Select Page

Οι μόροι

Οι μόροι

 

 

Η νόνα Φιορέτα Παλατιανού ήταν πραγματική αριστοκράτισσα. Ζούσε σ'ένα τετραώροφο στο Καμπιέλλο, στην Παλιά Πόλη της Κέρκυρας. Στο ίδιο σπίτι έμενε ο θείος Σπύρος και η τζία [1] Αγκιολίνα. Ο άντρας της, αρκετά μεγαλύτερός της, είχε πεθάνει πριν χρόνια, αφήνοντάς της την αδελφή του, δυο γιους και μια τεράστια περιουσία.
Το αρχοντικό της είναι ξεχωριστό, σαν αυτά που έχουν ενσωματωμένα στην πρόσοψη γοτθικά τόξα - τα βόλτα, που λένε οι ντόπιοι - και 'μόρους', δηλαδή ανάγλυφα (τρομαχτικά) κεφάλια, ενώ στο πορτόνι τους γυαλίζουν σπάνια ενετικά κρουκέλια [2], σε δόντια λιονταριών. Τα διακοσμημένα μπαλκόνια, τα σκαλιστά πηγάδια και κάποια πέτρινα παγκάκια μπροστά τους, μαρτυρούν ότι εκεί, παλιά, ήταν τόπος συνάντησης της αριστοκρατίας, επίδειξης πλούτου και έκφρασης της ετερότητας.
Αν και αυτό ήταν το πατρικό του πατέρα μας, μόνο μία φορά το επισκεφτήκαμε, όσο εκείνος ζούσε. Το καλοκαίρι του '67. Όταν ήμουν έντεκα ετών κι αδελφός μου οκτώ. Θα σκεπτόταν κανείς πως αιτία ήταν η απόσταση και η πολύωρη ταλαιπωρία στο πλοίο. Η αλήθεια όμως, όπως εμείς τη γνωρίζαμε, ήταν ότι ο πατέρας είχε έρθει σε ρήξη με την οικογένειά του, γιατί παντρεύτηκε δίχως τη συγκατάθεση της μητέρας του. Καθώς μάθαμε λοιπόν πως η νόνα μάς προσκαλούσε οικογενειακώς, νοιώσαμε αμέσως τη δύσκολη θέση των γονιών μας.
Ωστόσο, η μεγάλη μου περιέργεια να γνωρίσω εκείνη, της οποίας μού είχαν δώσει τ' όνομα, με έκανε, παρόλο που ήμουν παιδί πράγμα ακόμα, να πείσω τη μητέρα πως ήταν μια καλή ευκαιρία ν' αποδείξουμε στους Κερκυραίους συγγενείς μας ότι αξίζουμε το όνομα και κυρίως την αγάπη τους. Μέχρι τότε περιέγραφα τη νόνα στις φίλες μου όπως την είχα στη φαντασία μου, γιατί ο πατέρας ποτέ δεν έκανε κουβέντα για την οικογένειά του ή την καταγωγή του. Μάλιστα, όταν τον ρωτούσα αν της μοιάζω, εκείνος απαντούσε κοφτά: «δεν έχεις καμία σχέση». Μην έχοντας άλλη επιλογή και ανακατεύοντας, κατά το πώς ήθελα, όσα είχα κρυφακούσει μ' αυτά που γεννούσε το μυαλό μου, είχα ήδη πείσει τον παιδικό μου κύκλο ότι εγώ, κι όχι ο αδελφός μου, ο οποίος έμοιαζε καταπληκτικά στη μητέρα, ήμουν μια γνήσια κληρονόμος των Παλατιανών και μόνο στις δικές μου φλέβες κυλούσε το αρχοντικό τους αίμα.   
Ο πατέρας όμως αντιδρούσε και απέκλειε κάθε ευκαιρία να συναντηθούμε με τους δικούς του, τους οποίους ούτε σε φωτογραφία δεν είχαμε δει, αλλά ούτε κι η μητέρα γνώριζε καλά - καλά τι είχε συμβεί. Δε ρωτούσε γιατί δεν ήθελε να γίνονται κουβέντες που τον στενοχωρούσαν. Από τα λίγα που της είχε εμπιστευτεί ήξερε πως η νόνα και η τζία ήθελαν να τον παντρέψουν με μια πλούσια Κερκυραία. Αλλά ο πατέρας σκεπτόταν τη ζωή του αλλιώς. Σε έναν καυγά μαζί τους έφυγε από το νησί κι έκοψε κάθε σχέση, ακόμα και με τον αδελφό του, ο οποίος, όπως έλεγε, δεν ήταν «με τα καλά του». Άλλωστε, η νόνα κάθε άλλο παρά έναν ευτυχισμένο γάμο είχε με τον πλούσιο κι αριστοκράτη πατέρα του.
Η μητέρα πάλι, ήταν υπέροχη γυναίκα, αλλά διέθετε για προίκα μόνο ένα πτυχίο σε κορνίζα και ένα μισθό δασκάλας. Το χειρότερο όμως ήταν η ταπεινή καταγωγή της. Η ίδια πάντως ποτέ δεν έδειξε να νοιώθει άσχημα γι' αυτή. Έτσι, το σκέφτηκε για λίγο και μετά άσκησε βέτο, λέγοντας πως το σωστό ήταν να δεχτούμε την πρόσκληση.
«Οι εποχές άλλαξαν», είπε. «Σήμερα οι άνθρωποι ετοιμάζονται να πατήσουν στο φεγγάρι κι εμείς συζητάμε ένα ταξίδι στην Κέρκυρα; Οι άνθρωποι θέλουν να γνωρίσουν τα παιδιά. Πρέπει να πάμε».
Πιστεύω πως η αγάπη που της είχε, αλλά και τα ερωτηματικά που θα δημιουργούσε, αν συνέχιζε έτσι πεισματικά να αρνείται, τον έκαναν τελικά να πει το ναι. Ο αδελφός μου έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά του μουτρωμένος. Φοβόταν τη θάλασσα και τα πλοία. Τους πανηγυρισμούς αλλά και τα πειρακτικά μου σχόλια για τη ναυτία που τον ταλαιπωρούσε από μωρό, έκοψε μ' ένα αυστηρό βλέμμα η μητέρα, εξηγώντας πως αυτή τη φορά θα ταξιδεύαμε με ένα μεγάλο καράβι, διαφορετικό από εκείνα της Αίγινας. Θα διαπλέαμε τον Ισθμό και διόλου απίθανο να βλέπαμε ακόμα και δελφίνια στο Ιόνιο ή κάτι περίεργα ψάρια, που λένε ότι πετούν σαν πουλιά. Σίγουρα θα μας έμενε αξέχαστο. Δίχως γκρίνιες λοιπόν, έπρεπε να ετοιμαστούμε.
«Έτοιμη είμαι» φώναξα και όλοι γνώριζαν πως έλεγα αλήθεια.
Φτάσαμε ζαλισμένοι στην Κέρκυρα. Το ταξίδι τελικά αποδείχθηκε κουραστικό. Πλησιάζοντας το σπίτι είδα για πρώτη φορά τους μόρους. Μας κοίταζαν. Φοβήθηκα, μαζεύτηκα. Λίγο ήθελα να αρχίσω κι εγώ τα: «δεν θέλω να πάω» του αδελφού μου. Με το που βάρεσε ο πατέρας το ρόπτρο της πόρτας, με καθησύχασε η τραγουδιστή φωνή της Κάτε, της ψυχοκόρης, η οποία φρόντιζε το σπίτι και ακούστηκε δυνατά το σύρσιμο του καδινάτσου [3] στην πόρτα. Μετά το θερμό καλωσόρισμα της απλοϊκής και καλόψυχης αυτής γυναίκας, που είχε μεγαλώσει τον πατέρα και για χρόνια προσπαθούσε να κρατά κάποια επαφή μαζί μας, ανεβήκαμε στον 1ο όροφο.
Σταθήκαμε ακίνητοι και οι τέσσερεις στην ορθάνοικτη πόρτα του σαλονιού. Ακριβώς απέναντι υπήρχε ένας εντυπωσιακός ολόχρυσος καθρέφτης με το οικόσημο. Στο ελάχιστο φως που εισχωρούσε από τις κουρτίνες, είδαμε τη νόνα και τη τζία, καθισμένες στα βαρύτιμα έπιπλα μιας άλλης εποχής. Μας καλημέρισε η νόνα. Φαινόταν νεότερη και μπορούσες να την πεις ακόμα όμορφη. Ωστόσο, καμιά τους δεν σηκώθηκε. Η Κάτε έσπρωξε ελαφρά εμένα και τον αδελφό μου, λίγο πριν το βάλουμε στα πόδια. Αν και καλοκαίρι, πατήσαμε στα μεταξωτά χαλιά και σκύψαμε, ο ένας μετά τον άλλο, να φιλήσουμε το χέρι που μας πρότειναν. Το ίδιο έκανε και η μητέρα. Για τον πατέρα ωστόσο, σηκώθηκαν όρθιες και πρώτα η τζία, έπειτα η μητέρα του, τον φίλησαν σταυρωτά, στο πρόσωπο και έπειτα μάς έδειξαν να καθίσουμε. Ήταν κατάλευκες. Δυο αγγελοκρουσμένες γριές. Δεν είπαν πολλά, ίσα - ίσα τα πρέποντα. Με ένα νόημα της νόνας, η Κάτε μας ζήτησε να την ακολουθήσουμε στην κουζίνα να μας τρατάρει. Ανακουφίστηκα. Ήθελα να γλιτώσω από το ενοχλητικό κοκκίνισμα, το οποίο με βασάνιζε από τη στιγμή που την είδα. Σε πολύ λίγο ήρθε και η μητέρα. Μόνο ο πατέρας έμεινε επάνω, μαζί τους. Τί έλεγαν, δεν ακουγόταν.
 
Τα υπνοδωμάτιά μας ήταν ψηλά, στο αλτσάτο. Στο ταβάνι έβλεπες τα μεγάλα ξύλινα δοκάρια και από τα παράθυρα την πόλη. Αργότερα, ο πατέρας μάς πήγε βόλτα να τη θαυμάσουμε από κοντά. Περισσότερο ζητούσε ευκαιρία ν' ανασάνει, αλλά και να μιλήσει στη μητέρα. Θα φεύγαμε νωρίτερα, σε δυο ημέρες, με το πρώτο πλοίο. Ήταν η σειρά του αδελφού μου να πανηγυρίσει. Αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη η μητέρα τον μάλωσε κι εκείνος έπιασε το χέρι του πατέρα και δεν το ξανάφησε στιγμή, σ' όλη τη βόλτα. Πώς τα κατάφερνε να κερδίζει πάντα την αγάπη του, δεν ξέρω.    
Μου έκανε εντύπωση πως αν και ζήσαμε, έστω για λίγο, στο ίδιο σπίτι, δεν ξανασυναντηθήκαμε με τη νόνα ή τη τζία, ούτε γνωρίσαμε τον θείο Σπύρο. Το γιατί δεν το έμαθα, αφού οι γονείς μας δεν επέτρεπαν ερωτήσεις. Όταν ο πατέρας μάς ξενάγησε σε κάποια δωμάτια, που θύμιζαν μουσείο, είδαμε τους προγόνους μας σε παμπάλαιες ελαιογραφίες. Πράγματι, δεν έμοιαζα σε καμιά ή σε κανέναν. Άλλοι άνθρωποι αυτοί. Ξένοι. Κάποιο βράδυ ένοιωσα ένα ανεπαίσθητο χάδι στα μαλλιά. Μύριζε ανθισμένες νεραντζιές. Μου φάνηκε, το ένιωσα, δεν το ξεκαθάρισα ποτέ, γιατί μικρή έβλεπα πολλά όνειρα, όμορφα, με όλες τις αισθήσεις μου. Όχι τρομακτικά, σαν του αδελφού μου.
Φύγαμε. Οι μόροι κοιτούσαν κοροϊδευτικά. Αποφάσισα να σταματήσω το παραμύθι για την καταγωγή μου. Αυτές ήταν βλακείες για μικρά παιδιά. Έπειτα, ο αδελφός μου κι εγώ ορκιστήκαμε να αγαπάμε μόνο όσους μας αγαπούν και μας θέλουν για οικογένειά τους.
Χρόνια μετά, αρχές του '80, όταν η μητέρα τηλεφώνησε στην Κάτε να ενημερώσει πως χάσαμε τον πατέρα από εγκεφαλικό, μάθαμε ότι είχε πεθάνει η τζία και ο θείος, έγκλειστος τα τελευταία χρόνια στο ψυχιατρείο. Λίγους μήνες αργότερα έτυχε να σηκώσω το τηλέφωνο και να ακούσω έκπληκτη μια φωνή να μου λέει πως είναι η Φιορέτα Παλατιανού. Οι λίγες στιγμές αμηχανίας μου της έδωσαν προτεραιότητα και πριν προλάβω να πω να μας αφήσει ήσυχους, είπε πως ήταν ανάγκη να με δει. Υπήρχαν αεροπορικά εισιτήρια στο όνομά μου για τις τάδε έως τάδε του μήνα. Κατάφερα ν' αντιδράσω, λέγοντας ότι αυτό δεν μπορούσα να το κάνω.
«Αν δεν έρθεις, πώς θα μάθεις σινιόρα μου;» απάντησε.
Προσγειωνόμουν στην Κέρκυρα κι ακόμα δεν είχα αποφασίσει με ποιον τρόπο θα αντιμετώπιζα τη νόνα. Οι μόροι είχαν αλλοτριωτική διάθεση.
«Δε θέλω να με καταπιούν», έλεγε ο αδελφός μου μικρός.
«Αυτοί καταπίνουν μόνον όσους τους φοβούνται».
«Τους φοβόσασταν κι εσείς;», τον ρώτησα στον πληθυντικό, τον οποίο φρόντιζα να τηρώ ευλαβικά μιλώντας στους γονείς μου.
«Ασφαλώς», μου απάντησε σοβαρά.
Η Κάτε, παρόλο που είχε γεράσει, κατέβηκε τις σκάλες να με καλωσορίσει. Με οδήγησε επάνω, σε ένα ευρύχωρο υπνοδωμάτιο. Την είδα. Γερασμένη πια κι αδύναμη. Σήκωσε ελαφρά το χέρι. Όταν πήγα να το φιλήσω το τράβηξε προς τα κάτω. Λάθος κατάλαβα; Δεν ξέρω, γιατί δίχως πολλά - πολλά και βιαστικά, άρχισε να μιλάει κερκυραϊκά. Έλεγε μια παλιά ιστορία για την ίδια, τον άντρα της, μια ψυχοκόρη και τον πατέρα μου. Λέξη δεν κατάλαβα. Τη ρώτησα αν μπορεί να μιλήσει όπως εγώ. Έγνεψε 'εντάξει'.
«Μας επαράτησε τον πατέρα σου τριών ημερών μωρό και εξαφανίστηκε. Ο πάππους σου δεν αρνήθηκε πως ήτανε δικό του. Πρώτα, είπε πως θα το έδουνε στον καπουράλο [4] του να το μεγαλώσει. Κι αν μαθαινόταν; Έπειτα ζήτησε να το κρατήσουμε σα δικό μας παιδί. Έξαλλη, του εζήτησα να μου μεταβιβάσει όλη του την περιουσία. Έπρεπε να εξασφαλίσω το παιδί μου. Τελικά, κι έπειτα από πιέσεις, δέχτηκα να δηλώσουμε ότι τον εγέννησα. Δύσκολα χρόνια. Μήνες κάναμε τότε να βγούμε από το σπίτι. Κανείς δε θα υποψιαζόταν. Ο Σπύρος μου όμως, καταλάβαινε. Έπειτα, όταν νεαροί πια μαλώσανε για τα μάτια μιας μικρής, γύρισε κι είπε τον πατέρα σου μούλο. Εκείνος, που ήταν φίλος με το γιο του μπαρόντζολου [5] στον Άγιο Νικόλαο, βρήκε τον παπά που τον εμβάπτισε και του ζήτησε να μάθει, ό,τι τέλος πάντων γνώριζε. Και, μα τσι μπερτουέλες [6] του Ευαγγελίου, ο αθεόφοβος, έκατσε και του τα' πε με το νι και με το σίγμα. Ο πατέρας σου αμέσως έφυγε στην Αθήνα να ψάξει τη μάνα του. Αλλά πού; Είχα βάλει κι εγώ άνθρωπο να μάθει, αλλά τίποτα. Άφαντη. Σα ν' άνοιξε η γη...», είπε και πήρε δυο - τρεις αναπνοές.  
«Όταν σας εκάλεσα, θυμάσαι ε; Ωραία. σινιόρα μου τί θα μπορούσα να έχω εγώ μαζί σας; Αντιθέτως, εχάρηκα όταν σου έδωκε το όνομά μου. Είπα πως τον άφηκε πια αυτό το γούζο [7]. Επροσπάθησα πολύ μαζί του. Του είχα χρήματα στην πάντα, ξέρεις, για να τον κονσενιάρω [8]. Όσα και του Σπύρου μου. Εκείνος όμως δεκάρα δε δέχτηκε. Προτίμησε να δουλέψει στην οικοδομή. Ντροπής πράγματα. Ε, μετά μπήκε στην Τράπεζα και δοξάζω τον Άγιο που όλα του πήγαν δεξιά. Πίστεψέ με, τον πόναγα σα δικό μου. Τον εκαμάρωνα για την εξυπνάδα του κι ας έλεγε πάντα πως μόνο ο Σπύρος μ' ένοιαζε. Δεν κατάφερα ποτέ να κάμω σωστή κουβέντα μαζί του. Να βάνουμε τα πράγματα στη θέση τους. Όταν ήρθατε το προσπάθησα, αλλά παρόλες πολλές δεν εσήκωνε. Ξεκαθάρισε, μια για πάντα, πως δεν ήμουν μάνα του και δεν ήθελε να έχω σχέσεις μαζί του ή με την οικογένειά του. Μάρτυς μου η Κάτε. Απ' εκείνη εμάθαινα για εσας».
Σταμάτησε. Ακουγόταν μόνο ένα περίεργο σφύριγμα σε κάθε εκπνοή της. Τι ήταν και τούτο; Και εγώ φρόντισα να το κάνω χειρότερο ρωτώντας πώς την έλεγαν.
«Φιορέτα., έχει σημασία το όνομά της;» απάντησε.
«Όχι, όχι. δεν έχει καμία σημασία», έκανα βιάστηκα. Άλλωστε υπήρχε και η Κάτε. Έπειτα, πήρα το χέρι με τις δυο βέρες και το φίλησα. Η μυρωδιά της νόνας μου...
«Τώρα εσείς τί μου είστε;» της είπα αμήχανη.
«Εσύ τι θέλεις να σου είμαι;.», απάντησε.
«Γιαγιά μου;» τη ρώτησα.
«Γιαγιά, νόνα, κόμε σεβέντε και παρόλε ντιανόρε» [9], έκανε και γέλασαν τα βαθουλωτά της μάτια.
«Που σημαίνει;» έκανα.
«Όπως σ' αρέσει λέγε με σινιόρα μου», είπε κι έσφιξε το χέρι μου.
 Έστρεψα το βλέμμα μου σε μια μικρή μαντόνα στο προσκέφαλό της.
«Ανεκτίμητο κειμήλιο, έργο του Δοξαρά», είπε και τράβηξε ένα κορδόνι που βρισκόταν δίπλα στο μαξιλάρι της.
Το κουδούνισμα που ακούστηκε κατάφερε ν' αποφορτίσει τη στιγμή. Η Κάτε μπήκε με τα τραταμέντα. Έδωσε στη νόνα μερικές σταγόνες σε νερό και βγήκε αθόρυβα. Πήρα το φλιτζάνι μου και ξανακάθισα δίπλα της.
«Πριν φύγει στην Αθήνα εμαλώσαμε άσχημα. Με είπε συμφεροντολόγα, γιατί ο βουρλισμένος ο παπάς τού επρόλαβε πως κι η τζία, μεγάλη πια για να ελπίζει σε γάμο και απογόνους, άφηκε ό,τι είχε και δεν είχε σ' εμένα για να τον κρατήσω. Βλέπεις, παιδί του αδελφού της ήταν κι αυτό. Καλή γυναίκα η κουνιάδα μου. Έλεγε λοιπόν ο πατέρας σου, πως επέταξα έξω τη μάνα του λεχώνα, για να μη διεκδικήσει από την περιουσία. Ψέματα. Στην ψυχή που θα παραδώσω».
Σταυροκοπήθηκε. Ο καιρός είχε χαλάσει. Η βροχή ακουγόταν στους παλιούς τσίγκους των περίτεχνων υδρορροών. Συνέχισε:
«Κανείς δεν την έδιωξε. Μόνη της έφυγε από κοντά μας. Εγώ, απ' την αρχή τής φέρθηκα μ' αγάπη. Λυπήθηκα την ορφάνια της. Μικρασιάτες πρόσφυγες οι δικοί της, έμεναν στο φρούριο. Χάθηκαν όλοι στο βομβαρδισμό του '23. Παιδάκι ακόμα, δούλευε πότε εδώ και πότε εκεί για ένα πιάτο φαί. Ο παπάς μάς την έφερε. Ανατολίτης, συντοπίτης της. Τη θυμάμαι. σαν τώρα. Είχε ένα πρόσωπο, μόνο μάτια. Ίδια εσύ. Χαιρόμουνα που χόρτασε φαί κοντά μας κι είχε στρογγυλέψει μια στάλα. Μα εκείνη ήταν να γεννήσει. Είδηση δεν είχα πάρει. Η Κάτε, μιτσό παιδάκι τότε, πέρασε να πάρει τα σκουτιά μας για πλύσιμο. Άκουσε το κλάμα του μωρού και πήγε στην κουζίνα. Ήταν παρατημένος μέσα σ' ένα καλάθι. Στα ρούχα του βρήκε το σημείωμα. Όχι από τη μάνα του, αλλά από τον παπά, που απειλούσε να μας κάμει θέατρο. Ήμαρτον Κύριε. Αυτός τη βοήθουνε να εξαφανιστεί».
Ο πατέρας σου με θεωρούσε άκαρδη ιντερεσάδα [10]... Αχ, σινιόρα μου, μεγάλη είσαι και καταλαβαίνεις. Πόση καρδιά να μείνει; Oι δικοί μου με πάντρεψαν πριν κλείσω τα δεκατέσσερα. Ο πάππος σου. Πού αμέντι; [11] Εύκολο θαρρείς ήταν να κρύβω τις πομπές του; Ή νομίζεις πως αν τον επαράτουνα θα έβρισκα το δίκιο μου; Κόντεψα να ρετάρω, που λέει η Κάτε. Πάλι καλά. Ο Θεός μόνο ξέρει. Εκείνος ας με συγχωρέσει. Ο πατέρας σου επλήρωκε τσι αμαρτίες του πάππου σου και ο Σπύρος τσι δικές μου. Ό,τι έχω και δεν έχω σ' εσάς τ' αφήνω. Εύχομαι να ζήσετε, να τα χαρείτε. Το σπίτι ετούτο είναι δικό σου. Να το αγαπάς σινιόρα μου...».
Μπήκε η Κάτε να πει πως θα ερχόταν ο γιατρός. Οι βροντές έκαναν τα τζάμια να τρίζουν. Τι να ζητούσε από εμένα η Παλατιανού, δικαίωση ή συγχώρεση;
«Λένε πως στην Κέρκυρα βρέχει συνεχώς» είπα.
«Σινιόρα μου, η βροχή καθαρίζει το μυαλό. Έλα κοντά και πες μου τώρα για εσένα, για εσάς», μου απάντησε.
«Μα, δεν σας κούρασα;», έκανα τρυφερά.
«Εμίλησες εσύ; Το δικό μου στόμα πήγαινε ανεμούρι.».
Γελάσαμε. Έπειτα, πότε με τα μάτια κλειστά και πότε μ' ανοιχτά, μ' άκουγε. Όταν ο γιατρός χτύπησε το κουδούνι της πόρτας ζωντάνεψε, χάρηκε. Μου συστήθηκε ως εγγονός της εξαδέλφης της. Ρώτησε πόσο θα μείνω στο νησί και με κάλεσε στο πατρικό του το οποίο, όπως είπε, βρισκόταν δίπλα στον «Μαύρο Γάτο», στο παλιό λιμάνι.
«Άκου στο μαύρο γάτο, στο λιμάνι», σκέφτηκα και τον κοίταξα ενοχλημένη, σα να με καλούσε σε κάποιο κακόφημο στέκι. Τους άφησα και βγήκα από το σπίτι. Ήθελα ν' ανασάνω. Οι βρεγμένοι μόροι έσταζαν. Έκλαιγαν:
Έμεινα μαζί της ακόμα λίγες ημέρες, ώστε να διευθετηθούν κυρίως κληρονομικά θέματα. Ήρθε και η μητέρα μου. Μίλησαν. Μέχρι το τέλος η νόνα τα είχε τετρακόσια. Κάθε μέρα, πίνοντας καφέ με την Κάτε στην κουζίνα, μνημονεύαμε τον πατέρα, τη τζία, τον Σπύρο, τη μητέρα του πατέρα, Ανθή την έλεγαν, ακόμα και τον πάππο μου. Είπαμε για τον χαμένο χρόνο και για πράγματα που θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει. Ίσα - ίσα προφτάσαμε να γνωρίσουμε τη σιόρα Φιορέτα. Μοιραστήκαμε όμως τις τελευταίες σκέψεις της. Ακούσαμε την εξομολόγησή της και μας έδωσε την ευχή της.
Ένα μήνα μετά έφυγε ήσυχη στα χέρια της μητέρας και της πιστής ψυχοκόρης. Πρόλαβα όμως να της πω όλα όσα ήθελα από παιδί. Μ' άκουγε συγκινημένη και κάνοντας το σταυρό της μου είπε:
«Σ' ευχαριστώ σινιόρα μου, σ' ευχαριστώ».
Η Κάτε μετακόμισε στον Άγιο Ιωάννη, στο πατρικό της. Τη θυμάμαι γελαστή ως το τέλος. Η μητέρα μου ζει με την οικογένεια του αδελφού μου, ο οποίος ποτέ δεν ξεπέρασε τους μόρους. Αρνήθηκε να κάνει αποδοχή της κληρονομιάς. Εγώ επέστρεψα στο νησί το ίδιο καλοκαίρι και ξεκίνησα την ανακαίνιση του σπιτιού. Δίχως να πειράξω την προσωπικότητά του, το βοήθησα να ξεχάσει ό,τι το πονούσε. Για εμένα αυτά ήταν κάποιες αυστηρές - καταθλιπτικές - προσωπογραφίες προγόνων, τις οποίες δώρισα στην Πινακοθήκη της Κέρκυρας και κάμποσα παλαιά χαρτονομίσματα (φοίνικες), νομίσματα και επιταγές, με ιστορική αξία, που παραχώρησα στο Μουσείο της Ιονικής Τράπεζας. Φρόντισα επίσης να μετατραπεί το αλτσάτο σε ξενώνα, όπως και οι υπόλοιποι βοηθητικοί χώροι, οι οποίοι στο παρελθόν κοίμιζαν καπουλάρους, υπηρέτες, ψυχοκόρες ή οικιακούς βοηθούς. Διατήρησα όμως ανέπαφη την αρχοντιά του, συντηρώντας και εντάσσοντας σ' ένα σύγχρονο τρόπο ζωής, όλα τα σύμβολα της αστικής τάξης, τα κειμήλια και τα έργα τέχνης που μου παραδόθηκαν. Η περιουσία που κληρονόμησα ήταν μεγάλη.
Το πατρικό του πατέρα μεταμορφώθηκε. Ζωντάνεψε, ύστερα από, κι εγώ δεν ξέρω πόσα, χρόνια. Ένας επί πλέον λόγος ήταν και η μεγάλη οικογένεια, την οποία αποκτήσαμε με τον γιατρό, εκείνον, που μου γνώρισε η νόνα, με το σπίτι δίπλα στο ονομαστό και πολυσύχναστο καφενείο με το περίεργο όνομα. Τυχαίο ή κανονισμένο από εκείνη, ποιος να ξέρει, αλλά και ποιος νοιάζεται; Αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι, έκτοτε, οι μόροι περιορίστηκαν στο ρόλο τους, ο οποίος είναι να προστατεύουν το αρχοντικό μας από κάθε κακό.

_

γράφει η Άννα Φουγάλα

 

_____

[1] Θεία του πατέρα ή της μητέρας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αδελφή του παππού της.
[2] Κρίκοι, χαλκάδες.
[3] Σύρτης.
[4] Επιστάτης.
[5] Νεωκόρος.
[6] Μεντεσέδες.
[7] Πείσμα.
[8] Κονσενιάρω = έχει την έννοια χορηγώ, σημαίνει όμως και παραδίδω.
[9] Έκφραση που σημαίνει «το ίδιο πράγμα»
[10] Εκείνη που ενδιαφέρεται μόνο για το συμφέρον της.
[11] Μυαλό.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ' αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ' αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

1 σχόλιο

  1. Matina Mardeli

    Ονόματα, περιοχές, λέξεις γεμάτες ενετικό πλούτο, περιγραφές υπέροχες που ξυπνούν μνήμες παρελθόντος, μετατρέπουν αυτό το διήγημα σε ενα πίνακα μοναδικής Κερκυραϊκής ομορφιάς! Μπράβο!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!