Κι οι ήχοι της μέρας πια ξεμακραίνουν
απομεινάρια αισθήσεων
κρυφά, που προσμένουν
μια ανάσα, ένα χέρι ζεστό,
ένα φιλί νυχτερινό.
Το φεγγάρι απόψε πώς μοιάζει θολό
μακρινό μες το φως του
κουρασμένο δειλό.
Τα αστέρια του ξεφεύγουν
λαμπυρίζουν, τραγουδούν
πάνε κι έρχονται θαρρείς
στο αέναο ταξίδι σε έναν κύκλο σκοτεινό.
Κάπου εκεί μέσα του σε νιώθω
πως κρυφοκοιτάς
στο σκοτάδι της νύχτας
να κρυφτείς σαν φονιάς,
σαν προδότης, σαν κλέφτης,
της ζωής σου στραπάτσο
έξω από εκείνην σαν να ζούσες
παριστάνοντας πάντα έναν αστείο παλιάτσο.
Σε κοιτώ και το ξέρω
πως το θέλεις να φύγεις
πως ψηλά στο κατάμαυρο τοπίο
σαν ελεύθερο πουλί του σκότους
να ανεβείς, να ξεφύγεις.
Σε κοιτώ και το ξέρω
πως το όνειρο σβήνει
να' ρθει η νύχτα μονάχα ζητάς
και να γίνεις μια δίνη.
Να σε πάρει ο αέρας και ψηλά να σε πάει
να στροβιλίζεσαι στα αστέρια
με τα χέρια ανοιχτά και την ψυχή σου αλόγιστη
να γυρνάς γύρω από το φεγγάρι
με μια μαύρη κλωστή στου ουρανού το κουβάρι.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!