Ήταν η ώρα περασμένη. Τα φώτα της μικρής πόλης καθρεφτίζονταν στα νερά του λιμανιού και όπως κάθε βράδυ οι άνθρωποι έκοβαν βόλτες στην προκυμαία, καμιά φορά έκαναν και μικρές στάσεις για να χαιρετήσουν κάποιον γνωστό που έτυχε να βρεθεί μπροστά τους ή για να πάρουν πόζα και να φωτογραφηθούν μπροστά από την πολυτελή θαλαμηγό που βρισκόταν για λίγες μόνο μέρες στο λιμάνι. Τα πάντα φαίνονταν φυσιολογικά, τίποτα δεν προμήνυε πως κάτι θα συμβεί.

Δυο φιγούρες μόνο κλέβουν την παράσταση, κεντρίζουν τα βλέμματα, είναι οι άνθρωποι με τα γκρι, βαμμένοι σε γκρίζες αποχρώσεις. Ανταλλάσσουν πού και πού καμιά κουβέντα μεταξύ τους, γρήγορες ματιές και καμιά χειρονομία απ’ αυτές που δε χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Όταν τους πλησιάζει κανείς, αρχίζουν να λένε κάτι ακατανόητα λόγια, να κουνούν τα καπέλα τους και μετά τους πιάνουν ασταμάτητα γέλια. Αποσυντονίζουν τους περαστικούς, λες και το κάνουν σκόπιμα.

Η νύχτα κυλούσε και κάποια στιγμή οι γκριζάνθρωποι κρατώντας ένα μεγάφωνο άρχισαν να μιλάνε, να λένε πως απόψε είναι η νύχτα, η δική τους νύχτα.

Τότε, ήρθαν κι άλλοι γκριζάνθρωποι και ένωσαν τα χέρια τους και δεν άφησαν κανέναν να περάσει. Έστησαν μια γιορτή, εμφανίζοντας γκρι μπαλόνια με συνθήματα και μετά τα έσπαγαν, φωνάζοντας ότι θα το κάνουν πιο συχνά, θα σπάνε καθετί που γκριζάρει την πόλη τους.

Λίγοι διαμαρτυρήθηκαν, οι περισσότεροι το διασκέδασαν. Εξάλλου ήταν μια ξεχωριστή νύχτα, μια νύχτα που καθιερώθηκε να συμβαίνει μια φορά το χρόνο, στη μικρή τους πόλη, μια νύχτα που κυριαρχούν οι γκριζάνθρωποι!

 

_

γράφει η Πόπη Κλειδαρά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!