Χωρατά γεμίζουν το καπηλειό μαζί με την κάπνα των τσιγάρων. Μια υποψία στέμφυλων πλανάται στο θολωμένο αέρα και τα φώτα του μοιάζουν αδύναμα να λούσουν με φως τις μεθυσμένες σκέψεις. Οι κούπες γεμίζουν κελαρυστά και τα τραπέζια είναι γεμάτα. Ο καθένας κάθεται οπουδήποτε, άλλωστε η μυσταγωγία του κρασιού αμβλύνει τον φόβο. Ο καθένας δεν είναι άγνωστος. Είναι γνωστός. Είναι αδελφός, πατέρας, γιος κάποιου, έχει το ίδιο αίμα με όλους τους άλλους. Ο καθένας που μπαίνει μέσα έχει σταγόνες βροχής στο πρόσωπό του, έξω μάλλον θα βρέχει. Ο καθένας αφήνει ένα απλανές βλέμμα καθώς μπαίνει και ο κάθε θαμώνας τον υποδέχεται με ένα θολωμένο βλέμμα και ένα χαμόγελο. Ακούστηκαν γέλια απροσδιόριστα, ακούστηκαν σκέψεις και κλάματα, ακούστηκαν φόβοι. Ακούστηκε η αποδοχή, το “καλώς όρισες”. Βρέθηκαν όλοι μαζί γιατί μαζί έμαθαν να αντιμετωπίζουν τις καταιγίδες. Η ζέση είναι ολόγυρα, μοιάζει έτοιμη να καταπιεί το άδικο. Ο καθένας δεν φοράει προσωπείο, αφήνει τις ρυτίδες και τα λαβωμένα, δουλεμένα χέρια από τον κάματο να φαίνονται. Η ζωή ολάκερη αφημένη με αυλακιές πάνω τους. Κάθε μία από αυτές και ένα ψέμα που έγινε αλήθεια. Και το ποτήρι του καθένα μια γουλιά για τη γιορτή της νίκης. Μιας νίκης του καθένα ενάντια στον χρόνο.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!