Οι ρετσίνες του βασιλιά – Ισίδωρος Ζουργός

6.12.2020

σχόλια

γράφει ο Άγγελος Κουτσούκης

Μετά τον «Βίο του Ματίας Αλμοσίνο» και τις «Λίγες και μία νύχτες» – δύο μυθιστορήματα που μας ταξίδεψαν στον χρόνο, ο Ισίδωρος Ζουργός επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στις μέρες μας. Όλα συμβαίνουν σήμερα, σε ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας, μόνο που στα μεγάλα ζητήματα απλά αλλάζει ο τόπος και ο χρόνος. Τα ουσιαστικά γεγονότα που διασχίζουν το βιβλίο πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι. Η σκιά του σαιξπηρικού «Βασιλιά Λήρ» υπάρχει από την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, όταν ο συγγραφέας παραθέτει τα λόγια του Σαίξπηρ.

«Η βροχή, ο αέρας, η βροντή, η αστραπή δεν είναι κόρες μου. Μαζί σας, στοιχειά μου, δεν τα βάζω για την ασπλάχνιά σας. Σε σας δε μοίρασα βασίλειο, δε σας είπα παιδιά μου, εσείς δε μου χρωστάτε υποταγή».

Μοιάζει σύνθετο, αλλά είναι απλό. Όπως στον «Βασιλιά Λήρ», ο Λήρ μοιράζει το βασίλειό του στις τρείς του κόρες, για να εισπράξει την αχαριστία τους, έτσι και ο Λεόνιος Έξαρχος, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, μοιράζει την περιουσία του στις τρείς κόρες του και αποσύρεται στο πυργόσπιτο του πεθερού του, στο χωριό της γυναίκας του, που δεν ζει πιά. Έχει μεγαλώσει και θέλει να ζήσει τα τελευταία χρόνια του στο περιβάλλον του χωριού.

Η μεγάλη του κόρη, η Γαβριηλία στο Λονδίνο, πάνε πιά δέκα χρόνια. Έχει άντρα Εγγλέζο, θα μείνει για πάντα εκεί. Είναι καλά βολεμένοι κι έχουν και δυο αγόρια. Μην κοιτάς το δικό μας χάλι, έξω από αυτήν τη χώρα ο κόσμος ζει και γεννάει παιδιά, χτίζει και προχωράει».

Η δεύτερη κόρη» η Ρεγγίνα είναι στις Βρυξέλλες. Δουλεύει στην Κομισιόν. Κάνει καριέρα. Αυτό που βλέπεις στην τηλεόραση. Το μεγάλο γυάλινο κτίριο που μπαινοβγαίνουν υπουργοί κι άλλοι διάφοροι γραβατωμένοι. Εκεί από όπου ζητάμε φράγκα τα τελευταία χρόνια»

Η μικρή, η Κορίνα, μένει Αθήνα και ασχολείται με εναλλακτικά προγράμματα.

Αυτά, βλέπετε, είναι τα σαιξπηρικά βασίλεια της εποχής μας.

H υπόθεση μοιάζει απλή.

Ο Λεόντιος Έξαρχος, συνταξιούχος πλέον πολιτικός μηχανικός, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, της Ουρανίας, μοιράζει την περιουσία του στις τρείς του κόρες και αποσύρεται στο χωριό της γυναίκας του, αφού έχει ανακαινίσει το παλιό πυργόσπιτο που κληρονόμησε από τον πεθερό του. Οι κάτοικοι του χωριού τον δέχονται σαν τον πλούσιο άρχοντα που ήρθε να μείνει στο χωριό τους. Για έναν χειμώνα, μοιράζονται μαζί του την ρετσίνα που παράγει η περιοχή. Εκείνος, απομονωμένος από την ζωή που ήξερε, γράφει γράμματα στις κόρες του που δεν στέλνει ποτέ. Επικοινωνία ανάμεσά τους δεν υπάρχει. Ψάχνει και βρίσκει στο παλιό σπίτι, το αρχείο του πεθερού του, που εκτός από βουλευτής και γιατρός υπήρξε και ο μεγάλος παράγων της περιοχής. Αλλά οι πληροφορίες που έρχονται από το παρελθόν, δεν είναι πάντα ευχάριστες. Μόνιμη παρέα του ο Μασούρης, ο τρελός του χωριού.

Όλο και πιο πολύ νοιώθει αποκομμένος από τις κόρες του, από όλο τον κόσμο. Δεν αναρωτιέται αν έχει κάνει και εκείνος λάθη. Όχι. Εκείνος, ήταν ο αρσενικός που έπρεπε να πετύχει στη ζωή του. Όλα τα άλλα ήταν λεπτομέρειες που δεν τους έδωσε σημασία. Στην δική του ζωή μπορούσε να δώσει όποιο σχήμα ήθελε.

Εδώ είναι πύργος και πρέπει όταν νυχτώσει να έχω μείνει μόνος με τα φαντάσματα!» λέει κάποια στιγμή στον ακόλουθο του, τον τρελό του χωριού.

Όμως τώρα, οι «λεπτομέρειες» έχουν γιγαντωθεί και έχουν μπει ανάμεσα σε αυτόν και τις κόρες του σαν τείχος αδιάβατο. Αδυνατεί να καταλάβει ότι ο ίδιος γίνεται σιγά αλλά σταθερά παρελθόν.

«Καλή βδομάδα, Ρεγγίνα, εκεί στον καινούργιο κόσμο σας, εκεί στο αλώνι της ευπρεπούς ορθότητας, εκεί στην άλλη όψη του καθρέφτη όπου ζείτε, εκεί στη χώρα των θαυμάτων σας, Αλίκη. Καλή εβδομάδα στην Ευρώπη σας που κυνηγάει τους κρεατοφάγους σαν δολοφόνους, που σας αφήνει να διαλέγετε σεξουαλικό φύλο σαν να ’ναι φύλλο τράπουλας που την παίζουν ξερή στο καφενείο. Καλή εβδομάδα λοιπόν στον καινούργιο κόσμο και χαιρετισμούς από δω, απ’ το χωριό που μυρίζει ξύλο, σβουνιά και χώμα. Χαιρετισμούς από τον τόπο όπου οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες γυναίκες. Καλή εβδομάδα από το χωριό όπου οι παραλογισμοί που τους βαφτίσατε δικαιώματα κείτονται σαν τα πεσμένα κάστανα του φθινοπώρου πού τα σκέπασαν τα φύλλα και δεν τα θυμάται κανείς», γράφει στην κόρη του, άλλο ένα γράμμα που δεν θα στείλει ποτέ.

Ο Ισίδωρος Ζουργός έγραψε ένα μυθιστόρημα για το τέλος. Ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, όσες και οι εποχές του χρόνου. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας. Αυτές δεν είναι και οι εποχές της ζωής ενός ανθρώπου; Υπάρχουν οι ορατοί, αλλά υπάρχουν και οι αόρατοι πρωταγωνιστές. Τα «φαντάσματα» που λέει κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής. Τα «φαντάσματα» που καθορίζουν με αποφασιστικό τρόπο από το παρελθόν την εξέλιξη του παρόντος. Η αίσθηση που αφήνουν τα γεράματα, το πένθος και η απώλεια, η αδυναμία του ανθρώπινου είδους να παρακολουθήσει τις αλλαγές που συμβαίνουν στην κοινωνία, είναι κοινά χαρακτηριστικά για όλους μας. Κάπου είχα διαβάσει πως ο θάνατος, το τέλος, έρχεται σε όλους πριν το βιολογικό τέλος.

«Έχτισα κι εγώ τα κάστρα μου, αυτά που σας μοίρασα, κι έρχομαι τώρα να πληρώσω ένα ιδιότυπο νοίκι σ΄ έναν πεθαμένο βασιλιά, να τον πληρώνω μήνα με τον μήνα με εκείνα τα μετρητά που τα έχει ακόμα ανάγκη. Κατανόηση και αμυδρά συμπάθεια. Έχω στα χέρια μου τα χαρτιά του όλα και τα διαβάζω με συγκατάβαση. Όπως βλέπεις, επιτέλους γνωριστήκαμε.

Σου γράφω για να σου εξομολογηθώ ότι μου λείπουν ο Άντονι και ο Ιαν, σου γράφω γιατί νοστάλγησα τα εγγόνια μου, μόνο αυτά! Σου γράφω επίσης για να σου υπενθυμίσω πως τα ανθρώπινα βασίλεια σβήνουν και χάνονται. Το δικό μου έγινε βορά τριών αχάριστων θυγατέρων. Κι αν πάλι εσείς δεν είχατε μια τέτοια συμπεριφορά-τώρα πιά το έχω φιλοσοφήσει-θα έσβηνε κι αυτό έτσι κι αλλιώς. όμως με έναν τρόπο ας τον ονομάσουμε συμβατό, αναμενόμενο.

Τη μοίρα των δυνατών αρχόντων, την έχεις ποτέ σκεφτεί; Όταν το χέρι που κρατάει το σκήπτρο αρχίζει να τρέμει, οι υποτακτικοί σαλεύουν, βγάζουν κυνόδοντες και μας περικυκλώνουν με βλέμμα όλο και πιο πορφυρό. Θα υπάρχει μάλλον μια μυρωδιά που αναδύεται από τα γέρικα κορμιά των αρχόντων, μια μυρωδιά που καλεί όλα τα τσακάλια και τους λύκους της επικράτειας να αρχίσουν να στήνουν ενέδρες. Ακόμη κι εδώ στο χωριό άρχισα να αντιλαμβάνομαι σιγά σιγά ότι κάποια αγρίμια άφησαν τις βουνοπλαγιές και τώρα πιά κόβουν βόλτες στην πλατεία». Ακόμα μια επιστολή του Λεόντιου στην πρωτότοκη κόρη του που δεν έστειλε ποτέ.

Ο Ισίδωρος Ζουργός με τις «Ρετσίνες του βασιλιά» μας δείχνει ότι για να γράψεις μεγάλη λογοτεχνία χρειάζονται απλά υλικά. Μετά τα δύο προηγούμενα βιβλία του, επιστρέφει στα «βασικά». Η αισθητική του και η χρήση της ελληνικής γλώσσας έχουν κριθεί προ πολλού.

Διαβάζοντας το βιογραφικό του, προσωπικά, μου έκανε εντύπωση η μη βράβευση του από κάποιον επίσημο κρατικό φορέα. Τα μυθιστορήματα του που έχουν ήδη εκδοθεί ήταν ικανά να του φέρουν κάποιο από τα επίσημα Κρατικά Βραβεία. Όμως όχι. Οι διακρίσεις που έχει πάρει είναι το «Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, το «Ειδικό Βραβείο βιβλιοπωλείων Public» και το ”Βραβείο του περιοδικού Κλεψύδρα». Φαίνεται πως εάν γράφεις με την λογική του «Κόσμος χειροπιαστός του χώματος», όπως γράφει ο ίδιος, οι επίσημοι φορείς σε αποφεύγουν.

Εάν ψάχνετε να διαβάσετε ένα σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα που να επικοινωνεί κατευθείαν με τις σημαντικές στιγμές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, διαβάστε τις «Ρετσίνες του βασιλιά» ή κάποιο άλλο από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του. Θα ανακαλύψετε τον πιο σημαντικό Έλληνα λογοτέχνη της εποχής μας, αν δεν τον έχετε ανακαλύψει ήδη.

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου