τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Μια αυτοβιογραφία, της Αγκάθα Κρίστι

Μια αυτοβιογραφία, της Αγκάθα Κρίστι

 

γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Η 15η Σεπτεμβρίου 1890 είναι μία αξιομνημόνευτη ημερομηνία τόσο για την αγγλική λογοτεχνία όσο και την παγκόσμια αστυνομική λογοτεχνία, καθώς στο Τορκί του Ντέβον γεννήθηκε μια μεγάλη λογοτεχνική μορφή, η Αγκάθα Κρίστι, με το όνομα Αγκάθα Μέρι Κλαρίσα Μίλερ. Ήταν το τρίτο παιδί του Φρέντερικ Άλβα Μίλερ, Αμερικανού που είχε μεταναστεύσει στη Βρετανία, και της Κλάρα Μπόεχμερ, γεννημένης στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας.

Στο βιβλίο της «Μια αυτοβιογραφία» η Αγκάθα Κρίστι υποστηρίζει ότι μία από τις μεγαλύτερες καλοτυχίες της ζωής ενός ανθρώπου είναι να ζήσει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. «Εγώ», γράφει, «είχα μια πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία». Η μικρή Άγκαθα μεγάλωσε με ένα πατέρα που είχε εισοδήματα και δεν εργαζόταν, αλλά πήγαινε στη λέσχη να παίξει ουίστ και κρίκετ. Ήταν, θυμάται, καλοσυνάτος, γενναιόδωρος και εξ φύσεως γαλήνιος. Η μητέρα της ήταν αινιγματική και σαγηνευτική.

Ως παιδί έζησε με ανέσεις και ασφάλεια, αλλά στην ηλικία των έντεκα ετών πέθανε ο πατέρας της από πνευμονία, οπότε αντιμετώπισε την ανέχεια και προβληματίστηκε για το μέλλον της. Την ίδια εποχή, όταν η Αγκάθα άρχισε να γράφει ποιήματα, η αδελφή της, η Ματζ, έγραφε παιδικές ιστορίες. Από νωρίς της άρεσαν τα παραμύθια, ιδιαίτερα εκείνα με ιστορίες τρόμου, με άγρια ζώα και μάγισσες.

Μεγαλώνοντας, άφησε τα παραμύθια και έπιασε τα βιβλία για μεγάλους. Άρχισε από τα ιπποτικά έργα του Ουόλτερ Σκοτ και συνέχισε με Ντίκενς, προτιμούσε τον «Ζοφερό οίκο» του, ένα μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή και ανατροπές. Επίσης, διάβαζε Αλέξανδρο Δουμά και μάλιστα στα γαλλικά. Ενθουσιασμένη από τις περιπέτειες των ηρώων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν διάφορους κινδύνους, αποφάσισε να ζήσει και η ίδια μια περιπέτεια. Έτσι, με την αυτοπεποίθηση ώριμης γυναίκας, όταν το 1911 μητέρα της την πήγε στο Παρίσι, μπήκε σε ένα αεροπλάνο και πέταξε στους αιθέρες, ήταν μια δοκιμαστική πτήση που φανέρωσε τις σωματικές και ψυχικές αντοχές της.

Έχοντας διαβάσει βιβλία του Γκαστόν Λερού, του Άρθουρ Κόναλ Ντόιλ με τον Σέρλοκ Χολμς, αποφάσισε να γράψει τις δικές της ιστορίες εγκλημάτων.

Το 1914 παντρεύτηκε έναν νεαρό υπαξιωματικό της αεροπορίας, τον Άρτσιμπαλντ Κρίστι. Μόλις άρχισε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος,, και ενώ ο σύζυγός της υπηρετούσε, η Αγκάθα εργάστηκε εθελοντικά ως βοηθός στο φαρμακείο ενός νοσοκομείου στο Λονδίνο. Στο νοσοκομείο έμαθε για τα δηλητήρια και άρχισε να φτιάχνει αλοιφές.

Η ιδέα για την πρώτη αστυνομική ιστορία της ήρθε εύκολα, το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένας ήρωας, ένα ντετέκτιβ που δε θα έμοιαζε με τον Σέρλοκ Χολμς ούτε με τον δημοσιογράφο Ρουλεταμπιλ, ένα δικό της δημιούργημα. Κι έτσι γεννήθηκε ο Πουαρό, ένας κοντός, ευφυής Βέλγος με μεγαλοπρεπές όνομα: Ηρακλής. Εμπνεύστηκε τον Ηρακλή Πουαρό επισκεπτόμενη ένα στρατόπεδο Βέλγων προσφύγων στη Βρετανία, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έγραψε το πρώτο μυθιστόρημά της, το «Η μυστηριώδης υπόθεση στο Στάιλς», το έστειλε σε ένα εκδότη και περίμενε. Ύστερα από δύο χρόνια ο εκδότης κάλεσε την Κρίστι να υπογράψει συμβόλαιο. Το 1920 εκδόθηκε στην Αμερική και το 1921 στην Αγγλία και η φιλόδοξη συγγραφέας πετούσε από την χαρά της. Το όνομα στο εξώφυλλο ήταν Αγκάθα Κρίστι, με αυτό έγινε διάσημη κι ας πήρε διαζύγιο από τον Άρτσιμπαλντ το 1928, ήδη το 1919 απέκτησαν την κόρη τους, τη Ρόζαλιντ Μάρκαρετ Κλαρίσα.

Η Αγκάθα Κρίστι καθιερώθηκε ως συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας από το πρώτο κιόλας μυθιστόρημά της κι έγινε η δημοφιλέστερη και εμπορικότερη του είδους. Το 1971 της απονεμήθηκε από τη Βασιλική Αυλή της Βρετανίας ο τίτλος της Dame για την προσφορά της στην λογοτεχνία, ήδη είχε χαρακτηριστεί «βασίλισσα του εγκλήματος». Εκείνο το μυθιστόρημα καθιέρωσε επίσης τον Ηρακλή Πουαρό ως τον δημοφιλέστερο και ευφυέστερο ιδιωτικό ντετέκτιβ του κόσμου.

Περιέργως η Κρίστι γοητευόταν από τα παράξενα, τα ακατανόητα και τα μυστηριώδη περιστατικά που συνέβαιναν στον κόσμο. Τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της τα αναφέρει στην αυτοβιογραφία της μαζί με την πληροφορία ότι χρησιμοποιούσε ως ήρωες πρόσωπα από το περιβάλλον της ή πρόσωπα που γνώρισε στα ταξίδια της, όπως ακριβώς συνέβη και με το Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές.

Της άρεσαν η λιακάδα και τα μήλα, σχεδόν όλα τα είδη της μουσικής. Της άρεσαν τα τρένα και οι αριθμητικοί γρίφοι και γενικότερα ό,τι είχε να κάνει με αριθμούς. Αγαπούσε τις εκδρομές στη θάλασσα και το κολύμπι αλλά και τη σιωπή, τον ύπνο, τα όνειρα. Λάτρευε το φαγητό, το άρωμα του καφέ, τα μιγκέ και τα σκυλιά. Τρελαινόταν για το θέατρο.

Σίγουρα η Αγκάθα Κρίστι, η οποία πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1976 στο Ουλίντερμπροκ και ετάφη στον περίβολο τοπικής εκκλησίας, αποτελεί συγγραφικό φαινόμενο. Τα βιβλία της έχουν πουλήσει πάνω από 2 δις. Αντίτυπα παγκοσμίως και βρίσκεται πίσω μόνο από τον Σαίξπηρ και τη Βίβλο, ενώ μέχρι στιγμής έχει μεταφραστεί σε 103 γλώσσες. Οι παράξενες ιστορίες της εξακολουθούν να γοητεύουν χάρη στις πολλαπλές εκδοχές που επινοεί, στις ανατροπές, στο παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού που παίζει με τον αναγνώστη, τον οποίο επιχειρεί να παραπλανήσει, αλλά και στο αδιόρατο χιούμορ της.

Η Αγκάθα Κρίστι ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο «Μια αυτοβιογραφία» το 1950, όταν ήταν στο σπίτι της στη Μεσοποταμία, στο Νιμρούντ, όπου ο δεύτερος σύζυγός της, ο αρχαιολόγος Μάξ Μαλόουαν, έκανε ανασκαφές. Το ολοκλήρωσε περίπου 15 χρόνια αργότερα, όταν ήταν 75 ετών. Την ολοκλήρωσε λέγοντας «Φαίνεται πως είναι η κατάλληλη στιγμή να σταματήσω. Γιατί σε ό,τι αφορά τη ζωή, δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί».

Παρότι το βιβλίο αυτό είναι μια αυτοβιογραφία και ξεκινά, όπως έπρεπε να ξεκινούν οι αυτοβιογραφίες, από την αρχή και συνεχίζεται μέχρι το χρονικό σημείο όπου ολοκλήρωσε όσα είχε να πει, η Αγκάθα Κρίστι δεν επέτρεψε στον εαυτό της να περιοριστεί αυστηρά από τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Μέρος της απόλαυσης που προσφέρει αυτό το βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο μετατοπίζεται προς όποια κατεύθυνση την οδηγεί η σκέψη της, βάζει μια άνω τελεία εδώ προκειμένου να αναλογιστεί τις ακατανόητες συνήθειες των καμαριέρων ή τις παρηγοριές των γηρατειών, πραγματοποιεί ένα άλμα στο μέλλον λίγο παρακάτω, καθώς κάποιο στοιχείο του παιδικού της χαρακτήρα της θυμίζει έντονα τον εγγονό της. Ούτε αισθάνεται την όποια υποχρέωση να συμπεριλάβει τα πάντα. Παρότι περιγράφει τον χωρισμό της από τον πρώτο σύζυγό της με συγκινητική αξιοπρέπεια, αυτό που συνήθως προτιμά να θυμάται είναι οι χαρούμενες και διασκεδαστικές στιγμές της ύπαρξής της. Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν αντλήσει εντονότερη ή περισσότερο ποικιλόμορφη χαρά από τη ζωή, και το βιβλίο αυτό, πάνω από όλα, είναι ένας ύμνος στη χαρά της ζωής…

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος