To φθινόπωρο φυσούσε όλα τα κιτρινισμένα φύλλα του μέσα στην αυλή της Νιόνιας. Τα φύλλα έγλειφαν το κατώφλι της κι αυτή έπαιρνε τη σκούπα και τα ’μπαζε μέσα, γιατί τα φύλλα είναι ευλογία, όπως έλεγε, και τι άχαρος θα ’ταν ο κόσμος χωρίς τα φύλλα... Νέα ήταν ακόμα όταν χήρεψε κι έμεινε μονάχη με έξι παιδιά. Αλλά τα αστεία αστεία, τόσο που οι γειτόνισσες έψαχναν να βρουν πού έβρισκε το κέφι. Καθώς δυσκολεύονταν να εξηγήσουν πώς μια χήρα με έξι ορφανά και κανένα πόρο ζωής είχε το καλαμπούρι στο στόμα, κατέληγαν πως σίγουρα τη βοηθούσε ο κύριος Κ., ξάδελφος του μακαρίτη του άντρα της, που ’ταν ευκατάστατος. Και μπράβο του τ’ ανθρώπου που τη βοηθάει τη δόλια, λέγανε αναμεταξύ τους, ικανοποιημένες που ’βρισκαν απάντηση για την αλλόκοτη αισιοδοξία της Νιόνιας.

Όμως εκείνη ούτε που το ’χε διανοηθεί να ζητήσει βοήθεια. Τη στιγμή που όλοι μεμψιμοιρούσαν για τα βάσανά τους, για τη Νιόνια η ζωή ήταν χαρά και πανηγύρι, λες κι έβλεπε τον κόσμο μέσα από έναν καθρέφτη γυρισμένο ανάποδα. Έβαζε ένα αυγό στη μέση του τραπεζιού, το ’κοβε διά έξι, το ανακάτευε με λίγο ζουμί που ψιλοθύμιζε σούπα, και παρέθετε γεύμα στα τέκνα της. Η ίδια την έβγαζε πότε με χαρούπια πότε με ξερό ψωμί. Τις Κυριακές ο παπάς τής έδινε εφτά αντίδωρα κι εξασφάλιζε μεσημεριανό. Είχε μαζέψει κι ένα σκυλί που δεν το ’θελε κανένας γιατί είχε ψύλλους. Το ’χε βαφτίσει Φολ, μια έμπνευση της στιγμής που κι η ίδια δεν είχε καταλάβει πώς της είχε έρθει. Τον πήγαινε βόλτα μ’ ένα τριμμένο σχοινί που ’χε περασμένο στο λαιμό του. Οι γείτονες τον φώναζαν άλλοτε κοπρίτη άλλοτε μάτσο κόκαλα κι άμα τους έμενε κανένα αποφάγι, του το πετούσαν και τον κάνανε χάζι. 

Ο Φολ είχε μάθει να της φέρνει τα φύλλα. Τα ’σπρωχνε με το μουσούδι του μπροστά στα πόδια της κι εκείνη τα ’παιρνε στις χούφτες της και τα μύριζε, αυτές τις μικρές ξεραμένες φθορές του χρόνου που τη συγκινούσαν.

Έτσι τη βρήκε ο κύριος Κ. όταν την επισκέφτηκε κείνο το πρωινό κι είδε τους σωρούς των φύλλων να κατακλύζουν το σαράβαλο που ’χε για σαλόνι. Κατάπιε την έκπληξή του και της ζήτησε να τον ακολουθήσει σ’ ένα αρχοντόσπιτο στο κέντρο του Ληξουρίου. Αφού την ξενάγησε σ’ όλους τους χώρους, της πρότεινε να της το παραχωρήσει. Γιατί, μάτια μου; απόρησε εκείνη. Δεν έχω σπίτι; Ο κύριος Κ. θα ’θελε να της πει πως η παράγκα της δεν λέγεται ακριβώς σπίτι, μα συγκρατήθηκε μην την προσβάλλει. Της είπε πως τουλάχιστον ας πάρει ό,τι επιθυμούσε από κει μέσα, ακόμα και έπιπλα. Θα φρόντιζε αυτός για τη μεταφορά. Η Νιόνια έκλεισε τα μάτια να επεξεργαστεί με το νου της όσα είχε δει. Θαρρώ πως υπάρχει κάτι που θα ’θελα αφού επιμένεις, είπε τελικά. Είδα στο χολ ένα καθρέφτη.

Το αρχοντόσπιτο παραχωρήθηκε στη Φιλαρμονική του Ληξουρίου. Ο κύριος Κ. καταχωρήθηκε στους δωρητές του τόπου κι οι γειτόνισσες μακάριζαν τη χήρα για την τύχη της που ’χε τέτοιο συγγενή.

Τα βράδια που φυσά ο άνεμος κουβαλώντας τη μυρωδιά της θάλασσας απ’ το Πόρτο, η Νιόνια κρατώντας τον Φολ απ’ το σχοινί του, στέκεται έξω απ’ τη Φιλαρμονική κι ακούει τη μουσική.

 

_

γράφει η Ελένη Χριστοφοράτου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!