τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Νιάου-νιάου και νιάρ-νιάρ

Νιάου-νιάου και νιάρ-νιάρ

Κατακαλόκαιρο. Η αυλή γεμάτη λουλούδια. Τα δέντρα φιλοξενούν τον κυρ-Κότσυφα με την φαμίλια του και δεκάδες σπουργίτια τιτιβίζουν δεξιά κι αριστερά.

Η οικογένεια μόλις έχει πάρει το πρωινό της, έχει κάνει την απαραίτητη καθαριότητα και είναι η ώρα της εκπαίδευσης. Άλλωστε τα μικρά έχουν πια μεγαλώσει και με φόβο μεν, αλλά δυναμικά κάνουν την παρουσία τους. Και σαν κάνει κανείς να τα πλησιάσει, εξαφανίζονται σαν να τα έχει χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.

–        Νιάρ-νιάρ, νιάου-νιάου…

–        Ελάτε εδώ, μωρά μου, να σας μάθω κάποια πράγματα. Πρώτ’ απ’ όλα, καθαριότητα. Όπως σας πλένω εγώ όλον αυτό τον καιρό, έτσι θα πλένεστε συνέχεια. Και όπως πάω στο χώμα για την ανάγκη μου, έτσι κι εσείς. Και θα τα θάβετε μέσα στο σώμα, για να μην μολύνουν το περιβάλλον και όχι μόνο…
Εμπρός, πάμε τώρα να σας μάθω πώς να σκαρφαλώνετε. Έλα, έλα, Καφετούλη. Πάμε. Πρώτος εσύ. Βήμα εγώ, πίσω μου εσύ. Θα έρθουν και τα άλλα. Έλα, νιάρ-νιάρ, ανέβα. Μη φοβάσαι. Εδώ είμαι εγώ. Λίγο-λίγο. Σε λίγες μέρες θ’ ανεβαίνετε μονάχα σας. Ανεβαίνουμε για να βρίσκουμε τροφή, παρόλο που οι άνθρωποι που μας φροντίζουν, μας ταΐζουν. Ανεβαίνουμε, όμως, και για άλλους λόγους. Για την ζέστη ή το κρύο, για την βροχή. Και να ξέρετε, πάντα θα πέφτετε και με τα τέσσερα πόδια. Δεν έχετε ανάγκη να πάθετε κάτι.

–        Νιάρ-νιάρ, νιάου-νιάου, φοβάμαι…

–        Μη φοβάσαι, μωρό μου. Έλα, έκανες το πρώτο βήμα! Να, να, έρχεται κι η Αράπω. Έλα, κοριτσάκι μου, μπράβο! Ελάτε, ελάτε και τα άλλα. Βρε, Παρδαλούλη, τι κοιτάς από κάτω και φωνάζεις; Έλα πάνω με τα αδέλφια σου.

–        Μίου-μίου, φοβάμαι…

–        Νιά-νιάρ, έλα, έλα, δεν βλέπεις που ανεβήκαμε όλοι; Έλα, μη φοβάσαι. Είναι ωραία εδώ. Ξύνεις και τα νύχια σου. Έλα, έλα…

–        Καλά σου λέει ο Γκριζούλης άλλος ένας λόγος που σκαρφαλώνουμε. Έλα, Παρδαλούλη μου!… Έλα, νιάρ-νιάρ, νιάου-νιάου…

Ανέβαιναν, έπεφταν κι άντε πάλι “νιάρ-νιάρ” και “νιάου-νιάου” η μάνα να τους δίνει κουράγιο. Σε λίγη ώρα είχαν ανέβει στην συκιά.

–        Και τώρα, νιάου-νιάου, πώς κατεβαίνουμε;

–        Όπως ανεβήκατε, μωρά μου. να, κοιτάξτε εμένα και ακολουθήστε με.

Ένα-ένα κατέβηκαν και ξαπλώθηκαν αποκαμωμένα στην αυλή, αφού πρώτα ήπιαν τόσο νερό, που δεν χωρούσε άλλο η κοιλίτσα τους.

–        Αύριο θα ανεβούμε πάλι. Σε άλλο δέντρο. Ελάτε τώρα να σας πάρω μια αγκαλιά και να σας πω και κάποια πράγματα. Εμείς, λοιπόν, Αράπω, μην σπρώχνεις τα αδέλφια σου. Χωράτε όλα στην αγκαλιά μου. Εμείς, λοιπόν, είμαστε ανεξάρτητα ζωντανά, όπως μας χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι. Δεν είμαστε σαν τον Ρεξ και την Μπέλα που άλλοτε τους δένουν και άλλοτε τους αφήνουν ελεύθερους. Εκείνα δεν φεύγουν χωρίς το “αφεντικό” τους. Εμείς, σαν βεβαιωθούμε πως μπορούμε, βγαίνουμε στον δρόμο, στους δρόμους. Και την πόρτα να μας κλείσουν, εμείς μπορούμε να σκαρφαλώσουμε και να μπούμε ή να χωθούμε από κάποιο άνοιγμα.

–        Νιά-νιάρ, εμείς πότε θα βγούμε;

–        Έχετε καιρό ακόμα, Παρδαλούλη μου. Ειδικά εσύ που φοβάσαι και τον ίσκιο σου. Έχετε πολλά να μάθετε και η πρώτη έξοδος θα είναι παρέα, όλοι μαζί. Για να σας δείξω και πώς θα γυρίζετε…

–        Εσένα ποιος σου τα έμαθε όλα αυτά;

–        Μια μαμά, που δεν ήταν η δική μου, αλλά με αγκάλιασε, όταν με έφεραν μωρό, μαζί με τα δικά της παιδιά. Ποτέ δεν με ξεχώρισε. Ακόμα και όταν μας έδερνε…

–        Σας έδερνε; Γιατί;

–        Μια φορά σκαρφαλώσαμε όλα μαζί σ’ αυτό το δέντρο κι από κει βρεθήκαμε κάπου από όπου δεν μπορούσαμε να βγούμε. Φωνάζαμε, φωνάζαμε κι εκείνη έτρεξε αμέσως. Στάθηκε στην άκρη της γούρνας και μας φώναζε να ανεβούμε. Κανένα μας δεν μπορούσε. Κατέβαινε, μας έριχνε από μια σφαλιάρα, ανέβαινε πάλι και μας φώναζε. Εμείς πού ν’ ανεβούμε… ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες ώρες κράτησε όλο αυτό, φάγαμε το ξύλο της ζωής μας, όλα μας. Στο τέλος, αφού δεν είχαμε πια άλλη δύναμη από τον φόβο και το κλάμα, μας έπιασε ένα-ένα, μας ανέβασε, μας κατέβασε στην αυλή και μετά μας εξήγησε ποιος ήταν ο λόγος που μας έδειρε: να μάθουμε, πως αν δεν μπορούμε να φροντίσουμε τον εαυτό μας, να μην κάνουμε “επαναστάσεις” και “παλληκαριές”.

–        Να σε ρωτήσω κάτι;

–        Πες μου, Καφετούλη μου.

–        Οι άνθρωποι που είναι τόσο μεγάλοι, είναι όλοι τόσο καλοί σαν τους δικούς μας;

–        Μακάρι να ήταν έτσι… Δυστυχώς, αγόρι μου, οι περισσότεροι είναι κακοί. Είναι άπονοι. Δεν ξέρω πώς αλλοιώς λέγονται, αλλά δεν είναι σαν εμάς. Εμείς και να τσακωθούμε και να μαλώσουμε, ή θα τα ξαναβρούμε ή όταν συναντιόμαστε τυχαία, αλλάζουμε δρόμο. Και όταν μαλώνουμε, δεν ψάχνουμε να βρούμε αντικείμενα, πιστόλια ή μαχαίρια λέγονται, για να σκοτώσουμε τον άλλον.

–        Ναι, αλλά όσοι από εμάς δεν έχουν σπίτι, δεν σκοτώνουν τα πουλιά για να φάνε;

–        Σωστά. Πολύ σωστά το είπες «για να φάνε». Οι άνθρωποι, αν μάθεις και καταλαβαίνεις αυτά που λένε, σκοτώνουν για πλάκα, που λένε. Εδώ μεγαλώνουν τα παιδιά τους και τα μαθαίνουν να μην μας αγαπάνε. Πολλά βασανίζουν γατάκια σαν κι εσάς. Τους δένουν τενεκεδάκια, για να γελάσουν ή να δείξουν πόσο δυνατοί είναι. Τα άλλα ζωντανά να δείτε τι παθαίνουν… Στα σκυλιά κόβουν ουρές και αυτιά, τα πουλιά τα σκοτώνουν χωρίς να πεινάνε και τόσα και τόσα άλλα…

–        Τα δικά μας ανθρωπάκια, όμως, δεν είναι έτσι. Μας αγαπάνε. Εσένα σε παίρνουν συνέχεια αγκαλιά, όπως και τον Ρεξ και την Μπέλα. Και δεν φωνάζουν. Δεν μαλώνουν.

–        Ναι, Αράπω μου. μακάρι να ήταν όλοι έτσι.

–        Υπάρχουν κι άλλοι που να μας αγαπάνε και να μας νοιάζονται;

–        Αρκετοί, Χιονάτη μου. Ευτυχώς, είναι αρκετοί, μα δεν είναι όλοι. Όταν μεγαλώσετε και κάνετε παρέα και με άλλα γατιά, θα δείτε πόσα θα μάθετε.

–        Είναι αλήθεια πω αυτοί οι άνθρωποι σκοτώνουν ο ένας τον άλλον;

–        Αχ, παλληκάρι μου. Και να έμεναν μόνο στο σκότωμα… Όπως βασανίζουν εμάς, ακόμα χειρότερα βασανίζουν το είδος τους, τους άλλους ανθρώπους. Τους βγάζουν τα νύχια, τους κόβουν τα χέρια, τους σπάνε τα πόδια, τους αφήνουν χωρίς νερό και φαγητό, τους κλείνουν σε σκοτεινά δωμάτια και τους δέρνουν. Ακόμα και μικρά ανθρωπάκια βασανίσουν. Δεν ακούς που τα λένε οι δικοί μας και κλαίνε; Κιόλας; Μπορεί όχι με δάκρυα, αλλά από τον τόνο της φωνής τους, καταλαβαίνεις πως κλαίει η ψυχή τους…

–        Και γιατί γίνονται όλα αυτά;

–        Κέρδος το λένε. Τι είναι αυτό, δεν ξέρω. Το δικό μας κέρδος είναι που βρισκόμαστε σ’ ένα σπίτι, μας ταΐζουν, μας ποτίσουν, νοιάζονται για τα μωρά μας. Οι άνθρωποι έχουν άλλου είδους κέρδη, φαίνεται. Και για να φτάνουν σε φόνους, όπως λένε τον σκοτωμό, πρέπει να είναι άσχημα κέρδη. Άλλου είδους κέρδη, που εμείς, τα υπόλοιπα ζωντανά, δεν καταλαβαίνουμε και δεν πιστεύω να καταλάβουμε και ποτέ. Και μακάρι να μην γίνει αυτό, γιατί τότε θα γίνουμε σαν τους ανθρώπους.

–        Δηλαδή, να μην εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους;

–        Δεν είπα κάτι τέτοιο. Να ακούτε την φωνή τους, τον χτύπο της καρδιάς τους και να μυρίζεστε εάν έχουν καλό σκοπό που σας πλησιάζουν. Σε όποιον νοιώσετε πως μπορεί να σας κάνει κακό, αν προλάβετε να φύγετε, θα κάνετε το πιο σωστό. Αν δεν έχετε, όμως, άλλη επιλογή, θα βγάλετε τα νύχια σας και όπου τον πετύχετε.

–        Δηλαδή, μπορεί να γίνουμε άνθρωποι και να τον σκοτώσουμε;

–        Όχι, μωρό μου. Δεν είμαστε, άλλωστε, και τόσο μεγάλοι και δυνατοί. Υπάρχουν άλλα ζώα, πολύ πιο μεγάλα από μας, που σαν νοιώσουν την απειλή, τον κίνδυνο, επιτίθενται και σκοτώνουν. Εσείς, απλά, θα τον κάνετε να πονέσει, για να σας αφήσει ήσυχους και να μπορέσετε να φύγετε. Εμείς τα ζωντανά, εκτός από τον άνθρωπο, αμυνόμαστε με επίθεση, μόνο όταν νοιώσουμε πως κινδυνεύουμε.

–        Μήπως και οι άνθρωποι κάνουν το ίδιο;

–        Κι εγώ το είχα σκεφτεί. Αλλά ένα μικρό ανθρωπάκι, που ακόμα δεν στέκεται στα πόδια του, πώς μπορεί να απειλήσει μια ομάδα ανθρώπων μεγάλων ή και έναν; Εσύ, ας πούμε, μπορείς να απειλήσεις την Μπέλα που είναι μεγάλη;

–        Όχι. Την φοβάμαι κι ας κουνάει την ουρά της όποτε την πλησιάζω. Και μας έχεις μάθει πως όταν τα σκυλιά κουνούν την ουρά τους, δείχνουν την αγάπη τους…

–        Πολύ σωστά. Άρα, πώς ένα μικρό ανθρωπάκι, είναι απειλή για τους μεγάλους; Ξέρεις πόσα τέτοια βρίσκονται για καιρό χωρίς τροφή και φάρμακα;

–        Τελικά, γιατί ένας άνθρωπος λέει τον άλλον «ζώον», όταν δεν καταλαβαίνει αυτό που του λέει; Άκουσα τον μπαμπά που κουβέντιαζε με τον γείτονα.

–        Νιάου-νιάου…, μ’ έκανες και γέλασα! Οι άνθρωποι πιστεύουν πως όταν αποκαλούν τον άλλον «ζώον», τον βρίζουν. Δεν ξέρουν οι ανόητοι, πως του κάνουν την καλύτερη φιλοφρόνηση, το ωραιότερο κανάκεμα…
Κάποτε, καιρό πριν, η μαμά που με μεγάλωσε μου το είχε πει, υπήρχε η οικογένεια Τσίου και αυτοί της είχαν πει για κάτι τεράστια πουλιά που έκανα πολύ θόρυβο και οι κουτσουλιές τους, όπου έπεφταν, έκαιγαν τα πάντα. Και αυτά τα πουλιά τα είχαν φτιάξει οι άνθρωποι. Και δεν τους ένοιαζε ή μάλλον ήξεραν πού θα έπεφταν αυτές οι κουτσουλιές. Και εκεί υπήρχαν και μικρά ανθρωπάκια, όπως και πολλά ζωντανά.

–        Ναι, αλλά γιατί τα κάνουν αυτά; Μήπως δεν έχουν τροφές να ταΐσουν τα παιδιά τους; Μήπως οι άλλοι προσπαθούν να τους κάνουν κακό, να τους πάρουν τα σπίτια τους;…

–        Αχ Αράπω μου… Πώς γίνεται, εσύ ας πούμε, να είσαι απειλή σε κάποιο άλλο γατάκι που ζει πολύ μακριά από δω; Που για να φτάσεις εκεί, θα πρέπει να περπατάς μερόνυχτα; Γίνεται;

–        Όχι, βέβαια. Τότε ποια είναι η εξήγηση;

–        Αυτό, παιδιά μου, δεν μπορώ να σας το απαντήσω, γιατί ούτε στον εαυτό μου δεν το έχω απαντήσει ακόμα. Αυτά μόνον οι άνθρωποι τα γνωρίζουν. Και ειλικρινά, δεν θα ήθελα ούτε να μάθω μήτε να τους καταλάβω…

–        Νιάρ-νιάρ, νιάου-νιάου, δηλαδή, όταν μαλώνουμε εμείς, μπορώ να λέω τα αδέλφια μου «άνθρωπε»;

–        Αχ Χιονάτη μου, μ’ έκανες κι εσύ και γέλασα!… Νιάρ-νιάρ-νιάρ!… Άντε, πάμε τώρα να φάμε. Σουρουπώνει κιόλας. Ελάτε μαζί μου…

–        Μιάου-μιάου, εγώ δεν θέλω να γίνω ποτέ σαν αυτούς τους ανθρώπους…

–        Μη φοβάσαι, Παρδαλούλη μου… Δεν κινδυνεύεις από τέτοιο κακό… Άντε, πάμε κι αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα!…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

 

 

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος