Αθήνα 02/01/1914

Σου γράφω αδερφέ μου ετούτο το γράμμα
για να σου ευχηθώ, να σου μηνύσω αγάπη!
 
Ετούτη η Πρωτοχρονιά δεν ήταν σαν τις άλλες,
το χρυσό κλουβί του πατέρα με πνίγει κι ο γάμος που θέλει να γίνει,
φαντάζει για μένα χαμός.
Ένας βαρύς μακρύς χειμώνας είναι και η μάνα όλο ετοιμάζει τα προικιά,
- σαν μάνα αράχνη πλέκει γύρω μου ιστό -
πού να πιαστώ που παγιδεύομαι;

Η Βάγια η ξαδέρφη μας λέει πως ο Μάνος έχει χρυσή καρδιά
και πως κοντά του θα ευτυχήσω∙
μα πες, νοείται η χαρά χωρίς στάλα αγάπης;

Προχθές περάσαμε απ’ το μαγαζί του με τα υφάσματα,
και δώσ’ του γέλια και λουλούδια εκείνος,
και να ο καφές στη χόβολη με τα σμυρνέικα λουκούμια
και να η δική μου η καρδιά που γύρευε συνέχεια την έξοδο να φύγει,

θέλουν ο γάμος μας να γίνει Απρίλη...

Μα πως θα γίνει αυτός ο γάμος, αδερφέ μου, σε ρωτώ;
Τα χέρια μου ακόμα ζητάνε τα δικά του.
Ποτέ δεν τον ξεπέρασα και ας πάνε τρία χρόνια
κι έρχονται μέρες που μου φαίνεται φορτίο αβάσταχτο να μεγαλώνω μακριά του…
 

Άκουσε με αδερφέ μου, εσύ μόνο γνωρίζεις για εμένα και για 'κείνον πως υπήρξαμε μαζί.
Στο λόφο πάνω έμαθα πως από τότε ζει,
δεν θέλησε ύστερα από μας να φτιάξει την ζωή του...

Και σου ζητάω, αίμα μου, μια τελευταία χάρη:

σε εκείνον θέλω γρήγορα να πας,
για μένα να μιλήσεις,

εμπόδισε τον γάμο μου και φέρε τον κοντά μου…

Φιλιώ

 

_

γράφει η Δέσποινα Ντάση

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!