια άθλια γυναίκα, μια βρώμα. Είσαι ένα τίποτα, σου αξίζει να πεθάνεις!», της φώναξε στερώντας της και την τελευταία ελπίδα ζωής. Μέχρι που έπαψε να αντιστέκεται. Μέχρι που τα καταπράσινα μάτια της έμειναν ασάλευτα, χωρίς ζωή, να τον κοιτάνε παγωμένα. Η Σιμόν, η δική του Σιμόν, ήταν νεκρή...

Σκέπασε το παγωμένο της κορμί με το σεντόνι, της χάιδεψε τα μαλλιά. Φόρεσε το παλτό του και βγήκε από το δωμάτιο με προσοχή. Πέρασε από το χολ και βγήκε στον έρημο δρόμο. Είχε αρχίσει να χαράζει. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έκαναν δειλά τη παρουσία τους ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα. Το αχνό φως του χειμωνιάτικου ήλιου έστειλε τις αχτίδες του στο πάρκο. Γύρω ησυχία, μόνο κάτι σκυλιά ούρλιαζαν από μακριά. Στο δρόμο ένας πρωινός περαστικός περπατούσε σκυφτός, χωμένος κάτω από το καπέλο που του έκρυβε το πρόσωπο. Το μοναδικό σημάδι ύπαρξης του ήταν το ζεστό χνώτο του που πάγωνε στο αντάμωμά του με τον παγωμένο αέρα. Πέρασε βιαστικός από το πάρκο.
Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Η μητέρα θα ήταν περήφανη γι’ αυτόν. Έκανε το καθήκον του, εκδικήθηκε τον πατέρα του, φέρθηκε σαν άντρας! Όμως… η μικρή Σιμόν, η πόρνη που τόσο αγαπούσε, δεν υπήρχε πια! Τα πράσινα λάγνα μάτια της, ήρθαν στο μυαλό του κοιτώντας τον με παράπονο, ζητώντας του το λόγο. «Γιατί; Εγώ σε αγαπούσα! Γιατί;...»
Ανήμπορος, περπάτησε με κόπο στο μικρό πάρκο και σωριάστηκε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά του. Έτρεμε ολόκληρος, αλλά δεν ήταν από το κρύο. «Τι έκανα; Τι έκανα; Σιμόν, μικρή μου αγάπη... Τι σου έκανα;» ούρλιαξε σαν αγρίμι και το ουρλιαχτό του έσκισε τη νεκρική σιγή της πόλης.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

5 Σχόλια

  1. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Σαν παλιό cinema… Αγωνία με … ένα αναμενόμενο τέλος που ήταν το αποτέλεσμα ενός παιδικού, ψυχικού τραύματος!
    ΜΠΡΑΒΟ!!!!!!!

    Απάντηση
  2. Καρμέλ Σώτου

    Εξαιρετική και καλογραμμένη ιστορία! Μου άρεσε πολύ!

    Απάντηση
  3. Καλλιόπη Κουντουρόγιαννη

    Σας ευχαριστώ όλους πάρα πολύ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!