Νίκος Κανέλλος – Ένας πρέσβης διαφορετικός από τους άλλους…

«Η ζωή ανήκει δικαιωματικά σε όσους προσπαθούν να ζουν χωρίς ματαιοδοξίες, προκαταλήψεις, πονηρία και μίζερες κακίες. Σε όσους αναζητούν την αγάπη, την ελευθερία και πρωτίστως τη Δικαιοσύνη…»

Νίκος Κανέλλος

Ένας πρέσβης διαφορετικός από τους άλλους…

 

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

 

 

Παίζει μουσική με ιδιαίτερη αγάπη στη ροκ…

Ζωγραφίζει…

Πριν λίγα χρόνια είχε κυκλοφορήσει τη νουβέλα «ΛΟΓΟΣ Α΄ – Η απάντηση του Σπάρτακου». Φέτος κυκλοφόρησε τη συνέχειά της με τον τίτλο: «ΛΟΓΟΣ Β΄- Η μουσική της «Κόκκινης ορχήστρας».

Και είναι πρέσβης. Στο Αζερμπαϊζάν τώρα, στο Μπακού.

Ο πρέσβης τής χώρας μας στο Μπακού είναι ο Νίκος Κανέλλος, Λαρισαίος την καταγωγή, ευπατρίδης…

Συγγραφέας ενός άλλου Σπάρτακου, που πρωταγωνιστεί σ’ ένα βιβλίο έκπληξη.

Οι πρώτες σελίδες τού βιβλίου αποτελούν μια εξομολόγηση τού συγγραφέα, ο οποίος χαρακτηρίζει αυτό που ακολουθεί ως «ιστορία». Σ’ αυτές τις σελίδες παρακολουθούμε ένα ξετύλιγμα των σκέψεων του Νίκου Κανέλλου για κάποια ερωτηματικά που ορίζουν τη ζωή μας.

Οι απαντήσεις στα ερωτηματικά αυτά, έρχονται από τον υπότιτλο του έργου «Η επανάσταση του Σπάρτακου».

Ο Σπάρτακος ήταν ο εμβληματικός μονομάχος που το 73 π. Χ. επαναστάτησε κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δημιούργησε δικό του στρατό από δούλους και απείλησε σοβαρά την κυριαρχία τής Ρώμης. Η επανάσταση του Σπάρτακου είναι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη της Ρωμαϊκής ιστορίας. Αρκετοί ιστορικοί αποδίδουν την ήττα του, όχι στην αποτελεσματικότητα των Ρωμαίων που πολέμησαν εναντίον του, αλλά στο ότι οι στρατηγικές του αμφισβητήθηκαν από άλλους ηγέτες τών επαναστατημένων, οι οποίοι έδρασαν μόνοι τους, με αποτέλεσμα να διασπαστεί η εξέγερση και το Ρωμαϊκό κράτος να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον καθένα ξεχωριστά.

Ερμηνεύοντας τον τίτλο, οδηγούμαι στο ερώτημα:

– Ο σύγχρονος Σπάρτακος, στο βιβλίο τού Κανέλλου, οδηγείται στην αποτυχία από όμοιους λόγους; Τον προδίδουν οι σύντροφοι;

«Ναι, τον προδίδει πρωτίστως ο Άνθρωπος. Μετά οι σύντροφοί του. Και στο τέλος οι ίδιες του οι Ιδέες», απαντά, ενώ από το ηχόχρωμα της φωνής του αντιλαμβάνομαι πως μιλά για τον εαυτό του, πως ο ίδιος έχει προδοθεί συχνά.

Προχωρώντας στις εξομολογητικές σελίδες τού συγγραφέα, εντοπίζω την ανησυχία του γύρω από το μέγα θέμα τού θανάτου.

Είναι ένα από τα ερωτηματικά, που πάνω τους χτίστηκαν όλες οι θρησκείες τού κόσμου, όπως επίσης ένα από τα ερωτηματικά που γέννησαν ολόκληρο το φάσμα τής φιλοσοφίας.

«Ούτε καν ένα θάνατο δεν έζησα χωρίς να απορήσω… Τίποτα δεν μου φάνηκε φυσιολογικό», γράφει.

Κι όμως ο θάνατος είναι εν τη φύση.

Δεν υπήρξε έμβιο ον που να ξεπέρασε τον θάνατο. Από το ελάχιστο σαλιγκάρι μέχρι τους τεράστιους δεινόσαυρους. Η αποστροφή αυτής της αλήθειας δημιούργησε τους Θεούς. Αυτό που ήθελε ο άνθρωπος για τον εαυτό του και δεν μπορούσε να το κατορθώσει, το χάρισε με την επινόηση των Θεών, που όλοι είναι αθάνατοι και κάποιοι απ’ αυτούς υπόσχονται αθανασία σ’ αυτούς που τους δημιούργησαν, αλλά σε μια άλλη ζωή.

Απόπειρα απάντησης στο μέγα θέμα τού θανάτου αποτελεί και η Τέχνη. Σ’ αυτήν ξαναβρίσκουμε όχι μόνο τον συγγραφέα, αλλά και τον ζωγράφο, με τον μυθιστορηματικό του ήρωα ν’ απαντά για λογαριασμό του:

«…άρχισα να ζωγραφίζω. Όχι με σκοπό να κρυφτώ, αλλά με σκοπό να βγω, να χτυπηθώ…

»Χρέος μου μοναδικό, να γεμίζω το λευκό…

»Η αναζήτηση του ωραίου, βασικό μου μέλημα», γράφει, για να αναρωτηθεί στη συνέχεια: «Τι είναι ωραίο; Είναι το ωραίο το ίδιο ωραίο για όλους; Και βέβαια, όχι», απαντά.

Από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ουμπέρτο Έκο, μία σειρά φιλοσόφων έδωσαν τις δικές τους απαντήσεις, πασχίζοντας να ορίσουν το αντικειμενικά ωραίο. Στην πρώτη γραμμή αυτών που επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις, πέραν των φιλοσόφων, είναι τρεις: οι ζωγράφοι, οι γλύπτες και οι αρχιτέκτονες. Στους πρώτους ανήκει και ο συγγραφέας.

Σ’ αυτές τις σελίδες εντοπίζω την ανάγκη τού συγγραφέα για μια πλήρη εξομολόγηση.

«Η φαντασία προηγείται του λόγου και η τέχνη τής πολιτικής», γράφει, ενώ στη συνέχεια δηλώνει:

«Η ζωή ανήκει δικαιωματικά σε όσους προσπαθούν να ζουν χωρίς ματαιοδοξίες, προκαταλήψεις, πονηρία και μίζερες κακίες. Σε όσους αναζητούν την αγάπη, την ελευθερία και πρωτίστως τη Δικαιοσύνη…»

Προσωπικά, στην κατάθεση αυτή εντοπίζω περισσότερο τον Χριστό, παρά τον Μαρξ. Ο συγγραφέας, ίσως, να έχει τη δική του απάντηση. Έμμεσα τη μαντεύουμε απ’ όσα ακολουθούν, ιδιαίτερα από τις αναφορές του στον Νίτσε και στον Ράιχ. Άρα, με τη γνώση πως αυτό που θα διαβάσουμε στη συνέχεια είναι μια νουβέλα, οδηγούμαστε στο ασφαλές συμπέρασμα πως θα πρόκειται για μια καθαρά πολιτική νουβέλα. Κι εδώ προκύπτει ένα ακόμα ερώτημα, γνωρίζοντας πως ο συγγραφέας είναι διπλωμάτης, με μεγάλη πορεία ως πρέσβης. Ο ίδιος κατά τη γραφή τής λέξης ‘‘πρέσβυς’’ διατηρεί το ‘‘ύψιλον’’ της αρχαίας και όχι το ‘‘ήτα’’ τής σύγχρονης γραφής, δηλώνοντας την αγάπη του στην καταγωγή τής γλώσσας.

– Πόσο ελεύθερος είναι ο άνθρωπος, αν θελήσει να αναλάβει ρόλο Σπάρτακου, ώστε να λειτουργήσει πολιτικά; Η πολιτική, πέρα από τις σκοπιμότητες, εμπεριέχει την αμφισβήτηση, αλλά και τους συμβιβασμούς. Μήπως, εν τέλει, το ζητούμενο είναι η αναζήτηση και το νόημα του έντιμου συμβιβασμού;

«Όχι. Είναι παγίδα ο έντιμος συμβιβασμός. Γιατί απλούστατα τεντώνεται όσο θέλουμε. Ο έντιμος συμβιβασμός, ούτε έντιμος είναι, ούτε συμβιβασμός», μου απαντά.

Αλλά, κι εδώ, θα ήθελα να καταθέσω έναν δικό μου συλλογισμό. Αν η ανθρώπινη πορεία δεν ακολουθούσε τις αρχές τού έντιμου συμβιβασμού, αλλά ακολουθούσε τις αρχές τής φύσης, σύμφωνα με τις οποίες επιβιώνει μόνο ο ισχυρότερος, θα επιβίωνε το ανθρώπινο γένος; Η διαφορά τού άγριου ζώου με τον άνθρωπο εντοπίζεται σ’ αυτό ακριβώς. Στην κοινωνία τών άγριων ζώων επικρατούν τα ισχυρότερα. Στην κοινωνία τών ανθρώπων όλοι οι αγώνες στοχεύουν στο να προστατευθούν οι αδύναμοι. Εξαίρεση αποτέλεσαν ο φασισμός και ο κομμουνισμός. Ευτυχώς που η ίδια η Ιστορία, τους απέβαλε από την πραγματικότητα της αλήθειας.

Είχα μαζί του μια εκτενή συζήτηση. Ήθελα να μάθω τις απόψεις του για θέματα που ανακαλύπτω διαβάζοντάς τον ή παρακολουθώντας τη ναΐφ ζωγραφική του, που με αιφνιδιάζει με την ζωντάνια των χρωμάτων της.

Τον ρώτησα:

Για τη μάθηση.

Για το νόημα της Τέχνης.

Για τον πόνο τής πατρίδας.

Για τον προορισμό τής Γυναίκας.

Για τη θέση τής Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο.

Για το ηθικό και το ανήθικο.

«Η μάθηση είναι το αποτέλεσμα μιας ευγενούς  και πλήρους αφομοίωσης της αγωγής μας και του συστήματος Παιδείας και πολιτισμού μας. Όταν εξασφαλίζουμε αυτό ως βασικό, πρέπει να αφήνουμε τους εαυτούς μας ελεύθερους να δρουν και να απολαμβάνουν…», απαντά, και συνεχίζει:

«Η Τέχνη έχει ένα και μόνο καθήκον: Να συντελεί στη οιασδήποτε μορφής δημιουργία, στη διαμόρφωση της Αισθητικής και στην αφύπνιση των συνειδήσεων.

»Η Πατρίδα… Ο πόνος για την πατρίδα είναι ο μόνος που μπορείς και πρέπει να μετράς μόνος!

»Όσο για τη Γυναίκα… Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος είναι ο ρόλος της πολυτάλαντης και πολυμήχανης μάνας!!!

»Επιγραμματικά θα πω για τη θέση της Ελλάδας μας, πως ποδίζεται ακόμα από το αρχαίο νερό της μεγάλης μας παράδοσης!

» Η θέση της Ελλάδος είναι πάντοτε στο βάθρο των νικητών!

»Φοβούμαι όμως για το περιβαλλοντολογικό της μέλλον. Οι ραγδαίες κλιματικές αλλαγές μας προειδοποιούν. Έρχονται ξηρασίες που πρέπει να μας αφυπνίσουν!

»Όσο για το ΗΘΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΗΘΙΚΟ… Λέω πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυστηρούς κανόνες και πειθαρχημένο σύστημα ιδανικών. Δίκαιων όμως ιδανικών και κανόνων, που ο Έλληνας δεν έζησε σχεδόν ποτέ.

»Το ηθικό και το ανήθικο ενυπάρχουν στη μια και αδιαχώριστη μονάδα: Την ανθρώπινη φύση».

Αυτά ως προεισαγωγικά μιας συνέντευξης. Του ανθρώπου που υπηρετεί τη χώρα από δύσκολα μετερίζια. Όχι σε πρεσβείες χλιδάτες. Αλλά σε χώρες που δοκιμάστηκαν ποικιλόμορφα. Και που κέρδισε πολλές αγάπες. Όχι μόνο των συνομιλητών του, αλλά και του απλού κόσμου, που δεν δίσταζε να έρθει σ’ επαφή μαζί του, να τον ακούσει και να αποκομίζει τις δικές του εντυπώσεις, όχι μόνο ως διπλωμάτης, αλλά ως μια απλή κοινωνική μονάδα.

– Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λάρισα, στην Άρεως, μετά στην Ασκληπιού (Μεταξά, ονομαζόταν τότε), και αργότερα στην Υψηλάντου και Ηπείρου γωνία.

»Ο πατέρας μου, οδηγός σε λεωφορείο (‘‘λεωφορειούχος’’, καυχιόμασταν), με προϊστορία όμως σε πολλές πατριωτικές αγνές τρελές κινήσεις και η μάνα μου στο νοικοκυριό.

»5ο δημοτικό σχολείο… Τι θυμάμαι; Όλα! Το παιγνίδι στις όμορφες γειτονιές μας. Τον φούρνο που μοσχομύριζε φρέσκο ψωμί και κουλουράκια. Την ποδηλατάδα στον Σταθμό τών τρένων. Τα παιδιά, που μαζευόμασταν και μας κέρναγαν ψωμί βρεγμένο, πασπαλισμένο με ζάχαρη. Το σινεμά, στο ‘‘ΠΑΛΛΑΣ’’, την Κυριακή, να δούμε τον «Μασίστα». Την αθώα μας σχέση με τα πρώτα φλερτς. Την καυτή άσφαλτο τα καλοκαίρια. Τον μοναδικό θεσσαλικό κάμπο. Την κεντρική πλατεία που κρατάγαμε μπαλόνια.

»Τον πρώτο λαχνό τού εθνικού λαχείου, που κέρδισε το ’63 ο πατέρας μου και το αμαξάκι με τον Παγανό, που ήρθε να μας το αναγγείλει, ενώ τρώγαμε στη βεράντα ψωμί και μπάτζο (σ.σ.: τοπικό σκληρό τυρί).

»Τις βόλτες στον Βόλο και στα Αμπελάκια, στη Φαλάνη και στον Αμπελώνα. Τη σχεδία πάνω στην οποία δέναμε με σχοινιά το λεωφορείο (σ.σ.: οι λεγόμενες περαταριές, πρωτόγονα φέρι-μποτ που εξυπηρετούσαν το πέρασμα των ποταμών, όπου δεν υπήρχαν γέφυρες), που οδηγούσε ο πατέρας μου, για να περάσουμε το ποτάμι.

»Τη μια φορά κρέας που τρώγαμε, την Κυριακή (μανέστρα στον φούρνο).

»Τους αυστηρούς καθηγητές μου στο σχολείο και τα κολυβογράμματα που μάθαμε».

– Μετά τη Λάρισα ακολούθησε η Αθήνα. Και μετά τα φτερά σας ανοίγουν…

«Όλα μου τα σχολεία ήταν δημόσια…

»Στην Αθήνα, στο 10ο Γυμνάσιο Αρρένων. Δεν θα ξεχάσω έναν άριστο καθηγητή τής ιστορίας τον αείμνηστο Λουκά, που με προσκαλούσε συχνά τις Κυριακές να πιούμε καφέ απέναντι από την Ακρόπολη και μου μιλούσε ατέλειωτα για τα μυστικά τής Ελλάδος.

»Με επηρέασαν διαχρονικά οι ‘‘καυτές’’ και καθόλου συγκαταβατικές ιδέες του για την Ιστορία, την Τέχνη, την παιδεία και τα πολιτικά δρώμενα…

»Στην Αθήνα, εννοείται, είχα έναν ακραίο, πολλές φορές, κοινωνικό ανταγωνισμό.

»Είναι έγκλημα να κρύβουμε την αλήθεια…

»Το 1972 πρώτευσα στις ακαδημαϊκές εξετάσεις. Τελείωσα το Πάντειο πανεπιστήμιο με άριστα, 9 και 6/12. Κάθε χρόνο έπαιρνα βραβεία από τη Σύγκλητο.

»Το 1974 ίδρυσα μια ανεξάρτητη φοιτητική παράταξη την ‘‘Φοιτητική Δημοκρατική Συνεργασία’’ και εξελέγην στο ΔΣ και στο Εθνικό Συμβούλιο της πρώτης μεταδικτατορικής ΕΦΕΕ.

»Το 1976 με μια μικρή υποτροφία πήγα στη Γαλλία (Νίκαια) για μεταπτυχιακές σπουδές.

»Πήρα το DEA στο Διεθνές Δίκαιο Ανάπτυξης και το δίπλωμα διεθνών σπουδών τού Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου.

»Το 1979 υπηρετώ στον ελληνικό στρατό και το 1981 μπαίνω στο υπουργείο Εξωτερικών και αρχίζει η πορεία μου στο διπλωματικό σώμα.

»Μόνο η ιδέα να υπηρετήσω την Ελλάδα μου έφτανε…

»Αργότερα παντρεύτηκα και έκανα δυο θαυμάσια κορίτσια. Απέκτησα ένα χρόνο τώρα και το πρώτο μου εγγονάκι».

– Ποια είναι η σχέση σας με τα Αμπελάκια;

«Πήγαινα με τον πατέρα μου τα δρομολόγια με το λεωφορείο. Μου άρεσαν δυο, εκ πρώτης όψεως, σημεία. Το ανέβασμα στο βουνό τού Κισσάβου και το αγνάντεμα της κοιλάδας τών Τεμπών.

»Αργότερα, όταν το πατρικό, στην Άρεως της Λάρισας, το πήρε ο δρόμος και γκρεμίστηκε, η νοσταλγία μου για την πόλη που γεννήθηκα, γέμισε από γνώσεις και ιδανικά τής ιστορίας μας, τα Αμπελάκια ήταν για μένα ένα πνευματικό κέντρο, το τέλος τής αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας, αλλά και η αρχή μιας μοντέρνας προσπάθειας ανασύστασης του νέου ελληνικού κράτους, που ακόμα πλήρως δεν συστήθηκε.

»Ας μη ξεχνάμε, ήταν όχι μόνο κέντρο εκκλησιαστικό, αλλά, και πρωτίστως πνευματικό με την Επισκοπή. Κέντρο ιστορικής και εκπαιδευτικής διέγερσης.

»Οι Γόννοι, το Συκούριο, τα Αμπελάκια, όπως και η Αγιά, και ο Πλατύκαμπος, μαρτυρούσαν έντονα τη Λάρισα και την  αγνή Θεσσαλία.

»Έτσι, το 1992, μετακόμισα το σύνολο των κυττάρων μου εκεί, στον Κίσσαβο, στην κοιλάδα, στο βουνό, και έγινε το προσκύνημά μου…»

– Διπλωμάτης, ζωγράφος, πεζογράφος, μουσικός αλλά και «διαφημιστής» τής Ελληνική Ιδέας στο εξωτερικό. Πώς συναντήθηκαν όλα αυτά;

«Με τον τρόπο που θα έπρεπε να συναντώνται όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός πραγματικού Έλληνα.

»Με την εκπαίδευση, τη γνώση, τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου μέσα από την οικογένεια, την συλλογική αξία τής ζωής και την έμπνευσή μου από τα εκπληκτικά και πανέμορφα στοιχεία τού Ελληνικού πολιτισμού και της φύσης.

»Έγραφα από μικρός. Το 1969 κέρδισα το δεύτερο βραβείο λογοτεχνίας σε όλη την Ελλάδα σε πανελλήνιο διαγωνισμό. Το 1978 βραβεύτηκε έργο μου για κουκλοθέατρο στα ισπανικά στην ισπανική πρεσβεία. Έτσι με υποτροφία πήγα στη Βαρκελώνη. Και το 2012, και 2018, ο ‘‘Ιανός’’ έβγαλε τα δυο πρώτα μου πολιτικά μυθιστορήματα.

»Στη μουσική ξεκίνησα μπάσο, κιθάρα και ρυθμική μόνος μου και κάναμε στην Αθήνα τα πρώτα ερασιτεχνικά συγκροτήματα (Settlers κ.α) παίζοντας τις Κυριακές το πρωί στο ‘‘Abc’’ της Πατησίων και στον Φλίσκο της ‘‘Δροσοπούλου’’.

»Μετά στην Πάντειο με τον μεγάλο φίλο Σταμάτη Κραουνάκη, για  ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κάναμε την μικρή ελληνική λαϊκή ορχήστρα. Τα πρώτα γνωρίσματα της ελληνικής ροκ τα είχα από τον επίσης συμφοιτητή Πάνο Κατσιμίχα.

»Συνέχισα να παίζω κιθάρα και να τραγουδώ μέχρι και σαν πρέσβυς στο Ανόι στο Βιετνάμ και το 2018 ηχογράφησα με τον γνωστό συνθέτη Δημήτρη Κατή, για πρώτη φορά σε επαγγελματικό στούντιο ένα τραγούδι, το ‘‘Yellow flower’’, που ο Δημήτρης έγραψε για τη ζωή μου. Μαζί μου τραγουδάει και η Ειρήνη μου, η πολυτάλαντη κόρη μου.

»Τη διπλωματία την ξεκίνησα μετά από δύσκολες εξετάσεις το 1981. Ήμουν και είμαι ακόμα ο πρώτος Έλληνας πρέσβυς με αμφοτέρους τους γονείς μη αποφοίτους τού δημοτικού σχολείου και με πανεπιστημιακό πτυχίο 9.6, άριστα, που είχε να βγει 10 χρόνια».

– Πώς ξεκινά και με ποιο κίνητρο, η ενασχόλησή σας με τη ζωγραφική και την πεζογραφία;

«Το κίνητρο για τη ζωγραφική μου, ήταν ο ‘‘αθέμιτος’’ κοινωνικός ανταγωνισμός που αισθάνθηκα στο πετσί μου με την είσοδό μου στο διπλωματικό σώμα τού υπουργείου Εξωτερικών.

»Στις εξετάσεις ήμουν τυχερός γιατί η αρχική ερώτηση για τα ζωγραφικά ρεύματα στην Ευρώπη (που θα απαντούσα σχεδόν μηδέν), από τον μέγιστο καθηγητή-εξεταστή Παπανούτσο, μετετράπη σε ερώτηση για τον Ιωάννη Καποδίστρια! Και εκεί πήρα τον υψηλότερο βαθμό.

»Ζήτησα από τον πατερούλη μου λεφτά να αγοράσω τον πρώτο μου πίνακα. Ξέρετε από πού τον πήρα για να είναι φτηνός; Από το Μινιόν!!!

»Το δεύτερο ερέθισμα, μου δόθηκε από το πρώτο μου διπλωματικό πόστο στο Στρασβούργο, όπου ο τότε πρέσβυς μου, πιστεύοντας σε μένα απαίτησε να αρχίσω συλλογή πινάκων, αγοράζοντας με τον μισθό μου ένα τον μήνα!

»Όλα, όμως, προήλθαν, τελικά, από τον ευγενή και ανθρώπινο χαρακτήρα τής μητέρας μου, και από την τεράστια αγάπη, που πλημμύρισε μέσα μου όταν γεννήθηκαν τα δυο μου παιδιά».

– Ο Σατομπριάν είχε πει: «Ο άνθρωπος δεν ζει μία και μόνη ζωή. Ζει πολλές ζωές, τη μία μετά την άλλη, κι αυτό είναι η αιτία τής δυστυχίας του». Το πιστεύεις;

«Πιστεύω ότι η ευτυχία είναι άσκηση της δυστυχίας. Άρα δεν μένω ποτέ στην άρνηση, ή στο απαισιόδοξο, αλλά στην καθημερινή άσκησή τους».

 – Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ταυτίζεστε ή όχι με τους ήρωές σας; Τους οδηγείτε εκεί που θέλετε ή σας οδηγούν εκείνοι μέσα από τη βιωματικότητα της πλοκής;

«Νομίζω ότι ταυτίζομαι στην αρχή και αποστασιοποιούμαι στο τέλος! Είναι μια τόσο περίεργη αίσθηση που μου δίνουν οι ήρωές μου, ώστε να θέλω να φανερωθώ στην αρχή και να κρυφθώ στο τέλος!»

– Καίριο σημείο τής ζωής ενός ανθρώπου είναι η επιλογή αυτού που είναι σωστό και εκείνου που θέλει να κάνει. Σας απασχολεί αυτό, καθώς διαμορφώνετε τους χαρακτήρες τών προσώπων που χρησιμοποιείτε στο μυθιστόρημα;

 «Απολύτως, ναι. Αλλά υπάρχει ένα στοιχείο αισθητικής, ήθους και μύθων  που είναι πολύ ισχυρό. Δεν αφήνονται οι ήρωές μου ελεύθεροι να προχωρούν σε γνήσιες επιλογές. Αναγκάζονται να περνάνε, στην αρχή, σαν αθώα πρόβατα, που παίζουν το παιγνιδάκι που θέλουν οι άλλοι και μεταμορφώνονται, στη συνέχεια, σε αγρίους λύκους».

– Υπήρξαν συγγραφείς που επηρέασαν σας αντιλήψεις σας για τα μυθιστορήματά σας;

«Βεβαίως, πάρα πολλοί. Θα αναφέρω τους κυριότερους, χωρίς σειρά και σημασία: Καζαντζάκης, Flaubert, Dostoyevski, Νίτσε, Χέμινγουεϊ, Γκαίτε…».

– Ο παράγοντας αναγνώστης σας ενδιαφέρει κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ή είναι κάτι που το σκέφτεστε αφού όλα τελειώσουν και το έργο πάρει τον δρόμο τής έκδοσης;

«Δεν μ’ ενδιαφέρει ο παράγοντας αναγνώστης, ούτε στην αρχή, ούτε στο τέλος της συγγραφής τού έργου. Το ίδιο και στη ζωγραφική, ή στη μουσική. Το γιατί είναι συνάρτηση με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στον κόσμο, όπου τα πάντα έχουν ένα χαρακτήρα προκάτ.

»Θέλω το έργο μου να βγαίνει από τον κήπο τής ψυχής μου, χωρίς κανέναν υπολογισμό πορείας».

– Οι κοινωνικές συνθήκες τής εποχής και η ψυχολογία, είναι εμφανή στοιχεία ως εργαλεία τού έργου. Μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλα;

«Ναι την αισθητική και τον μύθο. Το όνειρο και την δικαιοσύνη σαν στοιχεία πολιτικής ευαισθησίας και ανθρώπινης αλληλεγγύης».

– Τι είναι η λογοτεχνία για σας;

«Η λογοτεχνία είναι άσκηση κατανοητής, ανώτερης και εμπνευσμένης επικοινωνίας μεταξύ μας».

 – Ποιους αφορά η λογοτεχνία σήμερα;

«Αφορά τα κυκλώματα που δυστυχώς την εκμεταλλεύονται και πολύ λίγους που μπορεί να εμπνευσθούν…

»Αφορά επίσης και ένα μικρό αριθμό ρομαντικών ψυχών που ψάχνουν να βρουν τη στιγμιαία λύτρωση».

– Γράφεις από εσωτερική ανάγκη ή για τους άλλους;

«Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Γράφω για τις βαθιές μου αξίες. Προσκυνώ και προσεύχομαι σε κάθε σελίδα».

– Δραστηριοποιείστε στη ζωγραφική σχεδόν ως επαγγελματίας ζωγράφος. Η παρουσία σας συχνή και ξέρω πως έχει απήχηση… Πόσες εκθέσεις έχετε στο ενεργητικό σας;

«Έκανα την πρώτη μου ατομική έκθεση στη Barcelona στην GALLERIA D’ART GRIFFE ESCODA.

»Είχα την πρώτη μου συμμετοχή σε ομαδική έκθεση στη Magna gallery, στην Αθήνα.

»H πρώτη μου έκθεση στη Χάγη στην Ολλανδία.

»Η πρώτη μου έκθεση στο Κόσοβο στην GALERIA E ARTEVE.

»Η προσεχής αναδρομική έκθεσή μου, η 22η κατά σειρά θα φιλοξενηθεί, σε μεγάλη γκαλερί εκλεκτού φίλου, στην Αθήνα, την άνοιξη του 2020».

 -Τι είναι ζωγραφική;

«Ζωγραφική είναι η τέχνη να πείσεις τον άλλο ότι ξέρεις να τον εμπνέεις και να τον αποπροσανατολίζεις!

»Έχουμε γεννηθεί για κάτι περισσότερο από το να θαυμάζουμε ένα έργο, μετά να το κάνουμε δικό μας και στη συνέχεια να το κλείνουμε σε ένα δωμάτιο…

»Ζωγραφική είναι να δημιουργείς και μετά από το έργο. Έξω από τον καμβά να πηγαίνεις. Να βγαίνει η πινελιά σου στην καθημερινή μας πράξη».

– Συχνά τα χρώματά σας μου δίνουν την εντύπωση πως πέφτουν «μεθυσμένα» στον μουσαμά μέσα σε μια οργασμική κατάσταση. Να σας φανταστώ σε φάση νοητικού οργασμού όταν πιάνετε το πινέλο;

«Έτσι είναι ακριβώς, αλλά και μιας γλυκιάς προσμονής την οποία όλοι, λίγο ή πολύ περιμένουμε να έρθει στη ζωή μας».

– Έρωτας και καλλιτεχνική δημιουργία;

«Ααααα… τώρα περνάμε σε πολύ λεπτές ισορροπίες. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, η καλλιτεχνική δημιουργία βγαίνει από τον πόνο! Αν και η ευτυχία είναι άσκηση της δυστυχίας, τότε το έργο ολοκληρώθηκε».

– Ποιο είναι το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας;

«Το ότι σταματήσαμε λόγω δειλίας, αλλά και του εγωισμού μας να αναζητούμε την Αλήθεια. Και το Φως. Και δεύτερο, το ότι πάψαμε να μιλάμε για ιδέες και δημιουργίες, και αρχίσαμε να κρίνουμε μόνο ανθρώπους και συμπεριφορές».

– Πάμε στο διπλωματικό επίπεδο:

Α. Ποια πρεσβεία ήταν πιο γόνιμη για τον διπλωμάτη Κανέλλο;

«Όλες χωρίς καμιά εξαίρεση. Γιατί σε όλες αναζητούσα πρώτα και πάνω απ’ όλα, χωρίς φόβο και πάθος, το συμφέρον τής Πατρίδος μου».

Β. Ποια πιο κρίσιμη.

«Κρισιμότερο στη ζωή μας είναι πάντα το επόμενο βήμα!»

Γ. Ποια πιο δύσκολη.

«Πιο δύσκολη ήταν η 7ετής υπηρεσία μου στα Βαλκάνια».

Δ. Τι έχετε αποκομίσει από την μέχρι τώρα πορεία σας στο διπλωματικό σώμα;

«Το ότι η πειθαρχημένη και εμπνευσμένη δουλειά για την υπεράσπιση των συμφερόντων τού έθνους και του λαού δεν έχει όρια, ούτε ψεύτικους κανόνες».

Ε. Ο απλός άνθρωπος, λέγοντας διπλωμάτης, εννοεί τον άνθρωπο που ξέρει πώς να τουμπάρει τον συνομιλητή του. Ισχύει;

«Όχι. Αν τουμπάρεις μια φορά στη διπλωματία, θα σε τουμπάρουν δέκα! Το μυαλό σου πρέπει να είναι στη σύνθεση, στη δημιουργία και στην Ειρήνη».

ΣΤ. Ποια είναι η θέση τής χώρας μας εκεί που υπηρετήσατε;

«Η επιτυχία είναι να βγαίνεις από μια συζήτηση και να λένε με θαυμασμό ‘‘μας έπεισε!’’».

Ζ. Υπάρχουν πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν για να βελτιώσουν την εικόνα τής χώρας;

«Εννοείται,  πως ναι! Ένα εκατομμύριο!»

Η. Έχετε σκεφτεί τι θα κάνετε όταν τελειώσει η καριέρα σας ως διπλωμάτης;

«Έχω σκεφθεί, ναι!»

Θ. Σας ενδιαφέρει η πολιτική;

«Απολύτως, επίσης, ναι. Αλλά σαν συλλογική μάχη που πλέον είναι απολύτως απαραίτητη…»

_____

(*)

Ο Νίκος Κανέλλος γεννήθηκε στη Λάρισα στις 5 Ιουλίου του 1954.

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και μεταπτυχιακά στο Διεθνές Δίκαιο με Διεθνείς Σχέσεις στη Γαλλία.

Εισήλθε στο Διπλωματικό Σώμα του Υπουργείου Εξωτερικών το 1981.

Υπηρέτησε στη Δ/νση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών. Από το 1986 ως το 1990 υπηρέτησε στο Στρασβούργο στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το 1990 τοποθετήθηκε στα Τίρανα. Το 1993 αναλαμβάνει γεν. πρόξενος  στο Τεξας ( Χιούστον). Το 1995 και για ένα εξάμηνο αποσπάται στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον και στη μόνιμη αντιπροσωπία της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη.

Το 1996 ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ζητάει από τον υπουργό Εξωτερικών να επιστρέψει ως γενικός πρόξενος στο Αργυρόκαστρο. Το 1997 αναλαμβάνει γενικός πρόξενος στη Βαρκελώνη. Το 2002 τοποθετείται ως α΄ σύμβουλος στην πρεσβεία μας στη Χάγη. Το 2005 αναλαμβάνει στην Πρίστινα στο Κόσσοβο.

Το 2008 μέχρι το 2014 τοποθετείται ως πρέσβυς στη Μπρατισλάβα Σλοβακίας. Το 2014 πρέσβυς στο Ανόι του Βιετνάμ και το 2017 πρέσβυς στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν.

Τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον ανώτατο Ταξιάρχη Φοίνικος και το 2018 από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών.

Μιλά πέντε γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Γερμανικά και Αλβανικά.

Έχει δώσει διαλέξεις σε πάνω από 100 πανεπιστήμια σε όλον τον κόσμο και έχει πολλές τιμητικές αναγνωρίσεις.

 

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου