Select Page

Μια νύχτα στο δάσος

Μια νύχτα στο δάσος

Το φεγγαρόφωτο την έλουσε και ξύπνησε. Κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσει η δική της ζωή. Τη νύχτα. Αλλά στην όμορφη, ευαίσθητη και τρυφερή πλευρά της. Γιατί η νύχτα έχει κι αυτήν την πλευρά, την ομορφιά στο φως του φεγγαριού, το απαλό και μυρωμένο από τα νυχτολούλουδα αεράκι, τα αστέρια που φωτίζουν επιθυμίες, αγαπημένες μνήμες, ξεκάθαρες ή θολές και συγκεχυμένες, αλλά και καλά κρυμμένα μυστικά, ένοχες συναντήσεις και σαρκικές απολαύσεις και ηδονές κάθε είδους.

Η αέρινη οπτασία της περιπλανήθηκε στο δάσος. Το λευκό της φόρεμα κολλούσε πάνω της καθώς το φυσούσε το ελαφρύ, δροσερό αεράκι της νύχτας αναδεικνύοντας μέσα από τις λεπτές του και ανεπαίσθητα διαφανείς πτυχώσεις του το καλλίγραμμο σώμα της και την απαλή της επιδερμίδα. Σχεδόν θα μπορούσε να αισθανθεί κάποιος την ευωδιά του εξέπεμπε τόσο το νεανικό και δροσερό της δέρμα της όσο και τα ξανθά μαλλιά της. Το άρωμα αυτό ήταν μεθυστικό, ξυπνούσε την πλάση, το ζήλευαν ακόμη και λουλούδια της μέρας και της νύχτας, που δεν μπορούσαν να φτάσουν την ομορφιά της.

Γενικότερα όμως, ήταν μια παρουσία που αναστάτωνε τη νυχτερινή ζωή του δάσους, τόσο την φανερή όσο και την αφανή. Κάποιες φορές νομίζουμε ή αισθανόμαστε ότι όλα είναι σιωπηρά κι ακίνητα, ότι εμείς είμαστε οι μόνοι και μοναδικοί σε ένα μέρος, το διαφεντεύουμε και του επιβάλλουμε τους δικούς μας νόμους και κανόνες. Εντούτοις, αυτό δεν συμβαίνει ποτέ με τον φυσικό κόσμο, ακόμη κι αν μας δίνει μια τέτοια ψευδαίσθηση, με αποτέλεσμα να νιώσουμε για λίγο κυρίαρχοι και επιβλητικοί σε αυτήν.

Έτσι κι εδώ τώρα. Η μορφή αυτή προκαλούσε τον θαυμασμό, αλλά και τη ζήλια, την άδολη αγάπη, αλλά και τον ανταγωνιστικό και ολέθριο έρωτα σε όλα τα πλάσματα, ζώα κάθε είδους και φυτά κάθε μορφής, σχήματος, χρώματος, προέλευσης. Τα πόδια της πατούσαν τη γη και την έκαναν να πρασινίζει, να ανθεί και να καρποφορεί. Το χώμα ύγραινε κάτω από τις πατούσες της σα να ποτιζόταν από χρυσή βροχή κι ήταν έτοιμο για γονιμοποίηση, θαρρείς και θα γεννούσε κάθε ικμάδα ζωής. Τα λουλούδια ξυπνούσαν και σκορπούσαν το δικό τους άρωμα που ανταγωνιζόταν και ανακατευόταν με εκείνο που ανέδυε το σώμα της, η επιδερμίδα της, τα μαλλιά της, η ανάσα της… Μια πανδαισία αρωμάτων σε πολυποίκιλους τόνους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αμέτρητους συνδυασμούς, απαράμιλλους και ανεπανάληπτους, αλλά και συνηθισμένους και επαναλαμβανόμενους, με στόχο πάντα την ομορφιά, είτε την αθώα είτε την ένοχη και προκλητική.

Αυτό όμως που προκαλούσε εντύπωση ήταν το άγγιγμά της. Η αφή της ήταν σα να αποτελούσε ερωτικό χάδι προς ό,τι ακουμπούσε. Με τα δάχτυλά της ανέπτυσσε μια σχεδόν ερωτική σχέση με το αντικείμενο της επαφής της. Ψηλαφούσε κάθε γωνιά του σα να ήθελε να το μάθει καλά. Ήξερε πλέον απέξω όλη τη φύση, κάθε στοιχείο της δικής της περίπλοκης και δυσνόητης πολλές φορές γλώσσας επικοινωνίας. Τους νευρώνες κάθε φύλλου δέντρου ή λουλουδιού, τους κόκκους του χώματος, τη διαφορετική ποιότητά του ανάλογα με το έδαφος όπου βρισκόταν, την υφή των πετάλων κάθε είδους άνθους, την τσιτωμένη ή ζαρωμένη επιφάνεια των καρπών ανάλογα με το αν έκρυβαν γλυκύτητα ή στυγνότητα, τους κακοτράχαλους από τα χρόνια κορμούς των δέντρων, το νοτισμένο χορτάρι από τις πρωινές δροσοσταλίδες.

Μπήκε στο αγαπημένο της καταφύγιο. Ακόμη κι ένα τέτοιο μαγικό πλάσμα έπασχε από τις δικές του ανασφάλειες κι έπρεπε να έχει το προσωπικό του ησυχαστήριο. Μια μικρή λίμνη με έντονα σμαραγδένια νερά, που αντανακλούσαν το μαύρο του έναστρου ουρανού, ήταν ο δικός της τόπος διαφυγής. Μυστικός, δυσπρόσιτος και σχεδόν απροσπέλαστος κι αθέατος από μη εξασκημένους οδοιπόρους του δάσους, περιβαλλόταν από πυκνά φυλλώματα πολλών δέντρων, κυρίως κυπαρισσιών, στα κλαδιά των οποίων κούρνιαζαν κουκουβάγιες διηγούμενες τη σοφία τους. Τα δέντρα αποτελούσαν το φυσικό οχυρό -πόσο προνοητική μπορεί να είναι η Φύση!- και προστάτευαν τη μορφή αυτή από αδιάκριτα βλέμματα.

Έκοψε μερικά ροδοπέταλα και τα πέταξε στη λίμνη κι εκείνα έβγαλαν όλο τους το άρωμα, ένα κράμα από ρόδα, γιασεμί, αγιόκλημα και νυχτολούλουδο. Μέσα σε αυτήν την αγαλλίαση, έπεσε ελαφριά στο νερό με τον χιτώνα της και πλέον, τα μέλη του σώματός της διαγράφονταν και με στην παραμικρή τους λεπτομέρεια, καθιστώντας τον ουρανό μάρτυρα αυτού του φαινομενικά αθώου θεάματος.

Ένα μακροβούτι την έφερε στον βυθό. Ο πλούτος του από διάφορες πέτρες, μικρά και μεγάλα κομμάτια του καλαίσθητου ψηφιδωτού της φύσης, την έκαναν να θαυμάσει με τη σειρά της το θαύμα της Δημιουργίας. Πόσο ικανή καλλιτέχνης είναι η Φύση! Ικανή στη ζωγραφική, με τόσες χιλιάδες χρώματα και μυριάδες αποχρώσεις τους σε όλα τα πλάσματά της∙ ικανή στη γλυπτική, με τόσες σμιλεύσεις που κάνει στο ίδιο το σώμα της βιώνοντας καθημερινά μια αργή και ομαλή ή άλλοτε γρήγορη και βίαιη αναδημιουργία. Είναι τόσο τυχερή που μπορεί να αναγεννάται ξανά. Ικανή και στη μουσική η Φύση με τις τόσες μελωδίες από τα κελαηδίσματα των πουλιών, τους ήχους των ζώων, το θρόισμα των φύλλων από τον άνεμο, το ψιθύρισμα των κυμάτων, το χάδι της θάλασσας στα βράχια και την άμμο … Ήταν πραγματικά μια δασκάλα, τροφός και Μητέρα της.

Αυτές οι σκέψεις για τη Φύση τις προκαλούνταν κάθε φορά που αντιμετώπιζε δυσκολίες και ήθελε να βρεθεί μόνη της για να σταθεί αντιμέτωπη με τον εαυτό της. Πολλές ήταν αυτές οι φορές. Καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης της -το πιο αληθινό είδωλο του εαυτού της, ο καθρέφτης της ψυχής της – και μιλούσε στον εαυτό της. Για την ακρίβεια ασκούσε την αυστηρή και αμείλικτη αυτοκριτική της. Έκανε ερωτήσεις θυμωμένα, κοιτούσε την εικόνα της με αυστηρότητα, έριχνε βλέμματα-φωτιές, δεν λυπόταν να κουνήσει το δάχτυλο στον εαυτό της απειλητικά, να τον απομυθοποιήσει, να τον υποτιμήσει, να τον προσβάλει, να τον αποδυναμώσει με κάθε τρόπο και μέσο… Και μετά, αποκαμωμένη και καταβεβλημένη ψυχικά, να ξαναγυρίσει σε προβληματικές σχέσεις που την απομυζούσαν συναισθηματικά και της αφαιρούσαν την αυτοκυριαρχία της.

Μόλις ετοιμαζόταν να εγκαταλειφθεί από τις αντοχές των πνευμόνων της, βγήκε απότομα στην επιφάνεια και κολύμπησε στην ακτή. Άπλωσε το βρεγμένο σώμα της στο χώμα, η απόλυτη επαφή με την πρωταρχική της ύλη. Άναψε μια μικρή φωτιά κι έκαψε κέδρο, πεύκο και ευκάλυπτο. Λάτρευε αυτές τις μυρωδιές, την ηρεμούσαν και την μετέφεραν σε ένα άλλο τοπίο, ήταν σα να εξάγνισαν τον χώρο της και την ψυχή της, δημιουργώντας μια προστατευτική μήτρα, η οποία την περιέκλειε στοργικά. Ξάπλωσε μπρούμυτα, έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε κάθε ικμάδα ζωής να κινείται και να μετακινείται, να δραστηριοποιείται, να αναπαράγεται στο πλαίσιο του φυσικού περιβάλλοντος. Αποκοιμήθηκε γλυκά με τις βασανιστικές της σκέψεις να την εγκαταλείπουν για λίγο δίνοντάς της την ευκαιρία να ηρεμήσει…    

Η σκοτεινή πλευρά της νύχτας, της φωτισμένης από ένα φεγγάρι λειψό και χλωμό, με ένα φως αδύναμο και αρρωστημένο, της ταίριαζε και την εξίταρε πάντα. Δεν μπορούσε να ανεχτεί τη γλυκύτητα και τον ρομαντισμό. Η σκληρότητα την χαρακτήριζε τόσο στην εξωτερική εμφάνιση όσο και στην ψυχή. Αδύνατο σώμα, στεγνό και αποστεωμένο∙ οστεώδες πρόσωπο με τα κόκαλα στις γνάθους να, μαύρα μάτια με κοκκινισμένους βολβούς και στεφανωμένα με μαύρους κύκλους, μυτερά δόντια, σουβλερή μύτη, σφιγμένα χείλη -χαρακτηριστικό δείγμα ανθρώπου με ψυχικά κενά που δεν θέλει να παραδεχτεί ότι τα έχει ούτε και να μοχθήσει να τα καλύψει- μαύρα, μπερδεμένα μακριά μαλλιά που χύνονταν άτσαλα στις ωμοπλάτες της. Τα γαμψά της νύχια έστρωσαν το μαύρο της φόρεμα. Αγαπημένο χρώμα της.

Σε αυτήν την παρουσία η χαρά δεν είχε θέση στην ψυχή της. Ήταν μονίμως μες στη μιζέρια, έβλεπε παντού την αρνητική πλευρά των πραγμάτων και της ζωής, δεν μπορούσε να απολαύσει τίποτα παρά μόνο τις πρόσκαιρες υλικές και σωματικές ηδονές και ευχαριστήσεις. Η καλλιέργεια του πνεύματος και η απόκτηση πνευματικότητας, η συνείδηση, η λεπτότητα προς τα άλλα πλάσματα, η ευγένεια τρόπων και ψυχής, ο διάλογος φάνταζαν άγνωστα και ακατανόητα σε αυτήν.

Κατηγοριοποιούσε τους ανθρώπους σε χρήσιμους και άχρηστους, ωφέλιμους και ανώφελους για την ικανοποίηση των προσωπικών της συμφερόντων και ιδιοτελών σκοπών. Ως ανώτερο και διαφορετικό ον που πίστευε ότι ήταν θεωρούσε τους ανθρώπους «ανθρωπάκια», τα προσέβαλλε και τα υποτιμούσε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, κάνοντας μάλιστα ότι δεν το αντιλαμβάνεται, αλλά προβάλλοντας την αντίδρασή της ως ορθολογική και φυσιολογική, έως και αναμενόμενη και πιθανή είτε να πραγματοποιηθεί είτε να επαναληφθεί από τον οποιονδήποτε άλλον.

Το πλέον μειονέκτημά της όμως, το οποίο έκανε τους άλλους να δεινοπαθούν ενώ εκείνη την γέμιζε ευχαρίστηση, ήταν η άρνησή της για διάλογο. Κάθε φορά που έπρεπε να επιχειρηματολογήσει για να υπερασπιστεί μια -λανθασμένη ως επί το πλείστον- θέση της, αντιδρούσε βίαια. Φωτιές πετάγονταν από το στόμα της, έδειχνε με βρυχηθμούς τα μυτερά της δόντια και έσταζαν αίμα τα μάτια της. Ακόμη και η απλή συζήτηση, η φιλική κουβέντα με κάποιο άλλο πλάσμα -ακόμη και της ίδιας νοοτροπίας με εκείνην- την έκανε να νιώθει αποστροφή και να εκφράζεται αναλόγως.

Η πανουργία της φαινόταν και στην κακώς εννοούμενη διπλωματικότητα και στρατηγική που επιστράτευε για να αντιμετώπισε κάθε ζήτημα και κυρίως, ό,τι δεν την συνέφερε. Έδινε μια προσποιητή ελευθερία λόγου και σκέψης στον συνομιλητή της και τον κατεύθυνε ύπουλα και υποχθόνια εκεί όπου επιθυμούσε. Δεν επέτρεπε στους ανθρώπους να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις κι αν ακόμη το έκαναν, δεν τις σεβόταν και δεν τις λάμβανε υπόψη της. Ήθελε πάντα και παντού να επιβάλλεται πιστεύοντας ακράδαντα ότι όλα τα γνωρίζει και όλα τα μπορεί, για όλα είναι ικανή και σε όλα είναι άξια επαίνου και θαυμασμού.

Απέφευγε τα όμορφα μέρη του δάσους. Έτσι και τώρα, περπατούσε σε ένα πολύ σκοτεινό σημείο του, με γυμνά από φυλλώματα δένδρα και άγονο χώμα, γεμάτα κακοτράχαλους βράχους και πέτρες, όπου δεν μπορούσαν να φυτρώσουν φυτά και άνθη, ένα πραγματικά αποκρουστικό μέρος χωρίς ίχνος ζωής.

Κατά βάθος, ζήλευε τα πλάσματα που δεν είχαν τη δική της αποκρουστική φύση και ήταν πιο φυσιολογικά. Υπήρχαν στο δάσος πλάσματα που έμοιαζαν πολύ με τους ανθρώπους, ήταν ανθρωποειδή, έτσι τα αποκαλούσαν. Ξωτικά που παρά τα ζωόμορφα χαρακτηριστικά τους, όπως τα αυτιά ή τα πόδια ή το σώμα ζώου, η ουρά ή το πυκνό τους τρίχωμα, εξέπεμπαν μια καλοσύνη πρωτόγνωρη, που ακόμη και η δική της καρδιά λύγιζε και γλύκαινε, αν και ποτέ δεν το είχε παραδεχτεί ούτε το είχε δείξει με τον οποιονδήποτε τρόπο. Μισούσε να την θεωρούν συναισθηματική και αδύναμη, μισούσε την αδυναμία της, την ανθρώπινη πλευρά της, που όσο περίεργο πλάσμα κι αν είσαι, πάντα μια ανθρώπινη πλευρά και εκδοχή της προσωπικότητας θα υπάρχει. Η σκληρότητά της και ο προσποιητός δυναμισμός της την έκαναν να αποστρέφεται κάθε εκδήλωση ανθρωπιάς και ανθρωπιστικού πνεύματος, να φαίνεται δήθεν απορημένη μπροστά στο πώς και το γιατί να υπάρχει καλοσύνη και κατανόηση από άλλα πλάσματα στην αντιμετώπιση κάποιων συνθηκών και καταστάσεων, ακόμη και πολύ δύσκολων.

Αυτό το πλάσμα όμως που πάντα την έκανε να νιώθει το μίσος της να ξεχειλίζει ήταν η νεράιδα. Οι νεράιδες του δάσους! Οι κυρίαρχες της μικρής τους πολιτείας παρόλο που δεν το καταλάβαιναν. Και αυτή ακριβώς η προσποιητή τους αφέλεια την έκανε ακόμη πιο άγρια και απειλητική απέναντί τους. Η προσποιητή αγνότητα της συμπεριφοράς τους, η δήθεν καλοσύνη τους, η αθωότητα της σκανδαλώδους ομορφιάς τους, που ήταν απόλυτα φυσικά και ανεπιτήδευτη την εκνεύριζαν φέροντάς την στα όρια της παραφροσύνης και ξυπνώντας της βίαια ένστικτα, που ούτε και η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι τα είχε. Ο ψυχρός ορθολογισμός της και η στερεοτυπική της λογική άλλωστε, δεν της επέτρεπαν να αντιληφθεί ή ακόμη και να ελέγξει τα έντονα συναισθήματά της και να τους επιβληθεί ή να τα χαλιναγωγήσει.

Οι αλήθειες αυτές είχαν ειπωθεί μόνο από μέσα της. Ποτέ δεν είχε εξομολογηθεί σε κανέναν αυτές τις ενδόμυχες σκέψεις της, μερικές γιατί και η ίδια αδυνατούσε να κατανοήσει ή να ομολογήσει ή και τα δύο ακόμη. Όλα τα πλάσματα, ακόμη και τα υπερφυσικά και υπεράνθρωπα, δεν μπορούν ή δεν δέχονται και ανέχονται σε πολλές περιπτώσεις την αλήθεια. Ακόμη και η δική τους φύση δεν δέχεται ή δεν αντέχει και ανέχεται την πικρή πραγματικότητα, την οποία πολλές φορές τα ίδια τα πλάσματα αυτά έχουν διαμορφώσει ή την έχουν κληρονομήσει και απλώς την συντηρούν, γιατί δεν το επιθυμούν ή δεν το αντιλαμβάνονται καθώς τους το κληροδοτούν οι  προηγούμενες γενιές τους, που μπορεί να ήταν πιο αποκρουστικές και σκληροτράχηλες.

Σκεπτόμενη αυτά, τα βήματά της την έφεραν στη μυστική λίμνη του δάσους. Μια πανέμορφη λίμνη περιτριγυρισμένη από πυκνά, καταπράσινα δέντρα, ένα μέρος σκοτεινό, αλλά με μια μαγεία να ελλοχεύει και μια ομορφιά, που εάν την ανακάλυπτε κανείς, θα έμενε άφωνος. Αν και αυτό το ειδυλλιακό τοπίο δεν της ταιριάζει, πλησίασε γιατί πολλές φορές όλοι έχουν ανάγκη από ένα καταφύγιο, μια παρηγοριά, ένα χέρι ζεστό που θα προσφέρει λίγη αγάπη και κατανόηση, μια ψυχική αρωγή και συναισθηματική στήριξη.

Προβάλλοντας στην άκρη της ακτής, ένιωσε ευχάριστα με τα πόδια της να βυθίζονται στην κρύα άμμο. Θαύμασε την ομορφιά και παραδέχτηκε ότι η ομορφιά υπάρχει και σχετίζεται με την ηρεμία, με την ευγένεια της ψυχής. Τίποτε δεν μας ασχημαίνει περισσότερο από την κακία, τη μιζέρια και την απαισιοδοξία. Έπρεπε να το παραδεχτεί. Όμως, ο εγωισμός, η αλαζονεία και η εγωπάθεια είναι πολλές φορές ισχυρότερα κίνητρα για τη συμπεριφορά μας.

Ξαφνικά, ένιωσε ένα γλυκό άρωμα να την περιβάλλει, να εισβάλει στα ρουθούνια της, να κατακλύζει κάθε πόρο του σώματός της. Παρέλυσε και η απώλεια των δυνάμεών της  την έκανε να χάσει τον αυτοέλεγχό της. Ο θυμός την κατέκλυσε. Άρχισε να κοκκινίζει το πρόσωπό της, να βράζει το μαύρο αίμα στις φλέβες της, να τρέμουν τα χέρια της και να μπήγονται τα νύχια της στο κρέας των παλαμών της, οι παλμοί της γίνονταν εντονότεροι, σφυριές κτυπούσαν το κεφάλι της. Η ομορφιά της νεράιδας που κοιμόταν λουσμένης στο φεγγαρόφωτο την έκανε να παραλύσει ολοσχερώς.

Μην μπορώντας να ελέγξει τον θυμό της -γιατί τόση ομορφιά στην πλάση, γιατί να μην της βγαίνει και της ίδιας με φυσικότητα;- πλησίασε, την χάιδεψε στοργικά και της ξέσκισε το πρόσωπο με τα νύχια της. Πριν η κοπέλα αντιδράσει, δεν έχασε καιρό. Της ξερίζωσε τα μαλλιά -θα τα έπλεκε στεφάνι με μυρωμένα λουλούδια για να οσφραίνεται ηδονικά το άρωμά τους-, της έβγαλε τα μάτια από τις κόγχες -θα τα κοιτάζει καθημερινά για να θαυμάζει το γαλάζιο του ουρανού- , τις μάτωσε τα χείλη -έγλειψε το αίμα με απόλαυση, σα να την φιλούσε στο στόμα και να έπαιρνε λίγη από την ανάσα της-, κομμάτιασε το σώμα της και φύλαξε τα κομμάτια του -την εξίταρε η μυρωδιά του δέρματός της.

Η μέρα την βρήκε να προσπαθεί να κρυφτεί από τον ήλιο, ένα ήλιο που φανέρωνε το έγκλημά της, αλλά και μύριζε το άρωμά της. Ένα συνονθύλευμα από αγιόκλημα, γιασεμί και νυχτολούλουδο, κομμένο πεύκο, κυπαρίσσι, κέδρο κι ευκάλυπτο, παρμένο από το δέρμα της αγαπημένης της, μιας παθολογικής αγάπης που δεν μπόρεσε να ελέγξει.

 

_

γράφει η Αθηνά Μαλαπάνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Το σύν και το πλήν , το άσπρο και το μαύρο, η απαλότητα με την τραχύτητα, το φως και το σκοτάδι, το άρωμα και η απόκοσμη οσμή του θανάτου…Μήπως ακριβώς αυτό δεν είναι το πέρασμα μας από τον ταλαίπωρο αυτό κόσμο????

    ΜΠΡΑΒΟ !!!!!!!!!!!!!
    Προσεγμένο , ομορφογραμμένο το κείμενό σου, ΑΘΗΝΑ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!