«Μόνο λίγα χιλιόμετρα – Ιστορίες για την Ιστορία» – Μαρία Ευθυμίου

28.05.2020

σχόλια

 

(Μαρία Ευθυμίου, σ’ ευχαριστώ από καρδιάς…)

 

«Μόνο λίγα χιλιόμετρα – Ιστορίες για την Ιστορία»

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Είναι γεγονός – πάντα απαισιόδοξος – πως ποτέ δεν είχα προσδοκίες ότι στη δύση τής ζωής μου θα βίωνα μιαν πιο λαμπερή Ελλάδα, απ’ αυτήν που γευόμουν νέος. Πίστευα, όμως, ότι θα ζούσα σ’ έναν κατά τι καλύτερο ‘‘παράδεισο’’, από εκείνον που είχα βρεθεί, όταν έκανα τα πρώτα βήματα στην ζωή, στις γραφές που άρχισα να γνωρίζω κάπου εκεί στα μέσα τής δεκαετίας τού ΄60, γυμνασιόπαις.

Ήταν τότε, που άρχιζα να έρχομαι σ’ επαφή με κείμενα του Καραγάτση, του Τερζάκη, του Πολίτη, του Θεοτοκά, του Βενέζη, του Τερζάκη, αλλά και την ποίηση του Παλαμά, του Σικελιανού, του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Εγγονόπουλο και άλλων.

Αυτοί μου έμαθαν να διαβάσω κάτω από τις λέξεις, πίσω από τις φράσεις.

Το ταξίδι, από τον Παλαμά ίσαμε τον Ανδρόνικο, όταν τον ακολούθησα στην τρύπα τού τάφου τής Βεργίνας, από τον Ξενόπουλο ίσαμε τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, όταν τον ακολουθούσα στη Μαγούλα τής Σπάρτης στα μαθήματα της Σχολής Ελευθέρας Φιλοσοφίας, από τον Απόστολο Μελαχροινό ίσαμε τη Μαρία Ευθυμίου, που ξανά χθες άνοιξα και πάλι το βιβλίο της «Μόνο λίγα χιλιόμετρα», κράτησε δεκαετίες και ήταν συναρπαστικό.

Η εκλεκτή Δασκάλα τής Ιστορίας, χθες πληροφορήθηκα, πως παραιτήθηκε από την επιτροπή για τον εορτασμό τών 200 χρόνων από την Εθνεγερσία.

Και ξανάπιασα το βιβλίο της στα χέρια μου. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι Έλληνες.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή.

Την οικογένεια Ευθυμίου τη γνώριζα ως μια εκ των παλαιότερων και σημαντικότερων οικογενειών τής πόλης τής Λάρισας. Όσο και την, εκ μητρός της οικογένεια, Βακάλη.

Όπως γνώριζα και την οικογένεια του συζύγου: Χατζηλάκου… Η αξιοσέβαστη Μαίρη Χατζηλάκου είχε αφήσει μέσα μου ζωηρή εκτίμηση, ως άοκνο στέλεχος του Ωδείου τής πόλης μας, επί δεκαετίες. Βεβαίως και κρατούσα με σεβασμό στη μνήμη μου το μυθιστόρημα «Οιδιπόδειο σε παραλλαγή» του Γιώργου Χατζηλάκου (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ).

Για την ίδια, την Μαρία Ευθυμίου, ήξερα λίγα, αλλά σημαντικά. Τα περισσότερα εξ αιτίας τής παραίτησής της από τον Σύλλογο Μελών Δ.Ε.Π. της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που συνοδεύτηκε από μια επιστολή – καταπέλτη για τον ευτελισμό τού συλλόγου και την κατάντια των πανεπιστημίων μας. Το βιβλίο της «Μόνο λίγα χιλιόμετρα – Ιστορίες για την Ιστορία» μ’ έσπρωξε να ψάξω και να μάθω αρκετά. Και να υποκλιθώ απέναντι στην εκπαιδευτικό – παιδαγωγό – ιστορικό – πανεπιστημιακό.

Με το βιβλίο της στο χέρι, ξεκινώ αντίστροφα. Από το τέλος δηλαδή. Αντιγράφω ένα συγκλονιστικό απόσπασμα, σχετικό με τις μνημειώδεις διαλέξεις της για θέματα ιστορίας:

«Τόσες χιλιάδες ώρες ομιλίας κατά τις διδασκαλίες μου, που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτ’ άλλο παρά ενός λεπτού σιγή για την ελληνική γλώσσα, τη σπουδαία γλώσσα μου, που υποβαθμίζεται, τσαλακώνεται και πετιέται, για την ομορφιά των ασβεστωμένων τοίχων με το γιασεμί, που έχουν, πια, μετατραπεί σε χώρους ρύπων και μουτζούρας, για τη μέχρι προ τριακονταετίας κραταιά ελληνική δημόσια εκπαίδευση, που καταρρέει αυτοβυθιζόμενη στη βία και την αυθαιρεσία, οι οποίες έχουν, από πολλού, καταστεί κανονικότητες της καθημερινότητάς της…»

Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στην ομιλία της – ιστορική – κατά την τελετή απονομής σ’ αυτήν του «Βραβείου Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας εις μνήμην Β. Ξανθόπουλου – Στ. Πνευματικού», τον Δεκέμβριο του 2013.

Στην αρχή τής ομιλίας της εντοπίζω ένα άλλο απόσπασμα: «Γεννιόμαστε εύθραυστα, θνησιγενή όντα, ωστόσο το παρελθόν που εμπεριέχεται μέσα μας, μας συνδέει με τον βαθύ χρόνο και μας εγκαθιστά στην αιωνιότητα… Ο χρόνος – η συνείδηση του χρόνου, άρα και του θανάτου – είναι αυτό που μας καθιστά συνειδητούς μετόχους της Ιστορίας…»

Πόση φιλοσοφία για το ποιοι είμαστε κρύβουν αυτές οι αράδες; Πόσες φιλοσοφικές απόψεις συνοψίζονται σ’ αυτήν την σκέψη τής Μαρίας Ευθυμίου;

Επιστρέφω στο βιβλίο, γιατί κάθε σελίδα του αποκαλύπτει σκέψεις ιδιαίτερης βαρύτητας. Η Μαρία Ευθυμίου παραδίδει μαθήματα προσωπικής αυτογνωσίας. Χωρίς την εσωτερική μας βύθιση, το ταξίδι μας στη ζωή, είναι απλά μια τουριστική βόλτα που δεν αφήνει την ελάχιστη σκόνη πίσω της. Και η αυτογνωσία είναι συνάρτηση της εσωτερικότητας. Γράφει, κλείνοντας το βιβλίο της και απαντώντας στην ερώτηση του Μάκη Προβατά, για τους μεγάλους επαναστάτες τής ανθρωπότητας.

«…η μεγαλύτερη επανάσταση συμβαίνει μέσα μας.

»Πιστεύω πως τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό, πιο σαγηνευτικό, πιο ουσιαστικό από την ενδοσκόπηση, την εσωτερική αναζήτηση του ανθρώπου. Από αυτήν τη σιωπηλή, μοναχική, καθημερινή εσωτερική συζήτηση και μάχη του.

»Γιατί, τελικά, το μεγάλο ταξίδι είναι το εσωτερικό».

Κάτω από αυτήν τη ματιά, ο δρόμος όσων πραγματεύεται η συζήτηση για την Ιστορία δεν είναι παρά «μόνο λίγα χιλιόμετρα» στα «εκατομμύρια έτη φωτός που είναι μέσα μας».

Να λοιπόν πόσο ελάχιστοι είμαστε. Και πόσο ανάγκη έχουμε την αυτογνωσία.

Η Μαρία Ευθυμίου, σελίδα τη σελίδα, ξεδιπλώνει την κριτική ματιά της με ιδιαίτερη ευαισθησία, προσεγγίζοντας τα γεγονότα μέσα από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τα ήθη και τις συνθήκες τών συγκεκριμένων χρονικών σημείων.

Η ματιά της είναι, τόσο διεισδυτική, όσο και περισκοπική. Εισχωρεί στα βάθη τής ανθρώπινης ιστορίας, αναζητά τον πρώτο άνθρωπο, ερμηνεύει την διαμόρφωση των κοινωνιών, τις συνθήκες που δημιούργησαν τις θρησκείες, την οικονομία, τον πολιτισμό, αφήνοντας την κριτική ματιά της να προχωρήσει στον παγκόσμιο χάρτη και να εντοπίσει συμπτώσεις, ομοιότητες, διαφορές. Όλα αυτά με μια γλώσσα γοητευτική, σαγηνευτικά αφηγηματική.

«Η ιστορία θα είναι μονίμως υπό αναθεώρηση στο σκέλος της ερμηνείας, γιατί η κάθε εποχή, αναπόφευκτα προσεγγίζει τα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από το πρίσμα των δικών της τρεχουσών εμπειριών…», μας λέει, ενώ συμπληρώνει τον Θουκυδίδη που είχε γράψει πως «Η Ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων» μ’ έναν «άλλο υπέροχο ορισμό: ‘‘Η Ιστορία είναι ασπίς και δόρυ’’, δηλαδή σου δίνει τον τρόπο να αντιμετωπίζεις τις επιθέσεις και τις δυσκολίες της ζωής, την ίδια στιγμή που σου παρέχει τη δύναμη να κινείσαι με ορμή και σθένος προς τα εμπρός».

Εξελίσσοντας το βιβλίο με τη μορφή τής συζήτησης, επισημαίνει τα γεγονότα που υπήρξαν σταθμοί στην εξέλιξη της ανθρώπινης πορείας και – βεβαίως – του πολιτισμού, εξετάζοντάς τα με την απόλυτη κατανόηση του ιστορικού που εισχωρεί βαθιά στις αιτίες που τα γέννησαν. Τη ματιά της πάνω στα ιστορικά γεγονότα θα την χαρακτήριζα παρηγορητική, αφού όχι μόνο συμβάλει στην κατανόησή τους, αλλά και στην κατανόηση της προσωρινότητάς μας ως έμβια όντα.

«Σφυρίζουμε ανέμελα αλλά, στο βάθος του μυαλού μας, ξέρουμε ότι είμαστε αγκαζέ με τον θάνατο κάθε στιγμή. Κι αυτό είναι η βαρύτερη συντροφιά που έχουμε. Η πιο ανεξερεύνητη. Εξ αυτού, οι θρησκείες οργανώνουν αυτό το κομμάτι του ανθρώπου.

»Το άγνωστο επέκεινα».

Στο σημείο αυτό στρέφω το βλέμμα μου στην παγκόσμια λογοτεχνία. Από το μυθιστόρημα του Πολ Όστερ «Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων» μεταφέρω ένα απόσπασμα των απομνημονευμάτων τού Σατομπριάν: «Τούτη τη στιγμή, στην ιστορία, τα πάντα μαραίνονται σε μια μέρα  όποιος ζει πολύ, πεθαίνει ζωντανός. Καθώς διαβαίνουμε τη ζωή, αφήνουμε πίσω τρεις – τέσσερις εικόνες τού εαυτού μας, κάθε μια διαφορετική από τις άλλες. Τις διακρίνουμε μέσα από την ομίχλη τού παρελθόντος, σαν πορτρέτα τών διαφόρων ηλικιών μας».

Σ’ αυτές τις εικόνες τού εαυτού μας αναζητούμε απαντήσεις για τα ερωτηματικά που γεννά η ίδια η Ιστορία. Γιατί, οι ίδιοι, είμαστε κομμάτι της.

Σχετικά με τη χώρα μας, οι θέσεις της είναι κάθετες και γενναίες. Δεν μασά τα λόγια της και δεν προσφέρει συγχωροχάρτια. Την σχέση μας με την Δύση την χαρακτηρίζει σχιζοφρενική και με αδρές γραμμές παρουσιάζει τις αιτίες που την διαμόρφωσαν. Όπως και δεν μασά τα λόγια της όταν αναφέρεται στην εθνική μας ταυτότητα: «Την εθνική ταυτότητα δεν την κάνει τόσο η συγγένεια του αίματος όσο η πολιτισμική και συναισθηματική ταύτιση με τον άλλον. Ακριβώς γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν ‘‘Έλληνες εισίν οι της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντες’’».

Για δε τον δυτικό πολιτισμό πως «είναι ένας, κι ας έχει επιμέρους αποχρώσεις. Είναι παιδί του Χριστιανισμού, της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς – μαζί».

Ειλικρινά, θεωρώ την Μαρία Ευθυμίου από τις πιο θαρραλέες φωνές τής χώρας μας. Τουλάχιστον αυτό αντιλαμβάνομαι μετά από μισόν αιώνα περιήγησης σε ιστορικά κείμενα που πασχίζουν να ερμηνεύσουν τα πώς και τα γιατί που διατρέχουν το σώμα μας σαν ιστορική οντότητα.

Διαβάζω τον πικρό στοχασμό της: «Πληρώνουμε τον Εμφύλιο με μιαν υποβόσκουσα παρατεταμένη εκδίκηση εβδομήντα χρόνων, που οδήγησε σε αντιστροφή των ηθών και στη μετατροπή του φιλότιμου και φιλόπονου Έλληνα σε ον θρασύδειλο και στρεψόδικο. Που, με μονίμως υψωμένο το δάκτυλο και το φρύδι, κατηγορεί πάντα κάποιον ή κάτι, προκειμένου να μην παραδεχθεί, με εντιμότητα και γενναιότητα, πόσο και ο ίδιος φταίει για όσα του συμβαίνουν. Που μονίμως γκρινιάζει, ασχημονεί, υβρίζει, κατηγορεί, φυγοπονεί, διαμαρτύρεται και καταστρέφει. Και μάλιστα χωρίς αιδώ και χωρίς συνείδηση των επιπτώσεων – βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων».

Το ανωτέρω απόσπασμα με οδήγησε κατευθείαν στο «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη:

«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά

που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,

μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που

          τις προσκυνούμε…»

Να τες οι αλήθειες. Πριν από μας μίλησαν οι ποιητές, οι μεγάλοι. Μας τις ξεσκεπάζει και η Μαρία Ευθυμίου. Όσο κι αν η θέασή τους είναι οδυνηρή.

Μπορώ να συνεχίσω για πολύ να γράφω γι’ αυτό το βιβλίο που ανήκει στην Μαρία Ευθυμίου, αλλά και σε όλους τους σκεπτόμενους Έλληνες. Ένα βιβλίο από μια, Λαρισαία την καταγωγή, Δασκάλα Ιστορίας, που αφιέρωσε την ζωή της στο να επιχειρεί να μας μαθαίνει Ιστορία ή να μας δείχνει τις οπτικές γωνιές απ’ τις οποίες να μελετούμε και να ερμηνεύουμε τα γεγονότα και την ίδια μας την ύπαρξη.

Πριν κλείσω το σημείωμά μου, θα μεταφέρω την απάντησή της στον Μάκη Προβατά, για τις προτεραιότητες του Καποδίστρια, όταν του ανατέθηκε η κυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους:

«Ο Καποδίστριας βρήκε μπροστά του κάθε πρόβλημα που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί – και μάλιστα σε βαθμό γιγαντιαίο. Εργατικός, οραματιστής και στοχευμένος όπως ήταν, στρώθηκε αμέσως στη δουλειά ζώντας αγόγγυστα με ψιχία, μια και εκχώρησε την αμοιβή του στο άδειο ελληνικό Δημόσιο Ταμείο.

»Ήταν άνθρωπος με ευρείες εμπειρίες λόγω της θέσης του στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας, καθώς και λόγω της μακράς παραμονής του στην Ελβετία, την οποία και θαύμαζε. Πίστευε ότι το μέλλον της Ελλάδας θα μπορούσε να είναι μια δυναμική και παραγωγική γεωργία και κτηνοτροφία, κατά το πρότυπο της Ελβετίας. Προς τον σκοπό αυτό, ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας. Μάλιστα, σε συνεργασία με τον στενό του φίλο Ελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο, είχε προκρίνει την εγκατάσταση, σε διάφορα σημεία της ελληνικής υπαίθρου, ορισμένων εκατοντάδων ελβετικών οικογενειών, προκειμένου να διδάξουν στους Έλληνες προηγμένες μεθόδους γεωργίας και κτηνοτροφίας. Το σχέδιο, τελικά, δεν πραγματοποιήθηκε.

»Ωστόσο, πάντα, ο κυβερνήτης ανησυχούσε, διαβλέποντας ότι οι Έλληνες είχαν τάση προς μη πρακτικά επαγγέλματα, κάτι που θεωρούσε κίνδυνο για το μέλλον. Έβλεπε μπροστά».

Θα ήθελα να βρεθώ, ακόμα μια φορά, απέναντί της και να της πω απλά και μόνο, κάτι που της είχα πει όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο της:

«Σ’ ευχαριστώ… Μου πρόσφερες τόσα και μάλιστα σε μια ηλικία που, ολοένα και περισσότερο, νιώθω φτωχός σε γνώσεις, φτωχότερος από ποτέ…»

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου