Σε κάθε αλλόκοτη ομίχλη ένας φάρος εσύ
γεμάτη λουλούδια και φως
μα σε θυμάμαι να μου λές

“Με καράβια-πεταλούδες κοιμάμαι,
με λύσσα πέφτουν πάνω μου,
με πλάνα για χάδια ανείπωτα,
κι απ’ το έντονο φως μου
δεν αντικρύζουν άλλο τίποτα”

Κάπως έτσι δεν τους έριχνες,
μα τους άφηνες να πέφτουνε στα βράχια

Κάποτε βρήκα κουράγιο κι έφυγα
ή βρήκες το σθένος κι έσβησες,
μα σε τούτο δω το δώμα
οι κραυγές τους ακόμα κολυμπούν

Αντικρύζω στο πάτωμα
τ’ απορημένα στόματα,
τα γνώριμα βλέμματα
απ’ άγνωστα άτομα,
σαν προδομένες σε πλατείες προτομές,
και σαν γεμάτες συντρίμμια αμμουδιές
με τους πύργους των ονείρων 
ακόμη αγέννητους

“Για να σε κάνω μοναχόλυκο”, μου είχες πει,
“θα σε περάσω πρώτα 
απ’ την αγέλη τους”

Να ξέρεις τίποτε δεν πέρασε.
Mείναν’ όλοι εδώ
να μου ανταποδίδουν
το σκοτάδι σου
και τη σιωπή μου

 

_

γράφει ο  Νίκος Δανέζης