Select Page

Μπαμπά; του Δημήτρη Π. Μποσκαΐνου

Μπαμπά;  του Δημήτρη Π. Μποσκαΐνου
sea_girl_crp

Φωτογραφία: Μάχη Τζουγανάκη

Τρία χρόνια μετά.
Σπίτι, υπνοδωμάτιο

Διάβαζε την εφημερίδα του ξαπλωμένος με τα ρούχα, πάνω στο διπλό τους κρεβάτι. Το μάτι του έπεσε στην ημερομηνία πάνω δεξιά: 23-09-2012. Θα ήταν έντεκα σήμερα, σκέφτηκε κι ένα δάκρυ κύλισε ύπουλα χωρίς να το ελέγξει κι έπεσε από το πηγούνι του στο λευκό του πουκάμισο.

Απόγευμα και είχε λίγη ώρα για εκείνον. Η Φανή τρία χρόνια με τσακισμένη ψυχή, ήταν σε ραντεβού με τον ψυχολόγο της και θ’ αργούσε. Εκείνος που για τόσο καιρό μάζευε δύναμη από το πουθενά για να μπορεί να τη στηρίζει, είχε σαν φυσιολογικός άνθρωπος κι εκείνος τις δικές του στιγμές που το παιδί μέσα του δεν άντεχε άλλο και ξεσπούσε.

Είχε να κλάψει μήνες και προσπαθούσε ν απασχολεί τον εαυτό του με τη δουλειά ώστε να μην του επιτρέπεται να κυλά ψυχικά στο βόρβορο με τα γιατί. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στο στήθος. Ο μικρός μέσα του κουράστηκε να παίζει άμυνα και του ’στέλνε από μέρες μηνύματα.

Ως εδώ φίλε.

Ένοιωσε το περιεχόμενο του στομαχιού του να γυρίζει σα να είχε μόλις κατέβει από το πιο επικίνδυνο τρενάκι στο πιο επικίνδυνο λούνα παρκ του κόσμου. Παράλληλα, χωρίς συναίσθηση σχεδόν, τον έπνιξε ένας λυγμός. Λυγμός που έγινε σπαρακτικός και μετατράπηκε σε κλάμα γοερό γεμάτο βογκητά και δάκρυα. Σηκώθηκε, μάζεψε τα συντρίμμια του και πήγε στο μπάνιο όπου και ξέρασε το μεσημεριανό του με δυσκολία, ενώ συνέχισε να κλαίει φτύνοντας χολή.

Ξεσπούσε.

Το στομάχι του ξαναδέθηκε κόμπος εκεί που λίγο πήγε να χαλαρώσει ρίχνοντας κρύο νερό στο πρόσωπό του, όταν ανάμεσα στο δυνατό του βήχα άκουσε μια ισχνή ξεψυχισμένη φωνή. Έκλεισε τη βρύση με ταχύτητα φωτός κι αφουγκράστηκε, ενώ σκεφτόταν πως ο ψίθυρος θα μπορούσε ν’ ακούγεται κι από άλλο διαμέρισμα.

Ερχόταν από το δωμάτιό της....

…Μπαμπά;

Δεν περίμενε ότι το μυαλό του θα νικούσε και θα του ’παιζε τέτοια άγρια παιχνίδια. Δεν θα το άφηνε να τον τρελάνει. Κάποιος έπρεπε να κρατήσει και να κρατηθεί. Σκούπισε άτσαλα το πρόσωπό του με μια πετσέτα και πετώντας την κατάχαμα βούτηξε τα κλειδιά του κι έφυγε από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας...

                                                            _______________

δέκα ημέρες μετά
γραφείο ψυχιάτρου
2η επίσκεψη

«Έχεις καταλάβει μέχρι τώρα, Γιάννη... πες μου ότι δεν τρελαίνομαι κι εγώ...»

«Ασφαλώς και δεν τρελαίνεσαι, Αλέξανδρε"... », είπε ο γιατρός και ήπιε λίγο νερό. «Πρέπει όμως να το αντιμετωπίσεις. Αφού αρνείσαι να πάρεις τα ήπια αντικαταθλιπτικά που σου δίνω, πρέπει να υπάρξει άμεση και πιο δραστική λύση που, στο λέω... δεν θα ’ναι διόλου εύκολη».

«Σ’ ακούω, πρέπει να τελειώνουμε».

«Ακούς συνεχώς μια φωνή να φωνάζει “μπαμπά” μέσα από το παιδικό δωμάτιο της Ελενίτσας... Αυτό συμβαίνει πάντοτε όταν η γυναίκα σου δεν είναι στο σπίτι απ’ ότι μου έχεις πει. Κάθε φορά η ίδια αντίδραση από πλευράς σου. Φεύγεις. Αρνείσαι να δεχτείς, φοβάσαι. Τι φοβάσαι, Αλέξανδρε; Μην είναι όντως η Ελενίτσα που σε φωνάζει από το υπνοδωμάτιό της;»

«Μα πώς είναι δυνατόν; Πώς θα μπορούσε να είναι εκείνη

«Ακριβώς Αλέξανδρε, δεν είναι εκείνη... είσαι εσύ και μόνον εσύ. Το μυαλό παίζει άγρια παιχνίδια μετά από κάποιο άσχημο περιστατικό, η κατάσταση στην οποία περιήλθατε άθελά σας εσύ και η Φανή αμέσως μετά το θάνατο της μικρής ονομάζεται post traumatic stress[1] ... έχουν αναφερθεί συμπτώματα κρίσεων πανικού, εμμονές, ψυχώσεις ακόμα και οπτικοακουστικές παραισθήσεις κάποιες φορές.

Αν επιμένεις να αρνείσαι την φαρμακευτική αγωγή που κατά την άποψή μου θα σε βοηθούσε στο στάδιο αυτό και θα σε χαλάρωνε κάπως, θα στο πω απλά, πάψε να φεύγεις από το σπίτι κάθε φορά που ακούς φωνές ή τέλος πάντων ακόμα και τη συγκεκριμένη φωνή και... ΜΠΕΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ».

Ένοιωσε ένα σφίξιμο στο υπογάστριο το οποίο διαχύθηκε στα κάτω άκρα του σαν μυρμήγκιασμα. Ο τρόπος με τον οποίο ο γιατρός φώναξε σχεδόν αυτές τις τρεις λέξεις, τον στοίχειωσε.

                                                        _______________

 

Σπίτι
Επόμενη μέρα
έξω από το δωμάτιό της

Μπαμπά;

Γύρισε αποφασιστικά το χερούλι κι άνοιξε την πόρτα. Η φωνή ξανακούστηκε αλλά όχι πια με απορία... πιο πολύ με κάποιο θαυμασμό, μια ευχαρίστηση.

Μπαμπάαααα!!!

Σκέφτηκε να κάνει και πάλι μεταβολή και να το βάλει στα πόδια. Οι μύες του έλαβαν εντολή από τον εγκέφαλο. Ο φόβος και η απόγνωση μετέφεραν το μήνυμα. Τη στιγμή όμως ακριβώς που έστριβε να πιάσει και πάλι την πόρτα, την είδε...

Ήταν και δεν ήταν αυτή. Ήταν το ίδιο κορίτσι ντυμένο με τα ίδια ρούχα στην ίδια ηλικία που είχε ακριβώς όταν την έχασαν, τα ίδια σγουρά μαλλιά, το ίδιο χαμόγελο, όμως ήταν σα μια προβολή που τρεμόπαιζε, πιάστηκε από το χερούλι της πόρτας και πήρε μια ανάσα για ν’ αντέξει.

«Ελενίτσα; Θεέ μου, είσαι στ’ αλήθεια εσύ ή τρελαίνομαι, καρδιά μου;»

Γιατί αν τρελαίνομαι αξίζει αφού σε βλέπω και πάλι, σκέφτηκε.

Εγώ είμαι μπαμπά μου, μη φοβάσαι, εγώ η Ελενίτσα σου είμαι και ήρθα να σου πω ότι πρέπει να χαίρεστε και να πάψετε να λυπάστε.

Ήταν στ’ αλήθεια εκείνη ή καλύτερα, μια φασματική απεικόνισή της. Άρχισε να κλαίει και πάλι. Για πρώτη φορά τα δάκρυα που μούσκευαν το πρόσωπο και τα ρούχα του ήταν από χαρά.

«Ελενίτσα μου, καρδιά μου, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;»

Είμαι σ’ ένα υπέροχο μέρος μπαμπά. Σε έναν τόπο που τα λόγια δεν μπορούν εύκολα να τον περιγράψουν. Τα ανθρώπινα λόγια τουλάχιστον, αδυνατούν.

Έτριψε και ξανάτριψε τα μάτια του. Ήταν όντως εκείνη, σε μικρή ηλικία μα τα λόγια της είχαν μια ωριμότητα μεγαλύτερου ανθρώπου, ήταν με κάποιο τρόπο... σοφότερη.

Ερχόμουν καιρό, σε καλούσα κι όλο έφευγες, το καταλαβαίνω. Ερχόμουν πάντοτε όταν ήσουν μόνος, η μανούλα δεν θα το άντεχε. Είμαι καλά αυτό να ξέρετε μόνο, εκεί που είμαι είναι για... πάντα μπαμπά, εκεί δεν γίνεται να πεθάνεις και ξέρεις κάτι; Εκεί θα έρθετε κάποτε κι εσύ και η μαμά και θα ’ναι όλα σαν πρώτα, μόνο πολύ-πολύ καλύτερα. Είναι κι ό παππούς εκεί και ο Μπόμπι το σκυλάκι μου που το χάσαμε κουταβάκι ακόμα, θυμάσαι;

Κουνούσε θετικά το κεφάλι του κι έκλαιγε σα μωρό παιδί. Η θάλασσα μέσα του βρισκόταν μετά από χρόνια σε μια πρωτόγνωρη για εκείνον νηνεμία. Γύρισε και την κοίταξε που χαμογελούσε, έλαμπε ολόκληρη

Θα φύγω τώρα μπαμπά, να μιλήσεις στη μαμά, εξήγησέ της σε παρακαλώ, κι αν δε σε πιστέψει... δώσε της κουράγιο απ’ το δικό σου. Τώρα πια ξέρεις και πρέπει να κάνεις κουράγιο. Σ’ αφήνω μπαμπακούλη μου, μη λυπάσαι σε παρακαλώ, θα τα πούμε όταν πρέπει και θα ’ναι για πάντα, έχε υπομονή έχετε κι οι δυο σας υπομονή, σας αγαπώ πολύ πολύυυυυυυυυυυυυυυυ

Το φωτεινό φάσμα της άρχιζε να τρεμοπαίζει με μεγαλύτερη συχνότητα, χανόταν. Άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι εκείνη το δικό της. Άγγιξε το φως της για μια απειροελάχιστη στιγμή, μα ήταν αρκετή. Η ψυχή του ζεστάθηκε μια και καλή πια.

                                                                 _______________

Είπε ψέματα στο γιατρό, ότι δήθεν νίκησε το φόβο του και μπήκε στο δωμάτιο, όπου φυσικά το βρήκε άδειο. Ήταν όλα παιχνίδια του μυαλού, παραδέχτηκε και τώρα ήταν καλύτερα, έπαψαν και οι φωνές. Ήταν πλέον ένας άλλος άνθρωπος. Πιο δυνατός, πιο φωτισμένος. Βοήθησε τη Φανή να σταθεί ξανά στα πόδια της και να πάρει κουράγιο και δύναμη από εκείνον. Ένοιωθαν πάλι ένα, άρχισαν να κοιμούνται μαζί , ξανάρχισαν να κάνουν έρωτα.

Περίμενε για την κατάλληλη στιγμή να τη νιώσει δυνατή και ικανή να της τα πει όλα. Ήξερε ότι θα τον ένοιωθε και θα τον πίστευε. Έτσι κι έγινε. Εκείνος μιλούσε κι εκείνη έφτιαχνε εικόνες με το μυαλό της με τα μάτια της εστιασμένα κάπου αόριστα. Αγκαλιάστηκαν σαν παιδιά στο τέλος κι έκλαψαν από χαρά. Γελούσαν κι έκλαιγαν μαζί.

Όμως... είχε και η Φανή κάτι να του πει...

Ήταν έγκυος.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

 

 

 

[1] Μετα-τραυματικό στρες

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

5 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Δημήτρη, περιγράφεις σκηνές που μουδιάζουν και βουρκώνουν για κάποιον πολύ ιδιαίτερο και προσωπικό μου λόγο.
    Περιγράφεις μία απώλεια και την ψυχική της φθορά με τρόπο που δεν αφήνεις απ’ έξω τον αναγνώστη στα δύσκολα αυτά συναισθήματα. Δίνεις εκείνο το χρόνο με το καλημέρα σας (αυτά τα 3 χρόνια μετά) που έρχεται για να επουλώσει, για να βάλει τελείες, μα κυρίως για να αποδώσει τη δικαιοσύνη της ελπίδας… Ομορφογραμμένο όπως όλα εξάλλου τα έργα σου.

    Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Τον θαυμασμό μου θα εκφράσω για άλλη μια φορα …η γραφή σου συγκλονίζει…να είσαι καλά Δημήτρη!!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Η ήττα του θανάτου και των απαισιόδοξων οπτικών ζωής εάν το δούμε πιό σφαιρικά.. εντάξει, εύγε, ως συνήθως!!!!

    Απάντηση
  4. Πλοκαμάκη Χρυσούλα

    Συγκλονιστικό, Δημήτρη!!!
    Η ζωή κι η ελπίδα ξαναγεννιέται από τις στάχτες του θανάτου και την απελπισία της απώλειας!
    Εύγε!!!

    Απάντηση
  5. Έλενα Σαλιγκάρα

    Υπέροχο!!
    Νομίζω πως κάθε γονιός που έχει περάσει αυτό το φριχτό γεγονός θα ήθελε να ζήσει μια τέτοια σκηνή.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!