Οικογένεια Αλλουγιαλλούρη

17.01.2021

-Χαμήλωσέ το ρε Μαρία, μας πήρες τ’ αυτιά, μαμά πες της κάτι.

-Μαρία χαμήλωσέ το!

Η Μαρία επιδιδόταν στις χορευτικές της φιγούρες, στο σαλόνι απτόητη. Είχε τοποθετήσει το τραπέζι στην άκρη και στρίμωξε τις καρέκλες της τραπεζαρίας, ώστε να έχει περισσότερο χώρο. Ήθελε οπωσδήποτε να βγάλει την χορογραφία. Έβαζε το χέρι κάτω και σήκωνε τα πόδια στον αέρα. Έπρεπε να μείνει για λίγα δευτερόλεπτα εκεί. Δεν ήταν εύκολο. Το πιο σημαντικό ήταν να ισορροπήσει το κέντρο βάρους της.

-Γυναίκα, εκείνη την παλιά ψησταριά που είχε σκουριάσει τι την κάναμε;

-Που να θυμάμαι; Αν δεν είναι στην αποθήκη την πετάξαμε, απάντησε αδιάφορα η Αγγέλα, από την κουζίνα.

Ο Γιώργος πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι. Έμπαινε στο μικρό αποθηκάκι, ξαναέβγαινε. Πήγαινε στο μπαλκόνι. Εν τω μεταξύ κατσαβίδια και τανάλιες προεξείχαν από το λάστιχο της φόρμας του. Το ύφος του ήταν σοβαρό, σα να επρόκειτο να πραγματοποιήσει εγχείριση ανοιχτής καρδιάς.

-Παρ’ τα! Ναι ρε φίλε, ναι! Ακουγόταν πανηγυρισμοί από το δωμάτιο του Κωστάκη.

-Ελάτε να φάμε, το φαγητό είναι έτοιμο! Φώναξε η μητέρα, αλλά δεν συγκινήθηκε κανείς.

Έστρωσε το καλό τραπεζομάντηλο που είχε προίκα από την μάνα της. Τοποθέτησε τα ακριβά σερβίτσια στο τραπέζι με προσοχή. Άναψε και τα κόκκινα κηροπήγια που είχαν αραχνιάσει στην τραπεζαρία και ξανά φώναξε, αυτή την φορά πιο δυνατά.

-Γιώργο! Παιδιά! Ελάτε! Το φαγητό είναι έτοιμο!

Έβαλε και τις χαρτοπετσέτες σε σχήμα παγωνιού, δίπλα από κάθε πιάτο και καμάρωνε για το αριστούργημά της. Το είχε δει στο διαδίκτυο. Δεν ήταν τόσο δύσκολο τελικά να τις φτιάξει κανείς. 

-Παιδιά στον αέρα μιλάω; Ελάτε, θα κρυώσει το φαγητό.

-Εγώ δεν πεινάω, είπε η Μαρία λαχανιασμένη, ενώ δοκίμαζε μια ακόμη πιο δύσκολη φιγούρα.

-Έλα παιδί μου, ας μην πεινάς, έλα να μας κάνεις παρέα και φάε όσο θες. Αν κρυώσει δεν τρώγεται. Γιώργο! Κώστα! Βαγγελίτσα!

Εκείνη την ώρα μπαίνει η μεγάλη κόρη της οικογένειας, νωχελικά, στην κουζίνα.

-Πόσες φορές θα σου πω να μην με ξαναπείς Βαγγελίτσα; Βίβιαν με λένε, εντάξει;

-Καλά παιδί μου, μη νευριάζεις, ξεχνιέμαι, τι να κάνω κι εγώ; Ένα μυαλό χειμώνα, καλοκαίρι…

-Τι έχει να φάμε;

-Καλά θα πάθετε την πλάκα σας! Έφτιαξα γαρίδες σωτέ με φακές beluga για πρώτο, ορτύκια φλαμπέ για κυρίως και αποδομημένη lemon pie για επιδόρπιο!

-Μάνα το ‘ χεις χάσει τελείως;

-Γιατί παιδί μου; Επειδή θέλω να σας ευχαριστήσω;

-Τι να μας ευχαριστήσεις ρε μάνα; Με ορτύκια;

-Μα είναι φλαμπέ!

Ένας εκκωφαντικός θόρυβος σα να γκρεμίστηκαν δεκαπέντε κατσαρολικά, ακούστηκε ξαφνικά. 

-Όλα καλά! είπε μέσα από την αποθήκη ο πατέρας, καταπλακωμένος από χίλια δυο συμπράγκαλα.

-Χριστέ μου, θα σκοτωθεί! Μονολόγησε η Αγγέλα κι έτρεξε προς την αποθήκη.

 Η Μαρία προσπαθούσε τώρα να κάνει κατακόρυφο στον τοίχο.

-Κλεισ’ το κι εσύ παιδάκι μου κι έλα να φάμε. Ο Κωστάκης που είναι; Κώστααα!!!

Ο μικρός ήταν ακόμη στο σκοτεινό δωμάτιό του, μπροστά στον υπολογιστή και χτυπούσε με μανία τα κουμπιά.

-Κώστα σήκω. Έλα να φάμε.

-Σε λίγο.

-Τι σε λίγο παιδί μου; Τώρα. Κλεισ’ το, το ρημάδι. Κοκκίνισαν τα μάτια σου από το πρωί.

-Είπα σε λίγο, να τελειώσω την πίστα.

Η Αγγέλα έφυγε μες τα νεύρα και πήγε στο αποθηκάκι. Η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική. Ο Γιώργος με μια λεκάνη στο κεφάλι, πάλευε να σηκωθεί ανάμεσα στις αμέτρητες συσκευασίες χαρτιού υγείας και ζυμαρικών.

-Τι ψάχνεις παιδί μου τόση ώρα;

-Που στο καλό βάλαμε την παλιά ψησταριά;

Η Αγγέλα σήκωσε απελπισμένα το βλέμμα στο ταβάνι.

-Άσε τώρα την ψησταριά κι έλα μάζεψε τον μικρό, δεν μ’ ακούει.

Ο Γιώργος πήρε ένα πακέτο κατεψυγμένο αρακά από το ψυγείο, το τοποθέτησε στο κούτελο και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του μικρού. 

-Μικρέ ξεκόλλα από τον υπολογιστή κι έλα να φάμε, μια ώρα φωνάζει η μάνα σου.

Η Μαρία αυτή την φορά έπαιρνε φόρα και πηδούσε στον αέρα με ανοιχτά τα πόδια. Η πρώτη προσπάθεια ήταν αποτυχημένη. Ξαναπήγε πίσω , πήρε φόρα και ανοίγοντας τα πόδια , πετυχαίνει, ως ποδοσφαιριστής της Εθνικής, το βάζο που είχε φέρει ο θείος Αποστόλης , από την μακρινή Ανατολή, όταν ήταν στα καράβια και το στέλνει με δύναμη στον απέναντι καθρέφτη. Το βάζο φυσικά γίνεται κομμάτια, μα το πιο τραγικό απ’ όλα ήταν ότι έσπασε ο καθρέφτης.

Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν σκηνές τρόμου και πανικού.

-Σόρρυ! Είπε η Μαρία, κάνοντας χαριτωμένη φατσούλα, μήπως και ξεφύγει από το μένος της μαμάς, η οποία είχε γουρλώσει τα μάτια με τρόμο.

-Χριστέ μου! Έσπασε ο καθρέφτης! Επτά χρόνια γρουσουζιά! Και το ‘λεγα εγώ, δεν είδα καλό όνειρο! Αχ Παναγίτσα μου, τι κακό θα μας έβρει;

Μάταια ο Γιώργος προσπαθούσε να την πείσει πως όλα αυτά είναι δεισιδαιμονίες. Η Αγγέλα χτυπούσε με τα χέρια τα γόνατά της ως μοιρολογίστρα.

-Να δεις που το κακό θα μπει στο σπίτι μας. Θα κολλήσουμε τον κορωνοϊό. 

-Μάνα δεν πας καλά! Είπε η Βίβιαν κουνώντας το κεφάλι, κατευθυνόμενη προς το δωμάτιό της.

-Που πας; Δεν θα φας; Φώναξε η Αγγέλα, διακόπτοντας για λίγο το μοιρολόι.

-Σιγά μην φάω ορτύκια. Φάτε μόνοι σας, εγώ θα παραγγείλω.

-Γιώργο, πες της κάτι.

-Ορτύκια; Τι ορτύκια; Ρώτησε ο Γιώργος με ανησυχία.

-Φλαμπέ! Είπε η Αγγέλα, λαχανιασμένη από την αγωνία.

Η Μαρία πήγε να φέρει σκούπα να μαζέψει τα σπασμένα κομμάτια. Μόλις εμφανίστηκε με το φαράσι στα χέρια, η μητέρα της φώναξε δυνατά.

-Μη! Όχι! Μην πλησιάζεις,δεν πρέπει να κοιταχτείς στα σπασμένα κομμάτια.

Η Μαρία την κοιτούσε αποσβολωμένη.

-Τι εννοείς; Ρώτησε με απορία.

-Η γιαγιά μου έλεγε πως δεν κάνει να καθρεφτιζόμαστε σε σπασμένο καθρέφτη και πρέπει να κάνουμε κάτι για να εξουδετερώσουμε την κακή τύχη, αχ δε θυμάμαι τι ακριβώς. Θα το γκουγκλάρω. Μην τ’ αγγίξει κανείς.

-Μπαμπά τι είναι τα ορτύφια; Ρώτησε ο Κωστάκης.

Ο Γιώργος, δεν απάντησε, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η μυρωδιά ήταν απροσδιόριστη.

-Τι μαγείρεψες γυναίκα;

-Να το! Κοίτα τι λέει, πρέπει να βάψουμε τα κομμάτια με μαύρη μπογιά ή να τα πλύνουμε στον νεροχύτη πριν τα πετάξουμε στα σκουπίδια.

-Αγγέλα, άλλο σε ρώτησα, τι μαγείρεψες;

-Α το καλύτερο λέει, είναι να θάψουμε τα κομμάτια κάτω από το φως του φεγγαριού ή να συνθλίψουμε τον σπασμένο καθρέφτη σε μικροσκοπικά κομματάκια, ώστε κανένα από αυτά να μην μπορέσει να κάνει αντανάκλαση σε τίποτα, ποτέ ξανά. Η Αγγέλα διάβαζε το άρθρο με δέος. Ο Γιώργος άρχισε να χάνει την υπομονή του.

-Θα μου πεις τι μαγείρεψες; Τι ορτύκια λέει η Βίβιαν;

-Σου είπα, ορτύκια φλαμπέ και γαρίδες σωτέ με φακές beluga και για επιδόρπιο αποδομημένη lemon pie.Είπα να σας κάνω κάτι γκουρμέ, απόψε. Όλες οι φίλες μου ανεβάζουν φωτογραφίες με περίεργα φαγητά, ήθελα κι εγώ να μαγειρέψω κάτι σπέσιαλ. Αχ Χριστέ μου, τι ήταν αυτό που πάθαμε; Άκου τον καθρέφτη! συνέχιζε να μονολογεί.

-Βίβιαν πάρε και για μένα, φώναξε η Μαρία, μέσα από το μπάνιο, που άκουγε την αδερφή της να παραγγέλνει, θέλω δύο χοιρινό με απ’ όλα.

-Κι εγώ ένα σκέτο με πατάτες, είπε ο Κωστάκης , τρέχοντας προς το σαλόνι.

-Βάλε τρία και για μένα, είπε ο πατέρας.

Η Αγγέλα γούρλωσε τα μάτια.

-Επτά χοιρινό με απ’ όλα κι ένα μόνο με πατάτες. Η Βίβιαν έδωσε την παραγγελία κι άραξε στον καναπέ με τα πόδια σταυρωμένα πάνω στο μπράτσο και το κινητό στο χέρι.

-Συγγνώμη, για ποιον μαγείρεψα εγώ; Μόνη μου θα τα φάω; Είπε η Αγγέλα απελπισμένη.

-Έλα ρε μάνα, βγαλ’ τα φωτογραφία και μετά ριξ’ τα στα γατιά, είπε η Βίβιαν αδιάφορα.

Η Αγγέλα έβαλε τα κλάματα και όρμησε στο δωμάτιό της. 

-Την πλήγωσες τη μάνα σου. Πήγαινε να της ζητήσεις συγγνώμη, είπε ο πατέρας, κρατώντας τον κατεψυγμένο αρακά στο κεφάλι, μήπως κι αποφύγει το καρούμπαλο.

-Σε λίγο, είπε Βίβιαν ενώ πληκτρολογούσε με ταχύτητα μηνύματα στο κινητό.

Ο πατέρας άνοιξε την τηλεόραση. Οι ειδήσεις, ανακοίνωναν τα κρούσματα της ημέρας. Ο μικρός Κωστάκης πήγε στο δωμάτιό του να συνεχίσει την πίστα στο ηλεκτρονικό του παιχνίδι, ζητώντας να τον φωνάξουν, όταν έρθουν τα σουβλάκια. 

Η Αγγέλα, ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι της κι έκλαιγε, βγάζοντας όλη την ένταση που είχε συσσωρεύσει μέσα της. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Τρεις βδομάδες εγκλεισμού έφταναν για να αδυνατίσουν τα νεύρα της. Δεν φτάνει που την απέλυσαν από την δουλειά κι έχασε τα μαθήματα χορού, έπρεπε να σπάσει κι ο καθρέφτης να ολοκληρωθεί, η γκαντεμιά. Όλα παγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, σκεφτόταν, απογοητευμένη. Κάποια στιγμή ηρέμησε, σκούπισε τα δάκρυά της κι είδε την ανοιχτή ντουλάπα, απέναντί της. Σηκώθηκε, την πλησίασε και κοίταξε περίλυπη την γκαρνταρόμπα της. Περιεργαζόταν τα ρούχα της ένα, ένα και θυμόταν, όμορφες στιγμές. Στιγμές γλεντιού και χορού. Χάιδεψε το κόκκινο μεταξωτό φόρεμα, θυμήθηκε τον γάμο της κολλητής της. Το είχε φορέσει την παραμονή, στο bachelor party! Τι βραδιά κι αυτή! Μέχρι το ξημέρωμα χόρευαν και γελούσαν και το πρωί, φεύγοντας από το μαγαζί, στριμώχτηκαν εννιά κοπέλες σε ένα Φιατάκι. Η μία πάνω στην άλλη! Η Αγγέλα χαμογέλασε, καθώς θυμόταν εκείνες τις στιγμές. Πόσο μακρινή της φαινόταν εκείνη η εικόνα, που ήταν αγκαλιά όλες μαζί και πόσο αντίθετη ήταν με την σημερινή εποχή, που έπρεπε όλοι να κρατάνε αποστάσεις! Τώρα το μάτι της έπεσε στο λευκό άσπρο φόρεμα. Αυτό ήταν καλοκαιρινό και το φορούσε στα πανηγύρια του χωριού τον δεκαπενταύγουστο. Μπορεί να πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που πήγε νύφη στο χωριό, αλλά όταν σηκωνόταν να χορέψει, συνέχιζε να τραβάει τα βλέμματα. Η πεθερά της κορδωνόταν και καμάρωνε και δωσ’ του έριχνε λεφτά στα όργανα ο πεθερός. Ύστερα κοίταξε το μαύρο, με τη λωρίδα από στρας στη μέση. Αυτό το φορούσε συνήθως στις μεγάλες πίστες, συνδυασμένο με τις αγαπημένες τις κόκκινες γόβες. Είχαν δει σχεδόν όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες με τον Γιώργο. Ο άντρας της ξαδέρφης της δούλευε στα μαγαζιά της νύχτας και φρόντιζε πάντα να τους κλείνει τα καλύτερα τραπέζια. Ένας αναστεναγμός φούσκωσε τα στήθη της. Άραγε θα ξαναφορούσε ποτέ τα καλά της φορέματα; 

 Εκείνη τη στιγμή άκουσε την φωνή της παρουσιάστριας ειδήσεων, που τρύπωσε μέσα από την κλειστή πόρτα της. « Τους ενενήντα οχτώ έφτασαν οι νεκροί στη Χώρα μας, σήμερα, ενώ εξακόσιοι είκοσι δύο είναι διασωληνωμένοι». «Πόσοι άνθρωποι φεύγουν καθημερινά, έτσι άδικα, μόνοι, μακριά από τους αγαπημένους τους!», σκέφτηκε κι ένα αίσθημα ενοχής άρχισε, να την πλημμυρίζει. Θυμήθηκε την συνάδελφό της που της περιέγραφε τον θάνατο του πατέρα της. Μέσα σε τέσσερις μέρες τον πήρε ο ιός. Ήταν μόνος, ούτε στο τηλέφωνο δεν πρόλαβε να του μιλήσει, αφού είχε πέσει η μπαταρία του κινητού του. Κι η κηδεία έγινε με συνοπτικές διαδικασίες. Το πρωτόκολλο λέει πως ο νεκρός θάβεται χωρίς την παρουσία συγγενών. Τι τραγικό! Σα να συνήλθε λίγο, από την μελαγχολία της. Κάθεται τόση ώρα και στεναχωριέται που κανείς δεν θέλει να φάει τα φαγητό της, για τον σπασμένο καθρέφτη κι επειδή έχει πολύ καιρό να διασκεδάσει, τη στιγμή που τόσοι άνθρωποι υποφέρουν. Σύνελθε Αγγέλα, είπε, θυμωμένη με τον εαυτό της, που έκανε σαν κακομαθημένο παιδί. Συμμάζεψε τα μαλλιά της και βγήκε από το δωμάτιο, πιο ήρεμη.

Στο μεταξύ είχε έρθει η παραγγελία κι όλη η οικογένεια απολάμβανε τα σουβλάκια στο σαλόνι. Η Αγγέλα κάθισε στο γιορτινό της τραπέζι και σερβιρίστηκε μόνη της. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε, «θα τα φάω μόνη μου. Τόσο κόπο έκανα.» Οι ειδήσεις συνέχιζαν να ακούγονται σε όλο το σπίτι. Ο τραγικός τόνος της μουσικής υπόκρουσης, δημιουργούσε μια ζοφερή ατμόσφαιρα. Η Αγγέλα μασουλούσε την γαρίδα σωτέ, που είχε πια κρυώσει κι αναρωτιόταν πόσο θα κρατήσει αυτός ο εγκλεισμός. Είχε και το κινητό της παρέα. Αφού ανέβασε τις φωτογραφίες του γεύματος, παρακολουθούσε τα νέα των φίλων της. «Ευκαιρία να ζήσετε όμορφες οικογενειακές στιγμές», έγραφε η άλλη, που δηλώνει ψυχοθεραπεύτρια. «Μάλλον, δεν έχει οικογένεια η ίδια γι αυτό το λέει», σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά. Εκείνη τη στιγμή ο Κωστάκης μπήκε τρέχοντας στην κουζίνα να πάρει χαρτοπετσέτες.

-Μαμά τι κάνεις εδώ μόνη σου; Την ρώτησε με απορία.

-Τρώω παιδί μου, του είπε η Αγγέλα με θλιμμένο ύφος.

-Τα ορτύφια; Την ρώτησε χαριτωμένα.

-Ορτύκια, λέγονται, είναι μικρά πουλάκια και πολύ νόστιμα, θέλεις να δοκιμάσεις;

Ο Κωστάκης κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

-Δεν θέλω να φάω πουλάκια, κρίμα είναι, τα λυπάμαι, της είπε κι ύστερα πήρε το πιάτο του και πήγε να φάει μαζί της. 

-Θα φάω όμως το σουβλάκι μου, μαζί σου, για να μην είσαι μόνη, της είπε με συμπονετικό ύφος.

Η Αγγέλα, χαμογέλασε. Τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα γλυκό φιλί.

-Είσαι το πιο γλυκό παιδάκι του κόσμου!

 Ξαφνικά ακούστηκε μουσική στη διαπασών. Σύσσωμη η οικογένεια πετάχτηκε στο μπαλκόνι. Ήταν ένας τύπος από το απέναντι διαμέρισμα, που είχε βγάλει το ηχοσύστημά του έξω κι έπαιζε μουσική στο τέρμα. Ένας , ένας έβγαιναν στα μπαλκόνια όλοι οι γείτονες. Πολλούς από αυτούς δεν τους είχαν ξαναδεί.

Ο ηλικιωμένος κύριος που έμενε στον πρώτο, για παράδειγμα, σπανίως εμφανιζόταν στο μπαλκόνι. Ούτε καν στην γειτονιά, δεν τον είχαν δει ποτέ, αφού όλα του τα ψώνια τα έκανε η γυναίκα, που είχε αναλάβει να τον φροντίζει. Αυτή την φορά όμως ξεμύτισε, να δει τι συμβαίνει.

Μαζί μ’ αυτόν ξεμύτισαν και οι γεροντοκόρες που έμεναν στο διπλανό του διαμέρισμα. Ήταν δυο αδερφές , γύρω στα ογδόντα, που έμεναν μαζί, εδώ και πενήντα χρόνια. Βγήκαν δειλά στην αρχή, αλλά μετά τους άρεσε κι έμειναν να ακούν την μουσική, με ένα χαμόγελο στ’ αυτιά.

Σε αντίθεση με τον γερό στριμμένο στην διπλανή πολυκατοικία που βγήκε και διαμαρτυρήθηκε, φωνάζοντας, πως θέλει να κοιμηθεί.

-Έλα ακούς; Ο τύπος τα σπάει! Έλεγε η Βίβιαν στο τηλέφωνο, ενώ κουνιόταν ρυθμικά.

Η Μαρία κι ο Κωστάκης χοροπηδούσαν, ενθουσιασμένοι. Η Μαρία μάλιστα επιχείρησε να κάνει τις φιγούρες που έκανε εξάσκηση προηγουμένως.

-Κάτσε φρόνιμα, θα χτυπήσεις. Την μάλωσε η μητέρα της.

-Ασ’ το παιδί να εκφραστεί! Είπε ενθουσιασμένος ο πατέρας, με όλο αυτό που γινόταν.

Το κέφι είχε ανάψει για τα καλά και κάποιοι τολμηροί, είχαν κατέβει κάτω και χόρευαν πάνω στα καπό των αυτοκινήτων. Όλοι οι γείτονες χτυπούσαν παλαμάκια και σφύριζαν, ενώ ο DJ της γειτονιάς χαμογελούσε, αυτάρεσκα, που κατάφερε να ξεσηκώσει τον κόσμο. Η κυρία Ελένη του πέμπτου, πετούσε χαρτοπετσέτες στους χορευτές κι ο μερακλής ένοικος από τον τρίτο όροφο, άνοιξε σαμπάνια. Ευθυμία κατέκλυσε την γειτονιά κι ο κόσμος γελούσε, χαρούμενος. Μέσα σε λίγη ώρα ο έρημος δρόμος, μετατράπηκε σε πανηγύρι. Οι πιτσιρικάδες τραβούσαν βίντεο με τα κινητά τους και γελούσαν.

-Ώπα ,να πεθάνει ο χάρος! Φώναξε ο κυρ Θανάσης απ’ τον δεύτερο. Χρόνια ναυτικός, είχαν δει πολλές φουρτούνες τα μάτια του κι έμοιαζε να μην πτοείται ούτε τώρα.

-Μεγάλη φάση σου λέω! Σου στέλνω βίντεο, έχουν ξεσαλώσει όλοι, σχολίαζε η Βίβιαν στο τηλέφωνο με την φίλη της και γελούσε.

Από τα ηχεία ακούστηκε τώρα ένα γνώριμο τραγούδι. Ήταν αυτό που είχαν χορέψει στον γάμο τους.

-Το θυμάσαι; Ρώτησε η Αγγέλα συγκινημένη.

-Εσύ τι λες; Της είπε ο Γιώργος και την πήρε αγκαλιά, να χορέψουν.

Ήταν μαγική στιγμή. Η Αγγέλα ένιωσε, όπως εκείνη την βραδιά. Ξέγνοιαστη και χαρούμενη. Υπήρχε τόση θετική ενέργεια γύρω της. Κοίταξε τον Γιώργο στα μάτια. Τελικά, παρά τις ρυτίδες, που είχαν αρχίσει να σχηματίζονται γύρω από αυτά, παρέμεναν ίδια. Το βλέμμα του, ήταν ερωτικό όπως τότε!

Τα παιδιά τους κοιτούσαν και χαμογελούσαν κι όταν έκαναν να φιληθούν, έστρεψαν το βλέμμα με ένα επιφώνημα αηδίας.

-Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημη η καραντίνα! Είπε η Αγγέλα χαμογελώντας, στην αγκαλιά του Γιώργου.

Ο Γιώργος συμφώνησε, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι, κάνοντας την μια στροφή με το χέρι του.

-Γειά σου ρε γείτονα με τα ωραία σου! Αναφώνησε μετά, λαμβάνοντας μια χειρονομία ευγνωμοσύνης για απάντηση.

Την χαρά ήρθε να διακόψει απότομα ο μικρός Κωστάκης, ο οποίος έβηξε δυνατά για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Η Αγγέλα τον κοίταξε με τρόμο και τον έπιασε κατευθείαν στο μέτωπο. Κρύος ιδρώτας την έλουσε.

-Παναγία μου! Ζεστός μου φαίνεται! Είπε, τρέχοντας μέσα να πάρει το θερμόμετρο.

-Μαμά σταμάτα, ξεροκατάπια απλώς, της έλεγε ο κακομοίρης, αλλά εκείνη που να ακούσει. Παράτησε και χορούς και ρομάντζα κι έψαχνε εναγωνίως το θερμόμετρο.

-Που στο καλό το έβαλα; Μονολογούσε, ψάχνοντας στα συρτάρια.

-Δες στο συρτάρι του χωλ, εκεί δεν το είχες και μετρούσες τους καλεσμένους στη γιορτή του μπαμπά; Ξέχασες; Της θύμισε η Μαρία.

Η Αγγέλα, έσπευσε στο χωλ. Βρίσκει το θερμόμετρο, που ήταν χωμένο, πίσω από τις μάσκες και τα γάντια και καθώς κάνει να το πάρει στα χέρια της, της πέφτει κάτω και βλέπει το είδωλό της στο σπασμένο κομμάτι του καθρέφτη, που είχε παρατήσει στο πάτωμα, τόση ώρα.

Τώρα η Αγγέλα, έφτασε με το βλέμμα του τρόμου στο σαλόνι, όπου είχαν μαζευτεί κι οι υπόλοιποι. 

-Τι έπαθες και είσαι κάτασπρη σαν το πανί; Την ρώτησε ο Γιώργος.

Ο μικρός ξανά έβηξε, αγχώνοντας ακόμη πιο πολύ την μητέρα του.

-Μέτρησέ τον εσύ, εγώ δεν αντέχω, είπε η Αγγέλα στον Γιώργο.

-Α, δεν πας καλά κορίτσι μου! Έχεις ξεφύγει, της είπε νευριασμένος, μετρώντας την θερμοκρασία του παιδιού.

Η Αγγέλα έκλεισε σφιχτά τα μάτια.

-Σιγά, σιγά, πες το, με το μαλακό.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Να το, το όνειρο, θα βγει! Αχ κι ο καθρέφτης, ο σπασμένος, που κοιτάχτηκε και μέσα. Αυτό ήταν, θα ακούσει τώρα ένα, τριάντα οχτώ κι οχτώ, θα λιποθυμήσει, θα την τρέχουν στα νοσοκομεία και δωσ’ του οι εξετάσεις και να οι σύριγγες κι οι γιατροί, που θα είναι και ντυμένοι σαν αστροναύτες και θα την φοβίζουν ακόμη πιο πολύ και να οι ακτινογραφίες και τα μισόλογα. Θα κολλήσει και τον αναθεματισμένο τον ιό εκεί μέσα και πάει. Ως εδώ ήταν η ζωή της. 

-Τριάντα έξι κι έξι, μια χαρά είναι το παιδί, χαλάρωσε.

-Ουφ , ευτυχώς, είπε με ανακούφιση και πήρε αγκαλιά τον μικρό. Καλά είσαι παιδί μου; Να σου κάνω ένα τσαγάκι;

-Μια χαρά είμαι, ρε μαμά, στραβοκατάπια σου λέω, αμάν.

-Καλά σου λέει, πώς κάνεις έτσι;

-Τι να κάνω βρε Γιώργο μου; Τρόμαξα! Είναι κι εκείνος ο καθρέφτης που με αγχώνει.

-Κάτσε να τον μαζέψω.

-Μην τα πετάξεις, πρέπει να τα πλύνουμε πρώτα.

-Μπορείς να ηρεμήσεις σε παρακαλώ; Έλα βγες στο μπαλκόνι, δεν ακούς; Το γλέντι συνεχίζεται.

Η Μαρία κι η Βίβιαν είχαν πάρει σφυρίχτρες και σφύριζαν, μαζί με τους υπόλοιπους νέους της γειτονιάς. Ο Κωστάκης έτρεξε κι αυτός έξω. Η Αγγέλα κοιτούσε τον Γιώργο που μάζευε τα κομμάτια του καθρέφτη και σκεφτόταν πόσο τυχερή είναι που έχει έναν τέτοιο σύντροφο δίπλα της. Τον αγκάλιασε τρυφερά και του είπε :

-Ασ’ τα αγάπη μου, θα τα μαζέψω εγώ. Θέλεις να δοκιμάσεις τουλάχιστον την lemon pie μου; Νομίζω την πέτυχα.

Ο Γιώργος χαμογέλασε. 

-Ευχαρίστως! Της είπε και της έκλεισε το μάτι, οδηγώντας την στην κρεβατοκάμαρα.

-Όχι, Γιώργο, μη, δεν εννοούσα αυτό! Τα παιδιά!

-Άσε τα παιδιά, γλεντάνε, ούτε που θα το καταλάβουν.

Η Αγγέλα με μια λάμψη εφηβείας στο μάτι όρμησε στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα.

-Η καραντίνα τα σπάει! Φώναζε η Βίβιαν δυνατά με μια μπίρα στο στόμα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο νεαρό που έμενε στη γωνία και την κάρφωνε με τα μάτια του , εδώ και ώρα.

-Κι εγώ τα σπάω! Έλεγε η Μαρία και γελούσε.

-Εσύ σπας μόνο καθρέφτες, γρουσούζα, την πείραζε ο μικρός.

-Βίβιαν πες του κάτι. Μαμαααα, με είπε γρουσούζα! Φώναξε η Μαρία, ενοχλημένη.

-Όχι πάλι! Είπαν μ’ ένα στόμα μια φωνή, η Αγγέλα κι ο Γιώργος και ξέσπασαν στα γέλια.

Και κάπως έτσι κύλησαν οι μέρες της καραντίνας για την οικογένεια Αλλουγιαλλούρη, το ηρωικό έτος 2020…

 

_

γράφει η Ράνια Σιαμορέλη

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου