Νυχτερινή Αφροδίτη, της Δήμητρας Ιωάννου

10.01.2020

σχόλια

Ο Μιχαήλ Μπόκαρης είναι ένας διάσημος, καταξιωμένος και πλούσιος ζωγράφος, του οποίου το έργο «Νυχτερινή Αφροδίτη» αποτελεί σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Έχει ένα πλούσιο ερωτικό, οικογενειακό και κοινωνικό παρελθόν, με το οποίο θα έρθει αντιμέτωπος τη βραδιά που κάποιος κλέβει αυτόν τον πίνακα μέσα από το αρχοντικό του στις Σπέτσες. Ποιος πήρε το έργο και γιατί; Ποιος είναι ο ένοχος ανάμεσα στους καλεσμένους εκείνης της νύχτας αλλά και τους ενοίκους του αρχοντικού; Πόσο έτοιμος είναι ο ζωγράφος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από ανοιχτούς λογαριασμούς; Ποιο μυστικό κρύβει η «Νυχτερινή Αφροδίτη» και γιατί δεν πρέπει να αποκαλυφθεί ποτέ;

Η Δήμητρα Ιωάννου δημιούργησε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες μυθιστορηματικούς ήρωες στην ως τώρα συγγραφική της καριέρα. Πρόκειται για έναν άντρα με αρχές και ιδεώδη και συγκεκριμένες ηθικές αξίες, που κατά τη διάρκεια της ζωής του έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις που θα αλλάξουν την κοσμοθεωρία του και τον ψυχισμό του, έχει όμως το σθένος και τον κατάλληλο πηλό για να μην προδώσει τα ιδανικά του και τις αντιλήψεις του. Η οικονομική του άνεση και η φήμη που αποκτά με τους πίνακές του τον αλλάζει αλλά δεν τον μεταμορφώνει. Παγίδες και πειρασμοί υπάρχουν πολλοί και καταφέρνει να ξεπεράσει αρκετά εμπόδια, δυστυχώς όμως η Μοίρα και μια σατανική γυναίκα καραδοκούν και στήνουν τα δικά τους καλοπλεγμένα σχέδια. Αφοσιωμένος στη ζωγραφική, στην οποία παραμένει πιστός, γνωρίζει κι αγαπά τρεις γυναίκες που θα τον σημαδέψουν για πάντα, το Μαριώ, τη Στέλλα Σάντι και την Ευανθία Βενέζη, που για χάρη της θα παλέψει περισσότερο με τον εαυτό του. Οι τρεις αυτοί συμπρωταγωνίστριες δίνουν άφθονο υλικό στη συγγραφέα για να στήσει μια ιστορία πάθους, εκδίκησης, έρωτα και μίσους.

Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται σε δύο αφηγηματικούς χρόνους: στο σήμερα, τη βραδιά της κλοπής και τις επόμενες ημέρες, που είναι γεμάτες αναπάντεχες ανατροπές, και στο χθες (1969 και εφεξής) που παρακολουθούμε τη ζωή του Μιχαήλ Μπόκαρη. Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν διαρκή πισωγυρίσματα αλλά δύο ξεκάθαροι άξονες, το κείμενο αποκτά μια ενδιαφέρουσα πολυπρισματικότητα, μιας και η ζωή του καλλιτέχνη είναι γεμάτη από εκπλήξεις και επεισόδια ενώ στο σήμερα την υπόθεση αναλαμβάνει ο υπεύθυνος ασφαλείας του αρχοντικού που μπλέκεται σ’ ένα ιδιότυπο κυνήγι θησαυρού. Από τον έρωτα, την αγάπη και τον ρομαντισμό περνάμε στη σκληρή αλήθεια, την αγωνία, το σασπένς και τις μεγάλες αποκαλύψεις, οπότε ο αναγνώστης δε μένει στιγμή σε ησυχία και γυρίζει πυρετωδώς τις σελίδες είτε για να μάθει τι θα συμβεί στην ερωτική και καλλιτεχνική ζωή του Μπόκαρη είτε για να δει ποιος έκλεψε τον πίνακα και πού αποσκοπούν τα κωδικοποιημένα μηνύματα που στέλνουν τους νέους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος από τη μια άκρη των Σπετσών στην άλλη.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως σε κάθε περίπτωση έχουμε πλούσιο background και ολοκληρωμένους άξονες αφήγησης που μπλέκονται αρμονικά ο ένας με τον άλλον όταν το παρελθόν με το παρόν συναντιούνται. Θα περίμενε κανείς πως όλο το βάρος θα δινόταν στη ζωή του Μπόκαρη, με τις γυναίκες του, την επαγγελματική του επιτυχία, τις ραγισμένες καρδιές κλπ. όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με τη Δήμητρα Ιωάννου, που δεν επαναπαύεται ούτε στιγμή κι έτσι το σήμερα δεν υπολείπεται σε δράση και πλούσια πλοκή. Ο Μπόκαρης θα γιόρταζε τα 57α γενέθλιά του στο αρχοντικό των Σπετσών και κάλεσε την ηθοποιό Στέλλα Σάντι και την τραγουδίστρια Τζίνα Τσιπριάνι για να διαλέξει ποια από αυτές θα αποτυπωνόταν στη δεύτερη «Νυχτερινή Αφροδίτη» που αποφάσισε να ζωγραφίσει. Το ίδιο βράδυ θα ανακοίνωναν και την κοπέλα που θα κέρδιζε την υποτροφία «Ευανθία Βενέζη» για νέους ταλαντούχους δημιουργούς, οπότε η Νεφέλη Αδαμαντίδη, η Μαλένα Χρηστάκη και η Σουζάνα Πετρίδη ήταν επίσης καλεσμένες. Ο Πέτρος Αντωνίου δυστυχώς θα βρει πάλι μπροστά του τη γυναίκα που τον είχε προδώσει όμως κατά ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας θα συνεργαστεί μαζί της για να λύσει τους μυστηριώδεις γρίφους που κρύβονται στο νησί ώστε να βρει τον κλεμμένο πίνακα.

Η τέχνη της ζωγραφικής ξεδιπλώνεται με μαεστρία και ανακάλυπτα μαζί με τον Μπόκαρη πόσες διαφορετικές αποχρώσεις υπάρχουν και πώς αυτές μπορούν να απλωθούν σ’ έναν πίνακα και να τον αλλάξουν εντελώς. Με πινέλα και με δάχτυλα δημιουργήθηκαν μπροστά μου θα έλεγα συγκλονιστικοί πίνακες, με αξέχαστες τεχνοτροπίες. Ο καλλιτέχνης βρήκε τρόπο να εκφράσει την κραυγή του για τη ζωή και την αγωνία του για τη μοίρα και την ύπαρξη μέσα από πίνακες που κάνουν τον κόσμο της τέχνης να παραμιλάει. Όπως αναφέρεται στο κείμενο, «οι πίνακές του έμοιαζαν φερμένοι από άλλους κόσμους και όχι καμωμένοι από χέρι απλού ανθρώπου» (σελ. 14).

Με χαρά διαπίστωσα πως, παρά τις προσδοκίες των γύρω του (και τις δικές μου) ότι η ενασχόληση με τη ζωγραφική είναι αποτέλεσμα πλήξης ενός πλούσιου ανθρώπου που δεν έχει πώς να περάσει την ώρα του, ο Μπόκαρης βρήκε την απόλυτη έκφραση μέσα από τα χρώματα και τις τέμπερες κι έτσι, όχι μόνο ανακάλυψε πως έχει ένα καλό ταλέντο αλλά μετουσίωσε όλη του την εσωτερικότητα σε κάτι παραπάνω από δημιουργικό, σε κάτι πρωτόγνωρο! Αδιαφορούσε για τις πεπατημένες τεχνικές, φέρνοντας πολλές φορές τον δάσκαλό του στα όρια του, και περπατούσε σε ατραπούς που κανείς ως τότε δε σκέφτηκε ή δεν τόλμησε ν’ ακολουθήσει. Κι όχι μόνο αυτό: «-Το έχεις βρει!… Κάθε ζωγράφος αγωνίζεται για να βρει το στίγμα του. Το δικό του προσωπικό αποτύπωμα που θα τον διαφοροποιήσει από όλους τους υπόλοιπους. Μεγάλα ταλέντα έχουν χαθεί επειδή δεν έχουν κατορθώσει να βρουν αυτό το κάτι που θα τους ξεχωρίσει από τον σωρό. Εκείνο το ιδιαίτερο ύφος που θα κάνει ακόμα και αυτούς που δε γνωρίζουν από τέχνη να καταλάβουν πως το έργο που έχουν μπροστά τους είναι φτιαγμένο από συγκεκριμένο χέρι» (σελ. 215).

Η συγγραφέας, μέσα από μια σύγκριση με τον ετεροθαλή αδελφό του, χαρακτηρίζει τον Μπόκαρη ως εξής: «Ο Γιάννης ήταν ένας αρρενωπός θνητός, καμωμένος από χώμα και ντομπροσύνη ενώ ο Μιχαήλ ένας λαμπερός ημίθεος, φτιαγμένος από όνειρο και χρυσάφι. Τα βήματα του Γιάννη ήταν δυνατά και σταθερά ενώ ο αδελφός του δεν πατούσε καν στη γη… Αν ο Μιχαήλ ήταν μια φωτεινή μέρα, ο Γιάννης ήταν μια στοχαστική νύχτα» (σελ. 72-73). Ακόμη και ο Πέπε το παραδέχεται, απόλυτα γοητευμένος από την παρουσία του και το πάθος του: «Ετούτος εδώ ήταν ζυμωμένος με φωτιά, πάθος και χρώμα, πώς να επιλέξει τα λίγα και τα μικρά;» (σελ. 158). Ο Μπόκαρης έχει όπως έγραψα πριν ηθικές αρχές που δεν τις ξεπέρασε ποτέ, παρά μονάχα μια φορά κι από τότε έχει τύψεις, στο βάθος περιμένει πως κάποια στιγμή θα τιμωρηθεί. Δείχνει πως κρατά λογική στις διαβαθμίσεις του έρωτα και της αγάπης, δεν είναι ηδονιστής, αναζητά, ψάχνει και δίνεται, πάντα όμως μοναδική του αγάπη η ζωγραφική, την οποία ποτέ δεν πρόδωσε.

Η οικογένεια Μπόκαρη είναι απόγονοι του Γιαννάκη Μπόκαρη, αγωνιστή της Επανάσταση του 1821, και το αρχοντικό τους αποδίδεται με τα καλύτερα χρώματα. Έτσι η Δήμητρα Ιωάννου, χάρη στην αξεπέραστη πένα της, ντύνει με τα καλύτερα καλολογικά στοιχεία το νησί των Σπετσών όπου κατοικεί η οικογένεια και συστήνει στον αναγνώστη κρυφές και άγνωστες πλευρές του. Τα τοπόσημα και η ιστορία του νησιού έχουν περάσει αρμονικά στους διαλόγους και στην καθημερινότητα των ντόπιων, κάτι που ζούμε πιο έντονα στο κομμάτι της αφήγησης που αφορά το σήμερα, με αφορμή ένα παράξενο κυνήγι θησαυρού. Οι παρομοιώσεις και οι μεταφορές της συγγραφέως μού είναι οικείες από τα προηγούμενα βιβλία της αλλά κάθε φορά με ξαφνιάζει και πιο ευχάριστα. Προσέξτε πώς καλωσορίζει την Κυριακή στη ζωή του τόπου που έχει αγαπήσει εξίσου με τους ήρωές της: «Με τις γητειές και το ασήμι της η ξελογιάστρα Σελήνη είχε αναστατώσει τους θνητούς και τους είχε αφήσει ακοίμητους όλη νύχτα, ολοκληρωτικά υποταγμένους στη γοητεία της. Μάτι δεν είχαν κλείσει οι φεγγαρολουσμένες Σπέτσες κι έτσι η Κυριακή έφτασε σκουντουφλώντας στο νησί ράθυμη και νυσταγμένη κι αυτή σαν τους ανθρώπους» (σελ. 77).

Φυσικά, η δύναμη του έρωτα και το πάθος της αγάπης δε θα μπορούσαν να λείπουν από μια τόσο δυνατή ιστορία και καταγράφηκαν τόσο γλυκά, σκληρά και ρεαλιστικά, όπως εδώ: «-Χριστέ μου, τι όμορφα που ήταν τα μάτια του! Σαν ζεστό ξανθόμελο χυμένο στην πέτρα» (σελ. 46)! Εξίσου γλαφυρά και παραστατικά καταγράφονται οι γυναίκες που επηρέασε και επηρέασαν τον ζωγράφο και το οικογενειακό τους υπόβαθρο. Γυναίκες που ακροβατούν ανάμεσα στο μίσος και την αγάπη όπως το Μαριώ, γυναίκες απόλυτα κακές από την αρχή ως το τέλος όπως η Τζίνα, εξισορροπίστριες όπως η Λασκαρίνα, αθώες και τρυφερές όπως η αγαπημένη μου Καλομοίρα συγκροτούν έναν έντονο καμβά γεμάτο χρώματα, λεπτομέρειες και περιστατικά που συμπληρώνουν στρωτά και ισορροπημένα τις περιπέτειες του Μιχαήλ Μπόκαρη. Δε χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο, μιας και η κάθε σελίδα του μυθιστορήματος είναι μια έκπληξη! Θα αναφερθώ μόνο στην εμφάνιση της Νατάσας από το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Κουρτζή «Η ερωμένη των φάρων», η οποία είναι πολύ καλή φίλη του ζωγράφου και μέσα σε μια σελίδα, στην οποία εμφανίζεται, δίνει εν συντομία και με υπονοούμενα την ιστορία της ζωής της, κάνοντάς με να θέλω να βυθιστώ και στον δικό της κόσμο!

Πλειάδα χαρακτήρων, απανωτές ανατροπές και αποκαλύψεις, εξαιρετικές παρομοιώσεις και μεταφορές, κομψότατα καλολογικά στοιχεία, καλοδουλεμένοι χαρακτήρες που εξελίσσονται συναρπαστικά, προσεγμένα πραγματολογικά στοιχεία είναι μερικά μόνο από τα καλύτερα συστατικά που θα αγαπήσει κανείς στο νέο βιβλίο της Δήμητρας Ιωάννου. Η «Νυχτερινή Αφροδίτη» είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα αξιώσεων, συγκινητικό, αληθινό, μεστό και άρτιο που με ταξίδεψε στο μαγικό νησί των Σπετσών και στις κρυμμένες ψυχές γνήσιων, ρεαλιστικών χαρακτήρων.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου