Ελάχιστοι μας διαβάζουν

ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,

μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι

σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,

όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά

Χρόνια σκλαβκιές ατελείωτες

Τον πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους

Εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές

πάνω στον ρότσον τους

 

Κώστας Μόντης

γράφει ο

Ανδρέας Αντωνίου

Πιστεύω πως υπάρχουν πολλές παθογένειες στην νεότερη και σύγχρονη κυπριακή ποίηση, τις οποίες εντοπίζουμε σε διαφορετικό βαθμό όλοι, όσοι ασχολούμαστε με αυτόν τον τομέα. Μια από αυτές πιστεύω πως βρίσκεται σε αυτό το σύντομο, πλην πασίγνωστο, ποίημα του Μόντη, στο οποίο σκιαγραφεί σε δύο επίπεδα α) την σχέση των Ελλήνων ποιητών με το Ευρωπαϊκό περιβάλλον και β) την σχέση των Κυπρίων ποιητών με την ελλαδική λογοτεχνική παραγωγή. Χωρίς να θέλω να κάνω εκτενή ανάλυση, μπορούμε να συμφωνήσουμε πως ο ποιητής εκφράζει το παράπονό του για το πόσο παραγνωρισμένη είναι η ελληνική/κυπριακή λογοτεχνία, που αντισταθμίζεται από το γεγονός πως γράφουμε ελληνικά.

Όσον αφορά το πρώτο επίπεδο, θα ήθελα να εκφράσω δυο βασικές ενστάσεις, που θα μας χρησιμεύσουν αργότερα: Πρώτον, η ελληνική γλώσσα δεν είναι η μόνη γλώσσα που μιλιέται από σχετικά μικρή πληθυσμιακή ομάδα. Κι άλλοι λογοτέχνες γράφουν σε γλώσσες που ελάχιστοι ξέρουν, κι όμως αυτό δεν τους εμπόδισε όχι μόνο να γίνουν γνωστοί, αλλά να αφήσουν το στίγμα τους στην Παγκόσμια Λογοτεχνία. Ο Άντερσεν και ο Κίρκεγκωρ που έγραφαν στα δανικά, ο Ίψεν στα νορβηγικά, και ο Κούντερα στα τσέχικα. Η γλώσσα δεν στάθηκε εμπόδιο για την καταξίωση, κι αν στάθηκε, τότε μια εξαιρετική πένα μπορεί να το υπερπηδήσει. Δεύτερον, η ελληνική λογοτεχνία δεν είναι τόσο παραγνωρισμένη. Ο Καβάφης (που συγκαταλέγεται στους κλασικούς της Penguin) και ο Καζαντζάκης είναι δύο παραδείγματα που καταφέρνουν και στέκονται επάξια σε παγκόσμιο επίπεδο. Σίγουρα η ελληνική λογοτεχνία μοιάζει να υστερεί απέναντι στις αγγλικές, γαλλικές και γερμανικές παραδόσεις, αλλά δεν είναι ούτε αδικαίωτη, ούτε αχειροκρότητη.

Όμως, όσον αφορά την κυπριακή ποίηση και την σχέση της με τον ελλαδικό χώρο, το ζήτημα αλλάζει κάπως. Στο παράπονο του Μόντη, που είναι ταυτόχρονα ένα παράπονο αρκετών Κύπριων λογοτεχνών, υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας έννοιες, στις οποίες θεωρώ πως κρύβεται η ουσία του προβλήματος.

Είναι η έννοια «γωνιά» και η έννοια «αντισταθμίζει».

Η κυπριακή ποίηση μοιάζει να είναι ποίηση της γωνιάς ή χειρότερα της «γωνίτσας». Το χωρικό στοιχείο μετουσιώνεται σε τοπικό ή τοπικιστικό, με αποτέλεσμα η ποίηση πολλών Κυπρίων ποιητών να είναι ασφυκτικά συνδεδεμένη με την έννοια του «τόπου».

Για την κυπριακή ποίηση, μυθολογία είναι μόνο η Αφροδίτη που κατάγεται πάντοτε από την Πάφο και ποτέ από τα Κύθηρα. Αρχαία ιστορία είναι ο Τεύκρος και όχι ο Αίαντας, ο Ονήσιλος και ο Ευαγόρας και σε εξαιρετικές περιστάσεις ο Κινύρας. Η σχέση μας με την Αναγέννηση δεν είναι η Αικατερίνη Κορνάρο, αλλά ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Εκτιμάμε την 9η Ιουλίου γιατί μας θυμίζει πως σε αυτή τη γωνίτσα είμαστε ακόμη «ρωμιοσύνη», μια ρωμιοσύνη που αγωνίστηκε το 1955-1959 και που προδόθηκε το 1974. Επειδή για την κυπριακή ποίηση, ισχύει αυτό που πάλι είπε ο Μόντης: Ο άνθρωπος είναι ο τόπος, κι εμείς δεν είμαστε κάτι περισσότερο από ελιές και τερατσιές πάνω σε ρότσες. Η ποίηση της μακρινής γωνιάς.

Η κυπριακή ποίηση διαπνέεται ολόκληρη από αυτό το πνεύμα της «μακρινής γωνιάς», του «χρυσοπράσινου φύλλου», της ιδιαίτερης τοπικιστικής ταυτότητας που την κάνει να ξεχωρίζει, ακόμη και από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Αυτός είναι σχεδόν ο προγραμματικός της στόχος, να αναλώνεται ξανά και ξανά γύρω από τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια μοτίβα, τα ίδια νοήματα. Θεωρεί τα θέματά της «δικά της», πως της ανήκουν, λες και έχουν Π.Ο.Π σαν το χαλούμι και πως μπορεί να τα χρησιμοποιεί αποκλειστικά. Η δικιά μας θεά, οι δικοί μας ήρωες, οι δικοί μας αγώνες, η δικιά μας εισβολή, οι δικοί μας νεκροί. Μου θυμίζει κάποιο κακομαθημένο παιδί που φεύγει μακριά από τα άλλα παιδιά και παίζει μόνο του, στην γωνιά του, με τα δικά του παιχνίδια.

Κι εδώ είναι το μεγάλο παράδοξο: Ενώ η κυπριακή ποίηση έχει σχεδόν αυτοαπομονωθεί με τις προγραμματικές επιλογές της, παραπονιέται πως μένει αδικαίωτη και αχειροκρότητη. Ενώ επιδιώκει να μένει ριζωμένη σαν δέντρο στον τόπο της, πιστεύει πως αδικείται για αυτή την ακινησία και την στασιμότητα.

Το παράδοξο δεν λύνεται αλλά διαιωνίζεται κυρίως εξαιτίας της δεύτερης έννοιας-κλειδί: «Αντισταθμίζει». Ενώ η πλάστιγγα που γέρνει εναντίον μας θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε μια βαθύτερη ενδοσκόπηση, σε ένα απότομο ξύπνημα, κάτι την αντισταθμίζει και μας φέρνει πίσω στην ισορροπία, την ακινησία, στην στασιμότητα και τον τοπικισμό. Δεν έχει σημασία τι είναι αυτό (η γλώσσα εν προκειμένω) αλλά το ίδιο το αντιστάθμισμα. Ξέρουμε πως μένουμε αδικαίωτοι, αλλά «έλα, μωρέ, δεν βαριέσαι, τουλάχιστον γράφουμε ελληνικά». «Αντισταθμίζει» δηλαδή «παρηγοριά στον άρρωστο, μέχρι να βγει η ψυχή του». Είναι το άλλοθι που λέμε στον εαυτό μας και να δικαιολογούμαστε, για να μπορούμε να συνεχίζουμε να είμαστε ριζωμένοι στον τόπο μας, έστω και αχειροκρότητοι, παινεύοντας το σπίτι μας για να μην πέσει να μας πλακώσει. Ξέρω πως για πολλούς αυτό το «αντισταθμίζει» ξεχειλίζει από περηφάνια, αλλά εγώ το βλέπω ως το τελευταίο καταφύγιο της αποτυχίας μας και το ονομάζω μιζέρια.

Για να το θέσω αλλιώς: Όχι δεν χρειάζεται να αντισταθμίσει τίποτα. Αφήστε τα ελληνικά στην ησυχία τους. Δεν είναι το γεγονός πως ελάχιστοι ξέρουν την γλώσσα μας, η αιτία που κανείς δεν μας διαβάζει. Δεν θα ρίχνουμε το φταίξιμο στα ελληνικά ή στα κυπριακά, μόνο και μόνο για να μας ξελασπώνουν αντισταθμίζοντας το μικρό μας μέγεθος.

Προσωπικά, δεν θέλω τίποτα να αντισταθμίσει τίποτα. Πρέπει να νιώσουμε αυτόν τον πόνο ατόφιο, να αφήσουμε το αίμα να τρέξει από την πληγή. Γιατί προσωπικά, με πονάει που βλέπω μια ολόκληρη λογοτεχνία να αυτοτιμωρείται σε μια γωνιά περιμένοντας κάτι να της αντισταθμίσει το βάρος. Και με πονάει, γιατί ο Ονήσιλος και ο Ευαγόρας, ο Κυπριανός, το 55 και το 74 δεν είναι δικά μας, δεν είναι «μπαξέ-τσιφλίκι» μας. Αντιλαμβάνομαι γιατί κάποιοι τα νιώθουν πιο οικεία – προφανώς γιατί είναι ο τόπος τους – και σέβομαι απόλυτα τα προσωπικά βιώματα, ειδικά αυτών που είδαν τις βόμβες να πέφτουν στην Εισβολή. Είναι μόνο φυσιολογικό η ποίηση να ξεκινάει από το προσωπικό βίωμα, ειδικά αν είναι τόσο τραυματικό. Όμως δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε αυτό. Το βίωμα είναι δικό μας μεν, αλλά όχι ιδιοκτησία μας, με τον ίδιο τρόπο που ούτε το αρχαίο μας παρελθόν ούτε οι σύγχρονοι αγώνες αποτελούν ιδιοκτησία.

Αν ο άνθρωπος είναι ο τόπος, τότε ο άνθρωπος πρέπει να είναι και το ταξίδι. Αν ο άνθρωπος είναι η ρίζα, τότε ο άνθρωπος πρέπει να είναι και τα φτερά.

Έτσι, αν μιλούσα δυνητικά σε ένα φίλο Κύπριο ποιητή, θα τον προέτρεπα στο εξής. Αν σου έρθει η ανάγκη να μιλήσεις για την Πάφια Αφροδίτη, μην το κάνεις. Αντ’ αυτού μίλησε για την Ιννάνα, την Αστάρτη, την Μπελισάμα και την Ναντοσουέλτα, την Φρέγια και την Αματεράσου. Κι αν δεν ξέρεις ποιες είναι αυτές, άνοιξε ένα βιβλίο και διάβασε.

Την επόμενη φορά που θα σου έρθει η ανάγκη να μιλήσεις για την θυσία του Ονήσιλου και του Ευαγόρα, μην το κάνεις. Αντ’ αυτού μίλησε για τον Βερκιγγετόριγα και πως ύψωσε το ανάστημα και πολέμησε στην Ζεργκόβια και στην Αλεσία και πως ο Καίσαρας έκοψε τα χέρια σε όποιον σήκωσε όπλο εναντίον του στο Ουξελοντούνουμ. Κι αν δεν ξέρεις που είναι η Αλεσία και η Ζεργκόβια, άνοιξε ένα βιβλίο και διάβασε.

Αν σου έρθει ανάγκη να μιλήσεις για την βαρβαρότητα των Οθωμανών – εμπνεόμενος ίσως από το Εις Αγαρηνούς του Κάλβου – μην μιλήσεις για τον Εθνομάρτυρα που εθνομαρτυρά κάθε φορά που τον κάνουμε ποίημα. Μίλα για τον Γιαν Σομπιέσκι και πώς με τους ουσάρους του έσωσαν την πολιορκούμενη Βιέννη από τους Οθωμανούς. Κι αν δεν ξέρεις ποιος είναι ο Σομπιέσκι και ποια είναι η Δεύτερη Μάχη της Βιέννης, άνοιξε ένα βιβλίο και διάβασε.

Κι αν θέλεις να μιλήσεις για τον ηρωισμό των Ελλήνων και πώς απώθησαν την εισβολή των Ιταλών, υπέρ βωμών και εστιών, μην το κάνεις. Αντ’ αυτού μίλα για τους Chasseurs Ardennais, που σαράντα Βέλγοι κράτησαν τα γερμανικά πάντσερ του Ρόμελ για δεκαοχτώ μέρες, παραδόθηκαν μόνο αφού τους τέλειωσαν τα πυρομαχικά, κι όταν τους ανέκριναν και τους ρώτησαν πού βρίσκονταν οι υπόλοιποι, οι Βέλγοι γελώντας τους απάντησαν «εμείς ήμασταν όλοι». Κι αν δεν ξέρεις ποιοι ήταν αυτοί οι Βέλγοι, άνοιξε ένα βιβλίο και διάβασε – κι όπως ξέρεις το «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» που αποδίδεται στον Τσώρτσιλ, μάθε και το «αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι πράσινοι λύκοι», που είπε ο Ρόμελ για τους Βέλγους.

Κι όταν θα θέλεις να πλέξεις ένα εγκώμιο για τους αγωνιστές του 55-59 που θυσιάστηκαν πολεμώντας μια αυτοκρατορία, μην το κάνεις. Αντ’ αυτού γράψε για τον Σάιγκο Τακαμόρι και πως αντιστάθηκε στον δικό του αυτοκράτορα και στον δυτικό εκσυγχρονισμό που θα κατέστρεφε τις παραδοσιακές αξίες της Ιαπωνίας. Γράψε πως με μια χούφτα σαμουράι έπεσαν όρθιοι και με αξιοπρέπεια στην μάχη του Σιρογιάμα, κι αν δεν ξέρεις πού πέφτει το Σιρογιάμα και ποια ήταν η εξέγερση του Σάτσουμα, άνοιξε ένα βιβλίο και διάβασε.

Αυτή η μελέτη – η έστω και επιδερμική μελέτη – δεν έχει σκοπό την συσσώρευση πληροφοριών προς τόνωση της φιλαυτίας του εκάστοτε λογοτέχνη. Δεν αποσκοπεί στο να κάνει τα έργα πιο δυσνόητα, με αναφορές σε άγνωστα γεγονότα, ούτε στο να κάνει τον αναγνώστη να «ψαρώσει» με τις γνώσεις του συγγραφέα. Βασικός της στόχος είναι μια βασική και όμως κρίσιμη διαπίστωση: Τα δικά μας δεν διαφέρουν πολύ από τα «άλλα», τα ξένα. Οι δικοί μας νεκροί δεν είναι «πιο νεκροί» από τους άλλους. Τα δικά μας δάκρυα και ο δικός μας πόνος δεν είναι διαφορετικά από τα δάκρυα και τον πόνο των άλλων. Αγαπάμε και θυσιαζόμαστε με τον ίδιο τρόπο που και οι άλλοι αγαπάνε και θυσιάζονται, από τότε που οι άνθρωποι έμαθαν να λένε «αγάπη» και «θυσία». Μπορεί να νιώθουμε κάποια πράγματα πιο οικεία, μπορεί κάποια πράγματα να τα βιώνουμε εγγύτερα από κάποια άλλα, μπορεί η ιστορία μας και η παράδοσή μας να επηρεάζει ως ένα βαθμό την κρίση μας, όμως στο τέλος της ημέρας, ο πυρήνας παραμένει κοινός.

Η λογοτεχνία είναι μια πατρίδα από μόνη της και μέσα της ζούνε όλες οι γλώσσες και όλες οι παραδόσεις. Οι νεκροί της είναι οι νεκροί όλης της ανθρωπότητας και οι εραστές της είναι όσοι μπορούν να αγαπήσουν κάτω από το φως του φεγγαριού. Είναι μια πατρίδα που δεν ξεχωρίζει γωνιές και κέντρα, μα μόνο λέξεις, σκέψεις και συναισθήματα. Αδερφώνει τους ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια ψυχή, τις ίδιες αγωνίες, τους ίδιους φόβους και τις ίδιες ελπίδες, τους ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια τραύματα. Κάτω από τον θόλο της, όσοι ονειρεύονται κάτω από τον έναστρο ουρανό, όσοι νιώθουν την καρδιά τους να καίγεται από πόθο, όσοι κράτησαν κάποιον νεκρό στα χέρια τους, όσοι ύψωσαν το ανάστημά τους σε μια αδικία, όλοι αυτοί είναι συγγενείς. Η παπαρούνα που ανθίζει στην μνήμη όσων έπεσαν στο Βερντέν, στην Φλάνδρα και στο Σομμ είναι η ίδια, είτε την έχει γράψει ο ΜακΚραί είτε ο Μυριβήλης. Στην πατρίδα της λογοτεχνίας, όλοι οι ποιητές είναι αδέρφια.

Όταν κάποιος φτάσει σε αυτό το σημείο, να μπορεί να δει αυτό το κοινό πνεύμα που διαπνέει την λογοτεχνία, μέσα από τον χρόνο, τον γεωγραφικό χώρο και την γλώσσα, θα καταλάβει πως δίαυλοι επικοινωνίας υπάρχουν και πως μένει να τους αξιοποιήσουμε. Θα καταλάβει πως δεν είναι θέμα δικαίωσης ή χειροκροτήματος, αλλά θέμα επικοινωνίας, πραγματικής αλληλεπίδρασης με τους άλλους, ένας τίμιος και ειλικρινής διάλογος από καρδιάς. Να βρούμε έναν τρόπο να δείξουμε πως το «δικό μας» είναι ταυτόχρονα και κάτι περισσότερο από μια τοπική αναφορά, να δείξουμε το πανανθρώπινο στοιχείο στο προσωπικό μας βίωμα. Θα δει πως το μόνο που χρειάζεται είναι επικοινωνήσουμε – όπως για αιώνες επικοινωνούν οι λογοτεχνίες μεταξύ τους – να ακούσουμε τον πόνο, τα πάθη και τους έρωτες των άλλων και σε αυτό το μωσαϊκό αφηγήσεων να προσθέσουμε κι εμείς τις δικές μας ψηφίδες. Μα πάνω από όλα θα καταλάβει πως δεν βρισκόμαστε σε καμία μακρινή γωνιά, πως δεν φταίει που μιλάμε ελληνικά και δεν μας καταλαβαίνει κανείς, πως ο κόσμος είναι εκεί έξω, και αν θέλουμε να μας απαντήσει, πρέπει πρώτα να του απευθυνθούμε.

Αλλά όπως λέει και ο Μόντης, «εμείς τζιαμαί». Ντουγρού. Ατού ο Γαβρίλης.

Ξέρω πως για πολλούς το «εμείς τζιαμαί» είναι φιλοφρόνηση και το φοράνε με υπερηφάνεια σαν κορώνα στο κεφάλι τους. Τόσες σκλαβιές, ο ένας κατακτητής μετά τον άλλον, κι εμείς εκεί, αναλλοίωτοι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι, όπως φαντάζομαι ίδιοι κι απαράλλαχτοι έμειναν και οι Σέρβοι, οι Εσθονοί και οι Ούγγροι, που ήταν επίσης υπήκοοι σε άλλες αυτοκρατορίες, είτε αυτή είναι Οθωμανική, είτε είναι Ρωσική, είτε είναι Αυστριακή. Αλλά έστω πως αυτό το «εμείς τζιαμαί» δεν το έχουμε μόνο εμείς, και πως ούτε αυτό είναι μπαξέ-τσιφλίκι μας για να του συμπεριφερόμαστε ως ιδιοκτησία. Έστω.

Αυτό που οι άλλοι το βλέπουν σαν παράσημο, εγώ το βλέπω σαν ψόγο. Δεν είναι φιλοφρόνηση, αλλά κατηγορία. «Εμείς τζιαμαί». Ξεροκέφαλοι. Πεισματάρηδες. Αγύριστα κεφάλια. Κκελλετζήες. Κκελλέ κουλούμπρα. Εμείς τζιαμαί στην γωνιά.

Σκέφτομαι πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα στην κυπριακή λογοτεχνία, αν βλέπαμε την Φραγκοκρατία και Ενετοκρατία όχι ως δύο ακόμη σκλαβιές, αλλά ως αφορμές για να ανακαλύψουμε την πλούσια γαλλική μεσαιωνική παράδοση του Αβελλάρδου και του Βιγιόν, ή την ιταλική αναγέννηση, προφανώς όχι για να τις ιδιωτικοποιηθούμε, αλλά για να ανοίξουμε έναν νέο διάλογο με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή παράδοση. Και αν θεωρούμε πως η οθωμανική περίοδος δεν προσφέρει μια τέτοια ευκαιρία, η αγγλοκρατία σίγουρα προσφέρει πολλαπλάσιες δυνατότητες. Η τεράστια λογοτεχνική ανάπτυξη κατά την βικτωριανή αλλά και κατά την εδουάρδεια περίοδο, θα μπορούσε να ανοίξει ένα ακόμη δίαυλο επικοινωνίας με το υπόλοιπο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Αλλά «εμείς τζιαμαί», προτιμούμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια ποιήματα για την αγγλοκρατία και την σκλαβιά και για την αντίσταση, που ξεχνάμε πως το 1881, (πριν καν σκεφτούμε για το ενωτικό κίνημα) ο Όσκαρ Ουάιλντ έγραφε το Ave Imperatrix, καταδικάζοντας την βρετανική αποικιοκρατία και τον βρετανικό επεκτατισμό.

Αλλά γιατί να κάνουμε κτήμα μας αυτό το ποίημα, γιατί να το διδάσκουμε στα σχολεία, γιατί να ακούσουμε για μια φορά στη ζωή μας τον κόσμο που μας απευθύνεται; Εμείς τζιαμαί, στην γωνιά  μας. Μιζέρια.

Εμείς τζιαμαί. Στάσιμοι, κολλημένοι στα ίδια, αγκυλωμένοι στην ίδια μας την κοσμοθεωρία που μας θέλει ταυτόχρονα απομακρυσμένη γωνιά και (αντισταθμίζοντας) το κέντρο του σύμπαντος.

Στα ίδια: Να αναπολούμε τις παλιές καλές εποχές, που η γιαγιά ζύμωνε το ψωμί με το προζύμι, που ο άντρας με την βράκα τσάπιζε με τον ιδρώτα του το χωράφι του. Να γράφουμε διηγήματα για τα γλυκά του κουταλιού που οι παλιές, οι σωστές νοικοκυρές τα έφτιαχναν σαν τελετουργία Να περιγράφουμε τις Πλάτρες και τα αηδόνια τους, τις ελιές και τις τερατσιές, τις πικροδάφνες, τα αγρινά, τους κουρκουτάες και τους χαμουλιούς. Να μιλάμε για τις ίδιες κολώνες της Σαλαμίνας και τα ψηφιδωτά της Πάφου, για το Βουφαβέντο και το Μπέλα-Πάις, για τα φυλακισμένα μνήματα. Και γράψτε τα, και καλά κάνετε που τα γράφετε, και χαλάλι σας και η υποκρισία: Να μιλάτε για τις παλιές καλές εποχές από την άνεση του κλιματιστικού του γραφείου σας, να εγκωμιάζετε το γλυκό καρυδάκι της γιαγιάς σας, τρώγοντας «κάροτ κέηκ» (γιατί προφανώς είχατε και στο χωριό σας) από το τάδε ζαχαροπλαστείο, να σατιρίζετε το σύστημα το οποίο με επιμέλεια φτιάξατε – έτσι για αντιστάθμισμα, για να λέτε πως κάνατε το καθήκον σας, να γράφετε για την κυπριακή παράδοση από τις παραλίες της Αγίας Νάπας και του Πρωταρά.

Αλλά ας έχουμε την αξιοπρέπεια να έχουμε τα μάτια μας και τα αυτιά μας ανοιχτά, ας έχουμε την αξιοπρέπεια να μην παίρνουμε αυτό το ύφος ανωτερότητας. Κλάψτε τα σπίτια σας, αφού σας λείπουν. Αλλά όπως τα κλαίτε εσείς, έτσι το κλαίει ο Παλάμας, έτσι το κλαίει και η Ανν Μπροντέ. Όπως τραγουδάτε και θεωρείτε πατρίδα σας τον Πενταδάχτυλο, έτσι κάποιοι τραγουδούν και θεωρούν πατρίδα τους τις Άλπεις, κάποιοι τραγουδούν και θεωρούν πατρίδα τους το Γιουκόν και το Κλοντάικ. Το αηδόνι του Σεφέρη – που τόσο αγαπάτε και το θυμάστε κάθε φορά με έντονη ρομαντική διάθεση – δεν διαφέρει πολύ από το αηδόνι του Κήτς. Κι αν κάποια στιγμή σε κάποια έξαρση αυτογνωσίας σκεφτείτε να νοσταλγήσετε τα περασμένα, τα χρόνια που κυλούν και φεύγουν, τότε αφήστε τους πενήντα εννιά κύκνους από το Κουλ πετάξουν κι αυτοί κοντά σε εκείνα.

Κι είναι αυτό που με ενοχλεί και με πληγώνει περισσότερο στην κυπριακή ποίηση. Ο αποκλεισμός που επιβάλλει στον εαυτό της, η εξορία που αυτοβούλως στέλνει τον εαυτό της. Μια ποίηση που γίνεται σχεδόν με παρωπίδες για να μην βλέπουμε τον έρωτα, τα όνειρα, τις ελπίδες, τις αγωνίες, τον πόνο, και τον θάνατο των άλλων, για να βλέπουμε και εστιάζουμε αποκλειστικά στα δικά μας, να περιστρεφόμαστε μονίμως γύρω από έναν Ονήσιλο, έναν Πορτοκαλόκηπο, έναν Αποχαιρετισμό κι έναν Πενταδάχτυλο, σαν σβούρες που γυρνάνε γύρω από τον εαυτό τους.

Κι όμως η κυπριακή ποίηση έχει πολλά να δώσει σε αυτόν τον παγκόσμιο διάλογο, και έχει να πάρει ακόμη περισσότερα, πολλά περισσότερα. Υπάρχει εκεί έξω μια αστείρευτη και ανεξάντλητη πηγή παραδόσεων που μας περιμένει να την ανακαλύψουμε, να πιούμε από αυτή, και να την εμπλουτίσουμε κι εμείς με την δική μας συνεισφορά. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε ριζωμένοι, πρέπει να συναντήσουμε τον κόσμο κάπου στην μέση, να βγάλουμε φτερά και να πετάξουμε. Γιατί ο ποιητής δεν λέει «εγώ τζιαμαί», αλλά «εγώ παντού». Η καρδιά του δεν χτυπάει σε μια γωνιά, αλλά συγχρονίζεται με την καρδιά του κόσμου, ακολουθώντας τα λόγια του Σίλλερ: «Αισθάνεσαι, Κόσμε, τον Δημιουργό σου;». Μπορεί να ριζώνει σε ό,τι μπορεί να τον θρέψει, και μπορεί να πετάει σε ό,τι τον καλεί. Δίπλα στον Ονήσιλό του βρίσκεται, ο Αινείας και ο Χάραλντ Σίγκουρντσον. Στις μάχες του, ο Ευαγόρας πολεμάει δίπλα-δίπλα με τον Γκόντφρεϋ και τον Ρόλαντ. Στον κήπο του φυτρώνουν δίπλα στα άνθη του κακού, τα πιο ευαίσθητα τριαντάφυλλα, που τα αηδόνια από τις Πλάτρες έρχονται για να τρυπήσουν τις καρδιές τους στα αγκάθια τους. Όταν μελαγχολεί, έχει συντροφιά του τον Άμλετ και τον Μάνφρεντ, όταν ερωτεύεται, την Φαίδρα και τον Οθέλλο. Βλέπει το ίδιο Φεγγάρι που ενέπνευσε τον Σέλλευ και τον Βερλαίν και νοσταλγεί αναστενάζοντας «ubi sunt» μαζί με τον Βιγιόν και τον Ομάρ Καγιάμ. Ξέρει πως δεν του ανήκει τίποτα και για αυτό συνομιλεί με όλα, καθώς βλέπει την Ιφιγένεια να μετενσαρκώνεται πότε στον Ευριπίδη, πότε στον Ρακίνα και πότε στον Γκαίτε.

Παραμένω αισιόδοξος. Όχι μόνο γιατί πιστεύω στην γενιά μου, μια γενιά που γεννήθηκε με όλη την γνώση στην παλάμη του χεριού της, που είναι μονίμως δικτυωμένη με όλο τον υπόλοιπο κόσμο και που έχει ταξιδέψει στα φοιτητικά της χρόνια περισσότερο από ό,τι όλες οι προηγούμενες γενιές έχουν ταξιδέψει στη ζωή τους. Όχι γιατί η γενιά μου είναι ίσως η πρώτη γενιά που νιώθει ως πατρίδα της τον κόσμο, και την παγκόσμια λογοτεχνία δική της λογοτεχνία.

Αλλά γιατί μερικές φορές βλέπω μπροστά μου – σαν σκηνή από κάποιο θεατρικό – δύο ανθρώπους να κάθονται μαζί στο ίδιο τραπέζι και να πίνουν, ο ένας μια βαριά γερμανική μπύρα και ο άλλος παραδοσιακή κυπριακή ζιβανία. Και καθώς τους πλησιάζω, τους ακούω που μιλάνε, ο ένας στα γερμανικά και ο άλλος σε βαριά κυπριακή διάλεκτο, και μοιράζονται τον πόνο της καρδιάς τους. Και συνεννοούνται. Γιατί και οι δύο τους αγάπησαν την ίδια νεράιδα, την ίδια σειρήνα, η οποία με το τραγούδι και την ομορφιά της παρασέρνει τους ανθρώπους στο να την ερωτευτούν. Και όταν ήταν στην πιο ευάλωτή τους στιγμή, όταν αφέθηκαν στην ομορφιά του ονείρου τους, τους εγκατέλειψε και τους οδήγησε στην καταστροφή. Κι εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω πως καμία γλώσσα δεν χωρίζει αυτούς που τους ενώνει η καρδιά, και πως τελικά ίσως να συμβαίνει και το αντίθετο: η Ανεράδα να έχει γραφτεί στα γερμανικά και η Λορελάι στα κυπριακά.