Select Page

Ο γέρος στο παράθυρο

Ο γέρος στο παράθυρο

 

 

Κάθε εικόνα και μια ξεχωριστή σκέψη.

Αφήστε τις δικές σας σκέψεις ως σχόλιο, ανώνυμα ή επώνυμα, ως απλή πρόταση, ως ποίημα, ως στίχο ακόμα και ως μια μικρή ιστορία.

Μπείτε ξανά, αν θέλετε, για να δείτε τυχόν σχόλια για τις δικές σας σκέψεις ή για να σχολιάσετε τις σκέψεις των άλλων.

 

_

(πηγή εικόνας)

 

Επιμέλεια κειμένου

30 Σχόλια

  1. καραμέλος

    Είναι παράθυρο η ζωή και βλέπει πικραμένος
    την ζήση όλη να περνά και μόνος γερασμένος
    το πως άσπρισαν τα μαλλιά στην όψη ζαρωμένος
    και αυτός σαν το παράθυρο είναι αποσαθρωμένος.

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Όμορφο…

      Απάντηση
    • Ιωάννα Πορτοκάλη

      Αχ να ένα όμορφο ζευγαράκι καθισμένο στο παγκάκι. Τρώνε και παγωτό… Μμμμμ να είχα ένα τώρα… Καλέ γιατί έκατσαν σε αυτό; Αυτό κουνιέται πια φαγωμένο από την αλμύρα. Εκεί έκατσα εχθές και το κατάλαβα ότι όπου να ‘ναι θα σωριαστεί. Ο νεαρός της χαϊδεύει τα μαλλιά, την αγκαλιάζει από τους ώμους μα…. Ένα λεπτό! Η κοπέλα δεν θέλει; Τραβιέται από την αγκαλιά του και φαίνεται θυμωμένη. Εκείνος όλο και πιο κοντά της έρχεται αλλά εκείνη του φωνάζει. Αχ και δεν ακούω και τι λένε… Ωχ ωχ ωχ! Η κοπέλα σηκώνει το κυπελάκι της ψηλά, πάνω από το κεφάλι του νεαρού και ααααααχαχαχαχαχα!!! Τον έλουσε με το παγωτό!!! Σηκώθηκε και τινάζοντας το μαλλί της με ύφος γεμάτο απαξίωση τον παράτησε εκεί. Κόκκαλο ο μάγκας χαχαχαχαχα!!!

      Απάντηση
  2. Triantafyllou Roula

    Πέρασε όνειρο η ζωή
    Αναπολώ και νοσταλγώ
    τα περασμένα -χρόνια-
    Μόνο εικόνες -χαλάσματα –
    Περνούν
    απ” το παράθυρο το ρημαγμένο

    Απάντηση
  3. Γ. Καραχρήστος

    Η ζωή που πέρασε και περνά μέσα απ’ τα μάτια του

    Απάντηση
  4. Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

    Πίσω μου μια ζωή που έφυγε. Που κύλησε σαν το νερό. Μπροστά μου μια ζωή που κελαρύζει γάργαρη, που όμως πια δεν μου ανήκει, παρά μονάχα ένα μικρό κομμάτι της, όμοιο λες στον όγκο, με ένα ακόμη ποτήρι νερό.
    Ξεδίψασα τις δίψες μου και χάνομαι στις τρομερές μου αναμνήσεις προτού αδειάσει και αυτό το τελευταίο μου ποτήρι.
    Καλά τόκανα; Άσχημα τόκανα; Γεμάτος πάντως νιώθω από τα σωστά κι από τα λάθη, κι ας ήταν να προσφέρω όλα αυτά σε κάποιον ατόφια δίχως παγαποντιές. Μ’ αγάπη, σύνεση κι όση ζωντάνια μου αναλογεί από τα περασμένα .
    Καλημέρα, άλλη μια μέρα.

    Απάντηση
  5. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Άραγε θά ‘ρθεις σήμερα, γιε μου;
    Ξέρω… είμαι γέρος… δεν ειμαι κι η καλύτερη παρέα…
    Κι εσύ έχεις τόσα πολλά και τόσο σημαντικά κι ενδιαφέροντα να κάνεις…
    Αλλά να -νιώθω πολύ μόνος… κι εσύ έχεις πολύ καιρό να φανείς…
    Έφυγε κι η μάνα σου… ρήμαξα, κουράστηκα… θέλω να πάω να τη βρω.
    Αλλά, πριν φύγω, θέλω να σε δω για στερνή φορά… να γλυκάνει η ψυχή μου…
    Άραγε θά ‘ρθεις σήμερα;

    Απάντηση
  6. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Εκ μέρους της Σωτηρίας Κυρμανίδου

    Θάφτηκε το Σήμερα στη χλωμαδα της ανθρωπιάς. ….
    Τα μάτια σε αναζητούν εντός, εκτός.
    Μα εσύ αργείς.
    Αδημονω για το αύριο.
    Στο κελί της ψυχής μου λαμψε! !!

    Απάντηση
  7. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Εκ μέρους της Μαρίας Λεμεσού

    Γερτά παραθυρόφυλλα η ζωή του
    Γερνά και ξεφυλλίζεται ,
    σαν παλιά σημείωση,σε εφηβικό ημερολόγιο
    Συλλογίζεται τ απογεύματα το κεχριμπάρι των ματιών,της πρώτης του αγάπης
    Σήμερα θα ρθει;
    Κρατά το πηγούνι του, όπως κρατούσε την αγάπη του για κείνην
    Κάτω από τις γραμμές στο πρόσωπο του είναι ακόμα το ίδιο ποτάμι,της αγάπης
    Μην ξεχάσει να κρεμμάσει κι απόψε το φαναράκι,να της φέγγει
    Το καντήλι της,το άναψε το πρωί,όπως πάντα
    Κουράστηκε να περιμένει
    Ας έρθει σήμερα,ας έρθει….

    Απάντηση
  8. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Εκ μέρους της Τόνιας Βασιλάκη

    Αλύπητος, πάντα νικητής ο χρόνος…
    Ας μπορούσα να σε κάνω σύμμαχο,
    Να ξαναζούσα έστω για λίγο, στιγμές από τα νιάτα μου…
    Να βγω, να περπατήσω, να τρέξω, να παίξω, να ονειρευτώ…
    Ομως σε ευχαριστώ, για τις γλυκιές και όμορφες στιγμές που μου χάρισες…..

    Απάντηση
  9. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Εκ μέρους του Γιώργου Γκαβόπουλου

    Ο πρωτος μου ερωτας, ομορφη, ναζιαρα, δεν αρνιοταν ποτε να με αγκαλιασει και να με οδηγησει σε επιγειους παραδεισους.
    Ε, σαν γυναικα, πολλες φορες πεισμωνε, θυμωνε και δεν παλευοταν και προσπαθουσα να παω με τα νερα της.
    Την λενε θαλασσα.
    Τωρα ομως που γερασα, με εχει απαρνηθει και αγκαλιαζει αλλους εραστες νεους.
    Και εγω την κοιταζω με ζηλεια και η ζωη μου δεν εχει πια νοημα…….

    Απάντηση
  10. Μάχη Τζουγανάκη

    Αχ βρε Μαγδαληνή. Αν ήσουν εδώ σε τούτο το παραθύρι δίπλα μου όπως άλλοτε, θα γελάγαμε με τούτο το μπόμπιρα που ξερογλείφει το παγωτό του στο πάρκο μας. Θα μου ‘πιανες το μπράτσο και θα μου’λεγες “Κοίτα τον, με αμάνικο φανελάκι είναι, κι εσύ γέρο μου θα βγάλεις τη μπέμπελη με τούτο το σακάκι”.

    Τώρα το φορώ για να μυρίζω το χέρι σου. Να, σε τούτο το σημείο λίγο πιο πάνω από τον αγκώνα, ακούμπησες για τελευταία φορά τα χιονισμένα σου μαλλιά… Ίσα που πρόλαβα να σου πω να με περιμένεις εκεί που θα πας με το άσπρο σου το φόρεμα το γυαλιστερό που σου φόρεσα ευλαβικά για να σε χαιρετήσω…

    Αχ αυτά τα μαλλιά που πέρασαν από όλα τα χρώματα για να μου “αρέσεις” …έτσι μου έλεγες γελώντας κάθε που γύριζες από το κομμωτήριο… Μα ήξερες καλά πως όταν μπλεκόταν το χέρι μου ανάμεσά τους στο σκοτάδι ήταν η μόνη φωλιά που ζητούσα στα ανήσυχα βράδια μου και στις μέρες χωρίς δίφραγκα στο παντελόνι…

    Κοίτα τον μωρέ πως πασαλείφτηκε! Γούστο έχει ο μικρός και η μάνα του που τρέχει ξοπίσω να τον σκουπίσει… Σαν τον γιο μας. Μου’ πε και εκείνος να με πάρει από εδώ. Μα εγώ καρδιά μου δεν το αφήνω τούτο το παράθυρο. Σε τούτο εδώ έβγαινες αναψοκοκκινισμένη σαν σου ‘κανα τις καντάδες και γινόταν πυρ και μανία ο πατέρας σου. Σε τούτο εδώ βγήκα και φώναζα σαν τρελός σαν μάθαμε πως είσαι έγκυος. Σε τούτο εδώ, σε πήρα αγκαλιά πριν πάμε στο νοσοκομείο και σου’πα πως θα περάσει κι αυτό…

    Μα δεν πέρασε. Συμπάθα με που θυμώνω το γιο μας. Μα θα μείνω εδώ μέχρι να συναντηθούμε πάλι. Θα σε φέρω πάλι εδώ αόρατη και ορατή σε μένα να σου κάνω εκείνες τις καντάδες, να ανθίζουν τα γιασεμιά, να μυρίζουν από την αγάπη μας…

    Απάντηση
  11. Ρένα Γέρου

    Κι αν εφτασα ως εδω…. ………. ακόμα νιώθω παιδί μεσα μου! Κι ο κόσμος κυλά , θαρρείς πιο γρήγορα τώρα.

    Απάντηση
  12. Ρίτα Μενεξίδου

    Υπέροχες εικόνες! Ζεστές σκέψεις!

    Απάντηση
  13. Ρίτα Μενεξίδου

    Τα μαλλιά του άσπρισαν. Το βλέμμα του θόλωσε. Τα κόκαλά του πονάνε σε κάθε του κίνηση.
    Η μοναξιά ραγίζει την ψυχή του. Το μόνο που του θυμίζει ακόμη πως είναι ζωντανός, είναι αυτή η χαραμάδα φως που μπαίνει από το σπασμένο παντζούρι.
    Αλλά είναι τόσο δυνατό αυτό το άτιμο το φως… Ξυπνάει μνήμες… Ενεργοποιεί μηχανισμούς… Κι όλες οι θύμησες περνάνε μπροστά σου με τέτοια ταχύτητα… Σαν από χαλασμένη μηχανή προβολής.
    Τόσο λίγο, τόσο γρήγορα… Αχ, ρε, ζωή… Είσαι τόσο γλυκιά…

    Απάντηση
  14. Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά

    Κι όμως έρχεται η στιγμή που επιλέγεις τη μοναξιά για να μην εκτεθείς άλλο σε εκείνους που σε ήξεραν ως ακμαίο,ικανό για τα πάντα!Μένεις όρθιος πίσω απ’ το καφασωτό παράθυρο και σαν να κρύβεσαι ,θέλεις να βλέπεις, μα να μη σε βλέπουν.Έτσι θα μετρήσεις τη ζωή με το πήγαιν’έλα του κοσμάκη ,που οδεύοντας σε παράλληλες γραμμές κλείνει το ρήμα “τρέχω”.Αυτή είναι η ζωή .Τώρα αν αυτή τη στάση την πεις περισυλλογή για να δικαιολογήσεις την ανημποριά σου ,είναι μια κάποια απάντηση στις απορίες μου.Εγώ όμως σκέφτομαι τον εαυτό μου, χάρη σε σένα!Μπορώ να βγω από τον ιδιωτικό μου χώρο ,να κατεβώ τα τριάντα σκαλιά ,να βγω στον κόσμο, κι όμως επιλέγω να παίξω με τις οθόνες μου,του κινητού ,του υπολογιστή,της τηλεόρασης και για τρεις ώρες να μην αρθρώσω λέξη.Σε τι διαφέρουμε λοιπόν !Αν εσύ χάνεσαι από τον κόσμο,αναγκαστικά,εγώ γιατί εγκλωβίζομαι παραδίδοντας τα πάντα στο μηδέν!

    Απάντηση
  15. Mαρία Παπαπαναγιώτου

    Ο γέρος στο παράθυρο κοιτάζει και θυμάται,
    τι έχει μέσα στην καρδιά όμως μην τα ρωτάτε.
    Ο νους πίκρες και βάσανα σ΄εκείνον θα θυμίσει,
    που μια αγάπη δυνατή κάποτε είχε ζήσει.

    Τώρα μονάχος κι έρημος σκέφτεται συλλογάται,
    μα σαν τα μάτια σφαλιστούν εκείνος δεν κοιμάται.
    Γιατί εκείνη δίπλα του στη σκέψη περιμένει,
    είναι μια σπίθα στην καρδιά για πάντα αναμμένη.

    Τα μάτια του δακρύζουνε για όλα αυτά που φύγαν,
    γεράματα κι ανημποριά αυτά μονάχα μείναν.
    Από πού να κρατηθεί και πώς να συνεχίσει,
    αφού μονάχος έμεινε μες της ζωής τη δύση;

    Απάντηση
  16. Γιώτα Μάρκου

    Και κοιτάζει ξανά και ξανά έξω από το παράθυρο, μα δεν βλέπει ποτέ κανέναν. Του αρέσει να κάθεται και να ακούει τα βήματα να πάνε και να έρχονται και να νιώθει ανθρώπους να ταξιδεύουν.
    Αν και ποτέ δεν μιλούσε γι΄αυτό, πάντα περίμενε να ακούσει δύο παπούτσια ν’ ανεβαίνουν τις σκάλες και δύο χέρια να τον αγκαλιάσουν και να του πουν: “Στο ‘χα πει πως θα έρθω κάποια μέρα.”
    “Να βάλω καφέ;”
    Και ταρακούνησε το κεφάλι του για να συνέλθει. Γιατί κάθε μέρα προσπαθούσε να θάψει τις αναμνήσεις που τον ρήμαζαν και να κάψει τις σκέψεις που έκανε.

    Απάντηση
  17. Fofi Walter-Kyrlidou

    Γιαυτη την σημαια ανεβηκαμε τοτε στο βουνο…βλεπω απο κατω τον σημαιοφορο να την κραταει με καμαρι και ανατριχιαζω…ας ειναι καλα το παλικαρι…ποσο ημουνα τοτε…κοντα στα δεκαξη οταν καβαλησα με τον Αλεκο το φορτηγο και πηγαμε να γραφτουμε στην ΕΠΟΝ.Δεν θα το εσκαγα απο το σπιτι,εμεις στο κατω κατω δεν περνουσαμε και τοσο ασχημα την Κατοχη,αλλα οταν ειδα το Αρμενακι να σερνεται στο χωμα με τουμπανιασμενη κοιλια ψιθυριζοντας ΠΕΙΝΑΩ,ΠΕΙΝΑΩ,κατι θεριεψε μεσα μου.
    Κοντα στο χιλιομετρο 51,πεντε μηνες μετα,εβαλλα το περιστροφο στο κουτελο και να φυτεψω στο κεφαλι μου μια σφαιρα…ημουν περικυκλωμενος και ως αντιστασιακος,θα πηγαινα κατευθειαν στις υπογες των Ες Ες…Αχχχ μνημη της νιοτης που εφυγες και που να σε θωρησω…και μετα σου λενε να μην κανουν αλλες μαθητικες παρελασεις…

    Απάντηση
  18. Άννα Μαρία Ζαγοριανού

    Ένας γεράκος τρεμάμενος , στο παράθυρο κάθεται, εκεί…
    Ο χρόνος στυγνός , τους ώμους του κυρτώνει.
    Ασήμι στάζουν τα χρόνια στα μαλλιά
    Στάλα-στάλα το δάκρυ, το μάγουλο αυλακώνει.
    Μην το θωρείτε το φαγωμένο απ’ το χρόνο κορμί.
    Ήταν περήφανο σκαρί ,
    σα διέσχιζε τις θάλασσες της ζήσης, μ’ ορμή.
    Μα τώρα… οι τόσες φουρτούνες
    το’ χουν πια τσακίσει…
    μα αυτός καπετάνιος γενναίος ,
    το πλοίο του αναπολεί…

    Τσακισμένα καράβια τα γέρικα κορμιά…
    συντρίμμια από ναυάγια που ξέβρασε η ζωή
    σε κάποια ρότα τους στερνή!

    Απάντηση
  19. marimar

    Μπαίνω στο δωμάτιο και τον βρίσκω να χαζεύει από το παράθυρο, τα παιδιά που παίζουν στην αυλή του σχολείου.
    Έλα Γιώργο μου μέσα, κάνει ψύχρα εκεί …. Γυρίζει αργά προς το μέρος μου κρατώντας το Πι του και τον βοηθώ να καθίσει στην πολυθρόνα του.
    Ήρθες Μάρω μου; Ναι Γωγούλη μου του λέω και με χαϊδεύει στο μπράτσο και όπως είμαι σκυμμένη να τον τακτοποιήσω, τεντώνεται να με φιλήσει. Του δίνω το μάγουλο μου και κάνω ν’ απομακρυνθώ…. και το άλλο μου λέει.
    Τον αφήνω για λίγο, για να του φέρω τον δίσκο με το μεσημεριανό του. Μπαίνοντας στο δωμάτιο μου χαμογελάει όλος χαρά. Θα φάμε τώρα του λέω. Ναι, μου λέει κοιτάζοντας λαίμαργα προς τον δίσκο. Ένα λεπτά να στα τακτοποιήσω ….. Μου πιάνει το χέρι ξανά ….
    Ποια είσαι εσύ …… Μάρω μου;

    Πριν 39 χρόνια, μου είπες: …… θα σε λέω Μάρω …. σου αρέσει;;;;

    Απάντηση
  20. marimar

    Εκ μέρους της Rena Konou:

    “Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος…μικραίνει ο κόσμος του…”

    Απάντηση
  21. Αθηνά Μαραβέγια

    Πόσα χρόνια… Πόσα όνειρα… Πόσοι αγώνες…
    Και κατάφερες να «γεράσεις».
    Χαρές και λύπες, δώρα και απαξιώσεις, γέλια και δάκρυα, επιτεύξεις και απογοητεύσεις, αγάπες και μνήμες, λησμονιές και θύμησες,
    όλα εναλλάσσονταν όπως η ώρα τη μέρα, η μέρα τη νύχτα, η βδομάδα τον μήνα, ο μήνας τον χρόνο κι ο χρόνος τα χρόνια…
    Και τώρα στέκεσαι εκεί, στο ξεχαρβαλωμένο, για τους άλλους, παράθυρο, μα για σέ-να κρύβει από όλους το κονάκι σου, τη ζωή σου, τον πόνο και την πίκρα σου. Πού πήγαν όλοι και σ’ αφήσανε μόνο; Πού πήγε η πατρογονική σου οικογένεια; Και η άλλη, που με τόσο πόνο και αίμα έστησες; Πού πήγαν τα παιδιά, που τα κρατούσες από το χέρι, το πνευματικό και μοναδικό εκείνο χέρι σου και με τα οποία περνοδιάβαινες τη ζωή με τη σοφία που κρύβουν τα νιάτα; Πού πήγαν όλοι εκείνοι που τους χάρισες απλόχερα τη φιλία σου; Πού είναι όλοι όσοι «ευεργετήθηκαν» από τη δοτικότητά σου;
    Όλα αυτά τα έχεις κλειδαμπαρώσει μέσα στην καμαρούλα σου, την φτωχική για τους άλλους, μα τόσο πλούσια για σένα. Γεμάτη φωτογραφίες, γράμματα, αφιερώσεις, βιβλία και πάλι βιβλία, χαρτιά χειρόγραφα τακτοποιημένα σε φακέλους, καθένας με τη θεματολογία του, τακτοποιημένοι στο σεντούκι που χάσκει ορθάνοιχτο, έτοιμο να δεχθεί τα νέα σου γραφήματα, τις τόσο πολύτιμες σκέψεις σου για το πριν, το σήμερα, το αύριο. Λέξεις που παίρνουν σάρκα και οστά, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές. Κι όλα αυτά πίσω από τούτο το παράθυρο…
    Το σκηνικό συμπληρώνει ένα κρεβάτι, ένα μικρό τραπέζι με δυο ξύλινες καρέκλες, την πολυθρόνα σου, μια μικρή κουζίνα κι ένα μικρό ψυγείο, ένα μικρό διάδρομο και μια μικρή τουαλέτα. Όλα μικρά, πεντακάθαρα και τακτοποιημένα. Ακόμη και οι ντενεκέδες που φιλοξενούν τους βασιλικούς σου. Και από πίσω η, επίσης, μικρή αυλή που βλέπει στη θάλασσα. Κι εκεί έχεις φυτέψει με τα δικά σου χέρια τις βελούδινες κόκκινες, σαν αίμα, τριανταφυλλιές με το μεθυστικό τους άρωμα και τον κήπο με τα «απαραίτητα» για τη «επαρκή» διατροφή σου… Κάπου εκεί, στη μέση, σχεδόν, στέκεται μια γηραλέα ελιά για «το λαδάκι» σου, όπως λες χρόνια τώρα. Κι ένα ξύλινο τραπέζι με δύο πάνινες πολυθρόνες, για ν’ αγναντεύεις τη θάλασσα, μήπως και σου φέρει κάποιον ή κάποια να μοιραστείς τις σκέψεις, την αγάπη, τον έρωτά σου για την ίδια τη ζωή…
    Κρατήσου, γέρο μου, κρατήσου, αγαπημένε μου Δάσκαλε. Όπου να ’ναι φτάνω, να σου φιλήσω τα χέρια, να σου αφιερώσω το βραβείο μου, να σου αφιερώσω όλα όσα εσύ τόσο απλόχερα μου χάρισες!!! Κρατήσου κι έφτασα…

    Απάντηση
  22. Mαριάνθη Πλειώνη

    Να…η ζωή μου είναι που περνά απ΄το παράθυρο μπροστά κι από ψηλά τη βλέπω. Τα λάθη μου και τα σωστά ,μπορώ πια καθαρά να ξεχωρίσω. Να προλάβω θέλω. Να συγχωρήσω, να ευχηθώ και για όσα δεν έκανα ,το χρόνο φταίχτη να ορίσω.

    Απάντηση
  23. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    Από την Ελευθερία Σπυροπούλου

    “Πέρασαν τα χρόνια!!
    Πόσες φορές,καθισμένος σε αυτό εδώ το παράθυρο,δεν είδα πολλά από όσα πέρασαν από μπροστά μου!
    Ξέρετε…αυτά που οι νέοι κοιτούν,αλλά δε βλέπουν!
    Όμως όχι!!!
    Θα ρουφήξω την κάθε στιγμή!Θα δω ότι περάσει από μπροστά μου!
    Θα δω όλα αυτά που κάποτε απλά κοίταξα και που τα μάτια της νιότης,δε με άφησαν να δω..
    Όσο είναι ακόμα καιρός…”

    Απάντηση
  24. Δημητρης Σταμπουλιδης

    Ο μικρός Γιωργάκης, ο Γιώργος, ο κύριος Γιώργος, ο μπάρμπα Γιώργος.

    Από παιδί στο ίδιο σπίτι, στην ίδια πόλη, στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο παράθυρο.

    Ακόμα και οι πέτρες και τα παραθυρόφυλλα γερνούν μαζί του. αυτό το παράθυρο είναι γι αυτόν τον άντρα η ματιά του στο κόσμο.
    Τώρα; Τώρα στο τέλος της διαδρομής κάθεται και αναπολεί.

    Κάθεται στο παράθυρο και κάνει τον απολογισμό του. Μη σας ξεγελάει η μελαγχολία του. Δεν ήταν πάντα έτσι αυτό το πρόσωπο.

    Κάθεται στο παράθυρο και βλέπει τη ζωή του σε ταινία.

    Θυμάται τη μάνα του που έφευγε να πάει στο φούρνο για να πάρει ψωμί ή να ψήσει το φαγητό. Εκείνες τις εποχές δεν υπήρχαν κουζίνες. Μόνο μια ξυλόσομπα στο σπίτι για το χειμώνα, και ένας αυτοσχέδιος φούρνος στην αυλή . Θυμάται λοιπόν τη μάνα του που τον άφηνε μέσα και του έλεγε, «Γιωργάκη μη φοβάσαι, δε θα λείψω πολύ.

    Πάω μέχρι το φούρνο. Να, κοίτα; Κάτσε εδώ στο παράθυρο και κοίτα το δρόμο, που θα πάω και που θα γυρίσω».
    Καθόταν ο Γιωργάκης και κοιτούσε με λαχτάρα το δρόμο. Καμιά φορά έπιανε τη κουβέντα η μάνα του στο φούρνο, με γειτόνισσες κι εκείνος ανησυχούσε. Έβαζε ένα καφάσι και ανέβαινε για να βλέπει πιο ξεκούραστα. Όταν έβλεπε τη μάνα με το ταψί ή με το ψωμί ξεκινούσε τα παλαμάκια..

    Μοναχοπαίδι είχε μείνει ο Γιωργάκης, με δύο αποβολές η μάνα του και με ένα παιδί νεκρό στη κατοχή.

    Έφηβος προσπάθησε να πετάξει ν’ ανοίξει τα φτερά του, όμως ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασε να βάλει στην άκρη τα όνειρα του. Ήταν η μάνα του τώρα που καθόταν στο παράθυρο να περιμένει τον Γιώργο, να γυρίσει από τη δουλειά.
    Μεγάλωσε κι έκανε οικογένεια ο κύριος Γιώργος. Εκεί στο παράθυρο τις Κυριακές να βλέπει τα παιδιά του να παίζουν στη γειτονιά ποδόσφαιρο, μαζί με τα γειτονόπουλα.. Να δίνει οδηγίες σαν προπονητής και στο τέλος να μαζεύονται όλα τα παιδιά, κι εκείνος να τους πετάει καραμέλες για επιβράβευση.

    Αυτό το παράθυρο, ένας μικρός κόσμος, η δική του προσωπική οπτική. Αυτό το παράθυρο, η δική του κλεψύδρα που μετράει το χρόνο. Ποτέ δεν αλλάχτηκαν τα ξύλα του, και μόνο μια φορά χρειάστηκε να αλλάξει το τζάμι, όταν ο εγγονός του, ο γιος της μικρής του κόρης, έσπασε με τη μπάλα το ήδη ταλαιπωρημένο από το χρόνο τζάμι. Ο κύριος Γιώργος του παράθυρου. Τώρα δεν είναι ούτε παιδί, ούτε νέος, ούτε μεσήλικας, είναι ένας παππούς.

    Δε φώναζε, δε διαμαρτυρόταν, μόνο καλημέριζε συνεχώς. Σαν παρατηρητής χάζευε και είχε μάθει όλο το κόσμο. Ήξερε τι ώρα θα περάσει ο σκουπιδιάρης, τι ώρα θα περάσει το σχολικό, και το βράδυ ένα ξένο αυτοκίνητο την ώρα που θα πάρει την Ελενίτσα τη κόρη της Σωτηρίας που έχει το φροντιστήριο Αγγλικών στον πίσω δρόμο. Αχ.. άδειο το σπίτι τώρα.. Η μάνα του έχει φύγει εδώ και 35 χρόνια., τη γυναίκα του την έχασε κι αυτή.

    Δεν βαρυγκωμάει, δε κλαίγεται. Ο μόνος συνεπής είναι ο ήλιος. Από παιδί άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και τον υποδεχόταν με χαρά. Κι ο ήλιος όμως ποτέ δε του χάλασε το χατίρι. Βλέπει το καντήλι του να σιγόκαιει, κάθεται πάντα εκεί στο παράθυρο και κάνει σκέψεις και ταξιδεύει. Κρατάει το πηγούνι του, όμως κανείς δε μπορεί να προσδιορίσει τι σημαίνει αυτή η στάση. Κάποιος τον άκουσε να λέει για τη γειτονιά που άδειασε από χαμόγελα και παιδικές φωνές. Θυμάται όταν γυρνούσε εκείνος από τη δουλειά, που τον περίμεναν με ανοιχτές αγκαλιές τα παιδιά του για να τους δώσει ότι κουβαλούσε κάθε φορά.

    Τη κόρη του που έλεγε αγκαλιάζοντας τη μέση του καθώς έμπαινε στο σπίτι, «μπαμπά ποτέ δε θα σε αφήσω, ποτέ δε θα φύγω».. και η κόρη του έφυγε και ο γιος του. Όταν πέθανε η γυναίκα του, τα παιδιά του έκατσαν μαζί του ένα μήνα.
    Ένιωσε τύψεις ο μπάρμπα Γιώργος, γιατί ενώ έχασε τη κυρά του, ήταν ένας όμορφος μήνας, με τα δυο ξενιτεμένα παιδιά του μέσα στο σπίτι.

    Το καντήλι καίει, και αρχίζει να κατεβαίνει. Μάλλον τρεμοπαίζει κιόλας. Εκεί στο παράθυρο της χαράς και της μοναξιάς προσπαθεί να φορτώσει μέσα του, όλες τις αναμνήσεις. Δε θέλει να ξεχάσει τίποτα πίσω του, ούτε να αφήσει.
    Ξέρει πως σαν έρθει η ώρα του, (που δε τον φοβίζει), ο χάρος δε θα τολμήσει να μπει από το παράθυρο, σαν κλέφτης και απρόσμενα όπως κάνει με τους περισσότερους.

    Θα μπει από τη πόρτα και θα σκουπίσει και τα πόδια.

    Το παράθυρο είναι το Γιωργάκη, του Γιώργου, του Κύριου Γιώργου, του Μπάρμπα Γιώργου. Ακόμα και ο θεός του το χρωστάει. Να μείνει αμόλυντο και πεντακάθαρο γεμάτο ζωή το παράθυρο.

    Αν κάποιος θελήσει να κατοικήσει στη πορεία μέσα σε αυτό το σπίτι, ο μπάρμπα Γιώργος έχει αφήσει μια οδηγία μέσα στη διαθήκη του. « Το παράθυρο μη το γκρεμίσετε, τα παραθυρόφυλλα μη τα πετάξετε.

    Έχω κρύψει ένα κουτί στην αυλή στη ρίζα της συκιάς. Εκεί μέσα έχω τα δάκρυα μου. Δάκρυα χαράς πόνου, απελπισίας, έρωτα. απόγνωσης. Με αυτά να βερνικώσετε το παράθυρο μου.

    Δε θα το πειράξει ο χρόνος δε θα πάθει τίποτα. Με αυτό τον τρόπο θα συνεχίσω να ζω και να βλέπω. Ίσως να είναι ευλογία ίσως και μαρτύριο. Όμως δε μπορείτε να φανταστείτε πως είναι να κοιτάς συνεχώς, δίχως να κλείσεις τα μάτια σε τίποτα!».

    Απάντηση
  25. Katerina Tsikouraki

    Οι νύχτες όλο και πιο συχνά θα πλησιάζουν,
    δεν προλαβαίνεις να ζήσεις το χάραμα
    Οι μέρες περνούν συνήθως με την βροχή,
    η ξαστεριά σπάνιο φαινόμενο στης ζωής το θέαμα
    Θα μετρήσω ξανά τα σπασμένα
    Οι απουσίες δίπλα μου περνάνε συνεχώς
    Κοιτάω πάλι τα ξεθωριασμένα,
    μα μένω εδώ στο παράθυρο ήσυχος

    Απάντηση
  26. Απόστολος Γιαννακούλας

    Αυτοκριτικά!

    Με τα μικρά γελιόμαστε,
    στο τίποτε χανόμαστε!
    Φεύγει η ζωή και πάει …

    Έναν καιρό πραμάτεια μου πρώτη ήταν η σφριγηλότητα του κορμιού μου. Ακολουθούσε η φρεσκάδα της ματιάς μου. Αγαπούσα όσους γοήτευα, τους ένιωθα δικούς μου, τους θαύμαζα που με κολάκευαν! Αγάπες της νεότερης νιότης μου, της πρώτης ζωής μου, κολακευτικές και κολακεμένες. Για τους άλλους δε μ’ ένοιαζε, τους βόλευε η αλαζονεία της νεότατης άγνοιάς μου.

    Όσο μεγαλώνω -όσο “ωριμάζω” έχω ακούσει ότι προτιμούν να το λένε άλλοι που, όπως φαίνεται, δεν έχουν δει σύκα παραωριμασμένα, βάρος πολυκαιρισμένα άχρηστο, να κρέμονται σταφιδιασμένα απ’ το δέντρο αδειασμένα απ’ όλους τους χυμούς της νεότητάς τους- όσο, λοιπόν μεγαλώνω και μεγαλώνει κι ο βαθμός συγγενείας μου με τον θάνατο, της νιότης τον αποτυχημένο δάσκαλο, βρίσκω ότι το σώμα μου που μου παρέχει ηδονικές χαρές πρόσκαιρες και περαστικές μου συμπαραστέκεται στον αγώνα μου να γαληνέψω το “εγώ” μέσα μου. Και έτσι αντιλαμβάνομαι τώρα και τις σωματικές ηδονές: σκάλα γίνονται να φτάνω τον εαυτό μου, να γαληνεύω μέσα μου!

    Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι χάνοντας τη σωματικότητα του εαυτού μου -και θέλω να εξαντλήσω τελείως το κορμί μου πριν έρθει η ώρα να παραδοθεί στα σκουλήκια ή στη φωτιά- γυμνώνεται ο κοινωνικός μου εαυτός, μικραίνω και λιγοστεύω ως αντικείμενο κοινωνικής σχέσης! Τι μπορούν οι νεότεροι να διεκδικήσουν απ’ το σώμα ενός υποψήφιου συνταξιούχου που υπόσχεται με απόλυτη βεβαιότητα τη συνείδηση του πόνου; Τίποτε!

    Έναν τρόπο βρίσκω να αντιπαλέψω ετούτη την καθόλα φυσιολογική ανημπόρια: να παρουσιάζω το πνεύμα μου δυνατό και πλούσιο, γοητευτικό σαν το σώμα της νεότητάς μου. Μόνη η αειθαλής αλήθεια πνευματική κι ανθρώπινη μπορεί να υπάρξει άξια λόγου κι ενδιαφέροντος.

    Με τέτοιες σκέψεις λογίζομαι -πράμα που μ’ ενδιαφέρει- σύγχρονος, άνθρωπος του καιρού του. Ετούτη είναι η απόφαση του μόδιστρου που έχει εγκατασταθεί μέσα μου.

    Έχοντας τη συνείδηση ότι ανήκω στον προηγούμενο κόσμο δικαιούμαι να προσφέρω στο σημερινό κι έτσι να λογαριάζομαι μιας κάποιας δημιουργικότητας νέος.

    Καθένας με το δικό του σήμερα!

    Απάντηση
  27. Άννα

    Κι απομεινε να κοιτα αχορταγα το θαύμα της ζωής μέσα από το μισανοιχτο παράθυρο, να συλλογιεται αν ήταν ο ίδιος που περπατησε ως εδώ, δύο δρασκελιες κι άσπρισαν τα νεανικα μαλλιά, δύο βήματα μονάχα κι έφτασε στη δύση… Να ‘ταν πάλι παλικάρι δροσερό κι ας έχανε την ψυχή του… Για πάντα.

    Απάντηση
  28. Mαρία Λεμεσού

    Γερνούν και γέρνουν τα παντζούρια
    Γερνά και γέρνει η ζωή μου
    Κοιτώ το δρόμο και αντανακλά το πρόσωπό μου
    Όταν γερνάς τα πράγματα είναι ο καθρέφτης σου
    αν είσαι τυχερός και ένας δυό άνθρωποι
    Μ.Λεμεσού

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!