Select Page

Οι περιπέτειες της οικογένειας Τσίου

Οι περιπέτειες της οικογένειας Τσίου

 

 

Μπήκαμε στο Σεπτέμβρη και η οικογένεια Τσίου ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι.

«Γυναίκα, μάζεψες ό,τι χρειαζόμαστε; Τα παιδιά είναι έτοιμα;»

«Έτοιμα, όλα έτοιμα. Τα παιδιά ακόμα παίζουν και πρέπει να μαζευτούμε να τους εξηγήσουμε πως αυτό το ταξίδι δεν είναι απλό. Δε θα πρέπει να απομακρύνονται από κοντά μας ούτε κι από την ομάδα. Να μην κάνουν του κεφαλιού τους…»

«Ναι, ναι, ξέρω. Παιδιά είναι, όμως. Θα πρέπει κι εμείς να είμαστε περισσότερο υπομονετικοί μαζί τους. Αυστηροί μεν, υπομονετικοί δε. Άλλωστε είναι και οι άλλοι που θαρρώ πως τα ίδια σκέφτονται. Έχουν κι εκείνοι παιδιά. Ξέρουν τι θα πει ομάδα, τι θα πει κοινότητα, τι θα πει να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο. Αυτά δε λέμε κάθε μέρα εκεί στο πάρκο, πριν πάμε για ύπνο; Θαρρείς πως τα παιδιά δε μας ακούνε; Μπορεί να παίζουν, αλλά ακούνε και όλα αυτά καταγράφονται.»

«Μακάρι να έχεις δίκιο. Μα να, φοβάμαι λίγο, νοιάζομαι περισσότερο γι αυτά, παρά για μας…»

«Μη μου στενοχωριέσαι και θα δεις πως όλα θα πάνε καλά και τον Μάρτη πάλι εδώ θα είμαστε και μπορεί να γίνουμε και παππούδες!»

Παρόμοιες συζητήσεις γίνονται από τότε που ο ήλιος παύει να καίει κατακόρυφα την Ελλάδα. Η οικογένεια Τσίου, μαζί με όλους τους άλλους, ετοιμάζονται για το άλλο τους σπίτι που βρίσκεται στην Αφρική.

Είναι η ευλογία ή η κατάρα των χελιδονιών. Το Μάρτη να καταφθάνουν σε τούτη τη χώρα, να την ομορφαίνουν με τα τιτιβίσματά τους, να βρίσκουν τις φωλιές τους κι εκεί να γεννούν, αν όχι οι ίδιοι, τα παιδιά τους. Μαζί με την άνοιξη, με αυτό τον οργασμό της φύσης, τα χελιδόνια είναι η πινελιά για να ολοκληρωθεί ο πίνακας της ευφορίας. Τρέχουν δώθε κείθε, κάνουν ριψοκίνδυνες πτήσεις, μαζεύουν λάσπη κόκκο-κόκκο για να συμπληρώσουν τη φωλιά, μέχρι να έρθει η ευλογημένη μέρα που θα κλωσήσουν τα αυγά, για να ξετρυπώσουν τα μωρά χελιδονάκια και ν’ αρχίσει η αγωνία των γονιών, εκ περιτροπής πάντα, να φέρουν κουνούπια, μύγες, αράχνες κι άλλα μικρά έντομα για να ταΐσουν τα παιδιά τους. Κι αυτά με τη σειρά τους να μεγαλώσουν, να κάνουν το πρώτο πέταγμα, στην αρχή εκεί γύρω στη φωλιά, μετά λίγο πιο μακριά, στο απέναντι δέντρο, μέχρι να μπορέσουν να πετάξουν ελεύθερα, κάνοντας πιρουέτες στον αέρα και παίζοντας με τα άλλα χελιδόνια της ηλικίας τους. Και οι γονείς από κοντά να τα παρακολουθούν, να τα μαθαίνουν πώς να κερδίζουν την τροφή τους, πώς να προφυλάσσονται και να τα προετοιμάζουν για το ταξίδι στην Αφρική που είναι δύσκολο, μακρινό και πρέπει να έχουν αντοχές. Δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα θα πρέπει να διανύσουν και θα πρέπει να πετούν στο σμήνος και να υπακούουν τους μεγαλύτερους.

Το σούρουπο μαζεύονται οι μεγαλύτεροι και ετοιμάζουν το πλάνο της πτήσης. Πρέπει να ορίσουν το σημείο που θα ξεκινήσουν όλοι μαζί, πού θα συναντήσουν τις άλλες οικογένειες από παρακείμενες γειτονιές και να υπολογίσουν και τη χρονική ώρα που θα ξεκινήσουν οι γερανοί, οι αγριόχηνες, οι πελαργοί και οι πελεκάνοι, που κι εκείνα έρχονται την ίδια εποχή και πάντα φεύγουν μαζί. Αυτά τα μεγάλα πουλιά είναι η μεγαλύτερη βοήθεια που έχουν στο ταξίδι τους, μια και φιλοξενούν στις μακριές φτερούγες τους τα ανήμπορα μικρά, αλλά και όσα παππούδια δεν αντέχουν μέχρι την επόμενη ξέρα που θα αναπαυθούν όλοι για λίγο. Είναι, σαν να λέμε, τα ιπτάμενα λεωφορεία της μεγάλης κοινότητάς τους.

Το ταξίδι θα διαρκέσει αρκετές μέρες, μπορεί και βδομάδες. Έχουν να διανύσουν το Αιγαίο, που είναι μια μεγάλη θάλασσα, κι από κει μια μεγάλη έρημο. Το πρώτο σούρουπο, αυτοί που προπορεύονται, προσπαθούν να βρουν κάποιο νησί, μια ξέρα, να κατέβουν όλα μαζί, να φάνε και να πιουν, ν’ αναπαυτούν και λίγο πριν χαράξει να ξεκινήσουν για τον προορισμό τους.

Το αξιοθαύμαστο σε τούτο το ταξίδι είναι η αλληλεγγύη που έχουν μεταξύ τους. Μόλις ακουστεί ο «συναγερμός» ότι κάποιο ή κάποια χάνουν ύψος και αδυνατούν να συνεχίσουν, με κίνδυνο, έτσι και βρέξουν τις φτερούγες τους στη μεγάλη θάλασσα, να πνιγούν, πλησιάζει κάποιος γερανός ή αγριόχηνα, απλώνουν το φτερό και το καλωσορίζουν.

Τούτη τη φορά, τα χελιδόνια αυτής της γειτονιάς, στο κέντρο της Αθήνας που εξακολουθεί να είναι φιλικό μαζί τους, είναι ανήσυχα και προβληματισμένα. Από τους παππούδες τους ξέρουν τούτο τον τόπο, τούτο το σπιτικό και γενικά την περιοχή όλη, αλλά κάτι δεν τους αρέσει.

«Εκείνη η κυρία, στο απέναντι σπίτι από τη φωλιά μας, που φορά όλο μαύρα και που δε μένει κανείς μαζί της, την παρακολουθούσα που όταν έβλεπε παιδιά στο δρόμο, ένα μεγάλο χαμόγελο φώτιζε το θλιμμένο της πρόσωπο. Μόνο που τώρα τελευταία αυτό το πρόσωπο έχει γίνει ακόμα πιο σκοτεινό. Μουρμουρίζει συνέχεια: “Γιατί υπάρχει τόσο κακία γύρω μας; Τι τους φταίνε τα παιδιά; Γιατί σκοτώνουν παιδιά; Έχουν πόλεμο; Ας σκοτωθούν μεταξύ τους οι πολεμιστές. Όχι τα παιδιά. Όχι τα γυναικόπαιδα.” Δεν καταλαβαίνω για πού μιλάει, αλλά κλαίει συνέχεια, προσεύχεται και αφήνει τη ματιά της να περιπλανιέται σε μας. Πολλές φορές την έχω ακούσει να λέει: “Αχ και να ήμουνα πουλί να πέταγα, να πάω εκεί, να μαζέψω όλα τα μωρά, όλα τα παιδάκια με τις μανούλες τους και να τα πάω σ’ ένα μέρος που δε θα κινδυνεύουν…”» κουβεντιάζει η κυρία Τσίου με τις άλλες χελιδόνες.

«Ναι, κι εγώ την έχω προσέξει. Κάθε φορά που μας βλέπει, νοιώθω το βλέμμα της να μας χαϊδεύει και περισσότερο τα μωρά μας… Αλλά, και στην πέρα γειτονιά, είναι ένα ζευγάρι που συνέχεια κλαίνε και οδύρονται. Από όσα κατάλαβα, σε κάποιο μέρος, αφάνισαν όλη τους την οικογένεια. Ο άντρας δεν είναι από δω, πρέπει να είναι από κει που γίνεται ο μεγάλος σκοτωμός και αν δεν κάνω λάθος, πρέπει να είναι στο δρόμο μας προς την Αφρική» λέει λυπημένη η κυρία Τσιρλιτσίου.

«Κάπου, σε κάποιο μέρος, πρέπει να γίνεται πόλεμος…» πετιέται η κυρία Τσιρλιτρί.

«Τι λες σε κάποιο μέρος;» πετιέται ο κύριος Τσιρλιτρί. «Από όσο ακούω από τις τηλεοράσεις τους, πρέπει να γίνεται παντού ένας κακός χαμός…»

«Αλήθεια, σε μας τα πουλιά υπάρχει αυτό που λένε πόλεμος, αλλά είναι εξηγήσιμος, όπως και σε όλο το άλογο ζωικό βασίλειο. Τα μεγαλύτερα πουλιά και ζώα γενικότερα, τρώνε τα μικρότερα για να επιβιώσουν και συνήθως όχι της ίδιας κοινότητας. Στους ανθρώπους, που ανήκουν στο λογικό βασίλειο, δε συμβαίνει το ίδιο. Δεν έχω δει κι ούτε έχω ακούσει πως υπάρχουν γιγαντόσωμοι να τρώνε τους μικρόσωμους με σκοπό την επιβίωση. Και αυτό είναι που δεν μπορώ να καταλάβω» απαντά σοβαρά η κυρία Τσίου.

«Τι να καταλάβεις, αγαπητή μου. Από τα προηγούμενα χρόνια, από τους πατεράδες και τους παππούδες μας, δε βλέπεις πόση διαφορά υπάρχει κι εδώ, σε τούτη τη γειτονιά; Άλλοτε τα παιδιά τους έτρεχαν, έπαιζαν, γελούσαν, έκλαιγαν. Πόσα παιδιά είδες τούτη τη φορά; Ακόμα και τα δέντρα που πάμε να ξαποστάσουμε, κι αυτά, σαν να τους λείπει η ζωντάνια. Οι άνθρωποι είναι όλοι σκυθρωποί. Είδες πόσοι ψάχνουν στα σκουπίδια, εκεί που άλλοτε οι δικοί μας κάνανε γιουρούσι, μιας και μαζεύονταν όλων των ειδών τα έντομα; Τώρα δεν προλαβαίνουν μήτε οι μύγες να πλησιάσουν, αφού οι ίδιοι παίρνουν άλλων αποφάγια…»

Τέτοιες συζητήσεις γίνονταν τα περισσότερα απογεύματα, την ώρα που ο ήλιος έγερνε, για να πάει να φωτίσει άλλα μέρη και ν’ αφήσει τούτη τη γωνιά της γης να ξαποστάσει. Και τα πουλιά της γειτονιάς, μετά το λιόγερμα, πήγαιναν να κουρνιάσουν μέχρι να καλωσορίσουν την επόμενη μέρα…

Κι ο Οκτώβρης έφτασε. Το πλάνο είναι έτοιμο και η μεγάλη τούτη κοινότητα αποχαιρέτησε την Αθήνα και κίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Μπρος οι γερανοί με τις αγριόχηνες, τα χελιδόνια στη μέση και παραπίσω οι πελεκάνοι με τους πελαργούς. Λίγο πριν ξεκινήσουν, τα μεγαλύτερα πετεινά τ’ ουρανού ενημέρωναν τα μικρότερα:

«Να προσέχετε κάτι μεγάλα πουλιά που έχουν άλλο χρώμα από το δικό μας, πιο λαμπερό ίσως, και που δεν έχουν καθόλου φτερά και πούπουλα. Αυτά είναι πολύ επικίνδυνα. Να μην τα πλησιάζετε καθόλου. Κι αν πέσει στην αντίληψή σας κανένα, έστω κι από μακριά, να ειδοποιήσετε αμέσως την κοινότητα για ν’ απομακρυνθούμε. Έχουν τη δυνατότητα να ρουφάνε τον αέρα, άρα και ό,τι βρίσκεται στο διάβα τους, με αποτέλεσμα να μη μένει μήτε πούπουλο. Πετούν πολύ ψηλά, αλλά κατεβαίνουν και στα δικά μας ύψη. Κάνουν και απαίσιο θόρυβο. Και κάτι άλλο. Οι κουτσουλιές τους έχουν διαφορετικό σχήμα από τις δικές μας. Όταν πέσουν στο έδαφος ή ακόμα και στο νερό, βγάζουν φωτιά και καπνό. Γι’ αυτό, αν κανείς μας δει καπνό, κι ας είναι πολύ μακριά, θα πρέπει να ειδοποιηθούμε και ν’ αλλάξουμε πορεία…»

«Απαπα… Κάθε χρόνο και χειρότερα… Χρόνια πριν, οι πρόγονοί μας, δεν αντιμετώπιζαν τέτοιους κινδύνους…» είπε θλιμμένος ο κύριος Τσίου.

«Έχεις δίκιο» του απάντησε η κυρία Αγριόχηνα. «Βλέπεις, υπάρχει στους ανθρώπους κάτι που το λένε τεχνολογία. Αυτή, λοιπόν, η κυρία θα είναι από αυτές που τα θέλουν όλα δικά τους και δε νοιάζονται παραπέρα…»

Με χαρές και τραγούδια τα μικρά χελιδονάκια, αλλά και τα γερανόπουλα με τα πελαργάκια και τα πελεκανάκια και τις νεαρές αγριόχηνες κίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Κατά το σούρουπο αποφάσισαν να ξαποστάσουν σε μία ξέρα καταμεσής στο Πέλαγο μέχρι την άλλη μέρα το πρωί. Είχαν μαζευτεί και άλλες ομάδες από άλλες γειτονιές. Βρήκαν μπόλικα έντομα, αλλά και μικρά ψαράκια και οστρακοειδή που το κύμα τα είχε ρίξει στα βράχια. Κούρνιασαν όλα μαζί, σχεδόν το ένα δίπλα στο άλλο, πάντα τα μικρότερα στο κέντρο και οι μεγαλύτεροι γύρω τριγύρω, κι όταν ο ήλιος πήρε να αχνοφαίνεται και η μέρα να παρουσιάζεται δειλά, δόθηκε το σήμα και κίνησαν όλα μαζί. Η επόμενη στάση τους θα είναι, όπως χρόνια τώρα, σε μια μεγάλη ξηρά που λέγεται Κρήτη και που είναι κοντά στην Αφρική.

Τα τελευταία χρόνια είχαν υπάρξει αλλαγές στον τρόπο του ταξιδιού τους. Μέρες πριν ξεκινούσαν από δύο ζευγάρια γερανοί, πελεκάνοι και αγριόχηνες για να κάνουν τη διαδρομή που θα κάνει η κοινότητα. Κάτι σαν κατάσκοποι. Ο λόγος ήταν απλός. Στα παράλια της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, εκείνα τα τεράστια πουλιά που δεν είχαν φτερά και πούπουλα, πηγαινοέρχονταν και ξερνούσαν το θάνατο. Όλη η περιοχή έμοιαζε με τοπίο που καίγεται. Έπρεπε, λοιπόν, να πιστοποιήσουν πως το ταξίδι τους θα είναι, όσο γίνεται, πιο ασφαλές.

«Προσέξτε, προσέξτε…» κατέφθασε κατάκοπος ο ένας κατάσκοπος-γερανός παρέα με έναν πελεκάνο. «Μη σηκωθεί κανείς. Πρέπει να σας μιλήσουμε. Πρέπει να ενημερωθείτε. Μόνο αφήστε μας λίγο να ξαποστάσουμε.»

Σούσουρο ακούστηκε από όλη την κοινότητα. Κάποια χελιδόνια που είχαν ήδη ανέβει στον αέρα, έκαναν μια βουτιά και βρέθηκαν πάλι στην ξηρά. Όλα περίμεναν με αγωνία ν’ ακούσουν τι θα τους έλεγαν οι προπομποί τους.

«Λοιπόν. Οι άνθρωποι τρελάθηκαν. Αλλιώς δεν εξηγείται. Δε φτάνει που σκορπάνε το θάνατο παντού, τώρα αρχίζουν και σκοτώνουν και τη θάλασσα. Ναι. Ναι. Μη με κοιτάτε περίεργα…» είπε ο γερανός και η θλίψη τον κυρίευσε. «Να, η κυρία Πελεκάνου, σε μία χαμηλή πτήση της, πήγε να πιει λίγο νερό, εκεί, κάτω από την Κρήτη και είδε σωρό τα ψάρια να επιπλέουν. Δεν πρόλαβε, όμως, να χαρεί. Όλα τα ψάρια ήταν νεκρά. Στην αρχή δεν κατάλαβε, αλλά μόλις πλησίασε, της ήρθε και μια απαίσια μυρωδιά. Το νερό που παλιότερα είχε το χρώμα του ουρανού, τώρα είναι γκρίζο κι έχει μια γλίτσα, όπως η πίσσα ένα πράγμα. Γι’ αυτό η στάση που θα κάνουμε πρέπει να είναι πριν την Κρήτη. Να μη λοξοδρομήσουμε καθόλου, όπως κάναμε άλλοτε προς την Ανατολή. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Θα σας ειδοποιούμε κι εμείς για τα περάσματα, τις πόλεις που θα συναντήσουμε, μέχρι να φτάσουμε στις φωλιές μας.»

Τούτο το ταξίδι τους, η επιστροφή στην Αφρική, έκρυβε πολλά αναπάντεχα προβλήματα. Απ’ όπου κι αν περνούσαν, έβλεπαν καπνούς και χαλάσματα. Πού να ξαποστάσουν; Πού να βρουν τροφή και νερό; Παντού καταστροφές. Και θα βρουν τις φωλιές τους εκεί που τις είχαν αφήσει; Θα βρουν τα σπίτια που είχαν στήσει με τόση αγάπη και μαεστρία τις φωλιές τους; Και οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτά τα σπίτια;

Το επόμενο σούρουπο που σταμάτησαν σε κάποια ξέρα, πριν την Κρήτη, βρήκαν εκεί και άλλες ομάδες που είχαν φτάσει πριν από κείνους, από άλλους τόπους. Αφού έφαγαν και ήπιαν νεράκι, μέχρι να τους πάρει ο ύπνος, αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες. Έμαθαν πως αυτοί έρχονταν από βόρεια και πως κι εκεί είχαν εμφανιστεί αυτά τα «περίεργα πουλιά» χωρίς φτερά και πούπουλα και πως είχαν δημιουργήσει απίστευτες καταστροφές. Πολλοί από την κοινότητά τους, μαζί με τους ανθρώπους, είχαν βρει τραγικό θάνατο.

«Θέλει κάποιος από σας τους μεγάλους να μου εξηγήσει κάτι;» πετάχτηκε πολύ συνοφρυωμένος ο νεαρότερος της οικογένειας Τσίου. «Γιατί οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους; Τι είναι αυτό που τους κάνει να σκοτώνουν παιδιά, αφού δεν πρόκειται να τα φάνε, αν υποθέσουμε ότι άρχισαν κι εκείνοι να τρώνε τα μικρότερα ανθρωπάκια;»

Κοιτάχτηκαν όλοι μαζί. Άρχισε ένα σούσουρο, περισσότερο με τα νεαρότερα πουλιά, ενώ τα μεγαλύτερα κοιτάζονταν κι εκείνα με απορία. Δεν ήξεραν τι να απαντήσουν.

Τούτη τη φορά χρειάστηκαν περισσότερες μέρες μέχρι να φτάσουν στον προορισμός τους, στις φωλιές τους της Αφρικής. Είχαν και πολλές απώλειες, καθώς οι γεροντότεροι, αλλά και αρκετά μωρουδέλια, δεν άντεξαν να κάνουν τούτο το ταξίδι με τις πολλές και αλλεπάλληλες λοξοδρομήσεις που απαιτούσαν μεγάλες αντοχές. Από την οικογένεια Τσίου, αλλά και τους Τσιρλιτρί έφτασαν όλοι στον προορισμό τους, αλλά κι εδώ τα πράγματα δεν ήταν όπως τα είχαν αφήσει. Τα σπίτια στα οποία είχαν φτιάξει τις φωλιές τους ήταν μισογκρεμισμένα και άδεια. Δεν έμενε κανείς. Αναρωτιόνταν τι να συνέβη. Στα δέντρα που μαζεύονταν άλλοτε όλα τα πουλιά, κιτρινέλια, κοκκινέλια και άλλα πολύχρωμα πουλιά, τώρα ήταν κι αυτά λιγοστά και λιγομίλητα.

«Τι έγινε κι εδώ;» τόλμησε να ρωτήσει ο κύριος Τσίου.

«Τι να σου πω…» ψιθύρισε ένας κοκκινολαίμης. «Σφάζονται μεταξύ τους τούτοι οι άνθρωποι. Τόσα χρόνια, μπορεί και αιώνες, ήταν όλοι μαζί αγαπημένοι. Μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, κόκκινοι, όλοι μονιασμένοι. Τώρα τελευταία, σαν να έχουν βάλει στοίχημα, ποιος θα σφάξει τους περισσότερους. Γυναικόπαιδα και γέροι, όσοι γλιτώσουν από το μακελειό, τρέχουν αλαφιασμένοι να κρυφτούν σε σπηλιές…, αλλά μέχρι να φτάσουν εκεί, οι μισοί έχουν πεθάνει από τη δίψα…»

«Τελικά οι άνθρωποι είναι πιο άλογοι από μας…» αναστέναξε ο κύριος Τσίου και πέταξε για την καινούρια φωλιά που είχαν ετοιμάσει και περίμεναν τα γεννητούρια. Θα γινόταν παππούς και η στενοχώρια του ήταν πολύ μεγάλη. Φοβόταν πως δε θα ήταν πια τίποτα ίδιο με όσα έζησε εκείνος και οι πρόγονοί του. Έβλεπε ότι η ζωή δεν είχε πλέον καμία αξία για τους ανθρώπους. Αναρωτιόταν, αν γυρίζοντας στην Ελλάδα, που ήδη οι άνθρωποί της είχαν αλλάξει, θα έβρισκαν κάτι από όσα είχαν αφήσει. Προσπάθησε όλο αυτό τον καιρό να δώσει στα παιδιά του τις εικόνες και τις εμπειρίες του, πόσο χρήσιμες, όμως, θα τους ήταν; Μήπως είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση; Και ποια αντίστροφη μέτρηση; Για ποιο πράγμα; Τι ήξερε εκείνος, ένα απλό χελιδόνι, ο κύριος Τσίου; Το μόνο που γνώριζε, το μόνο που έβλεπε τον τελευταίο καιρό –και που δεν είχε καμία σχέση με όσα του είχαν πει τα γονικά του– ήταν η θλίψη των ανθρώπων, ο πόνος, το αίμα. Άκουγε τα κλάματα των παιδιών, των γυναικών κάθε ηλικίας, ακόμα και των ανδρών. Πάψαν τα τραγούδια, χάθηκαν τα γέλια, εξαφανίστηκαν τα χαρούμενα παιδιά…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!