Select Page

Ο Σκύλος, του Δημήτρη Π. Μποσκαΐνου

Ο Σκύλος, του Δημήτρη Π. Μποσκαΐνου

bar_whiskey

«Ο Σκύλος» τόνε φωνάζανε στη γειτονιά, πίσω από την πλάτη του δηλαδής... γιατί αλλιώς, τόνε φοβόντανε. Είχε φάει τα σκυλάδικα με το κουτάλι, βλέπεις. Σε κάθε μαγαζί όλο κι από κάνα δωμάτιο, δυο τουαλέτες, ένα γραφείο… ένα κατιτίς ρε παιδί μου, όσο να πεις, το ’χε χτίσει με τον παρά του. Έσκαγε μύτη στη ρούγα κι έπεφτε τουμπεκί ψιλοκομμένο μέχρι κονίας.

Τέτοια πράματα.

Σκούρο κοστούμι από τα ακριβά, με καθαρό κι ατσαλάκωτο λευκό πουκάμισο. Παπούτσι μαύρο λουστρίνι, καθρέφτης. Πάντα φρεσκοξυρισμένος με τα αρώματά του και την κρεατοελιά δίπλα στη μύτη, παράσημο και δείγμα αρχοντιάς κι αναγνώρισης. Αφέντης.

Μια ζωή με ακριβά ουίσκια, τσιγάρα, πρώτο τραπέζι πίστα και… πουτάνες. Την είχε οργώσει τη Νύχτα όληνε. Με τη μερσεντάρα του την πεντακοσάρα και τις δίμετρες κουκλάρες που τον πλαισίωναν κι αυτές τοις μετρητοίς. Αμέ… πώς;

Εξηντάρισε και μυαλό δεν έβαλε. Ούτε καμιά μόνιμη στο σπίτι να τόνε νοικοκυρέψει μια στάλα. Παιδιά, σκυλιά και λοιπές υποχρεώσεις πώς το θες; Κάποια βαριά κληρονομιά θα ροκάνιζε, λαχείο συντακτών πιστεύανε κάτι άλλοι, κομπίνες και βρόμικα λεφτά της νύχτας... κάτι απ’ όλα αυτά.

Είχε κι άλλα ονόματα. Βρουκόλακα τόνε λέγανε επίσης στα κρυφά γιατί έβγαινε πάντα τη νύχτα. Άλλοι τόνε φωνάζανε «πούστη» όχι ότι κουνιόντανε ποτές, ντροπή, αλλά να, που τόνε ζηλεύανε πως τη βόλευε και τέτοια.

Κάποτε λένε σ’ ένα σκυλάδικο έβαλε και δείρανε μια τραγουδιάρα για δεν ήθελε να κάτσει στο τραπέζι μαζί του... να κάνει το κομμάτι του. Το κορίτσι πρωτόβγαλτο, σιχαινότανε την κονσομασιόν και πιο πολύ κάτι τέτοιους γεροπαραλήδες που ’χανε για μότο το «με τον παρά μου γαμώ και την Κυρά μου».

«Τράβα να γαμήσεις αλλού, ρε μπάρμπα κι άσε μας στη φτώχεια μας», του πέταξε, μόλις άφησε την πορτοφολάρα του τίγκα στο μαρούλι επιδειχτικά πάνω στο τραπέζι με τ’ αριστερό και με το δεξί του έκανε να της πασπατέψει τα μπουτάκια με τρόπο από κάτω.

Τήνε κοίταξε με μάτια που βγάνανε φλόγες... δεν του μιλάει έτσι κανείς του Σκύλου... σκέφτηκε και την έκανε πέρα καθώς πήγε να σηκωθεί. Του πέταξε στη μούρη τα λευκά γαρούφαλλα που της είχε αγοράσει, κι έκαναν βουνό στο τραπέζι. Σκουπίστηκε με την ανάστροφη του χεριού του που φανήκανε οι καδένες και το μαλαματένιο δαχτυλίδι με το κόκκινο σαν αίμα πετράδι. Χτένισε το μουστάκι του με το μικρό νυχάκι που ήτανε σαν της μάγισσας και μισόκλεισε τα μάτια του χαμογελώντας σατανικά.

«Καλάααααααα....»

Δεν ξανάρθε στο μαγαζί. Όχι αυτός, αυτός ήτανε του μαγαζού είπαμε τα ’χε χτίσει. Εκείνη δεν ξαναφάνηκε και οι κακές γλώσσες είπανε πως δεν γινότανε και να ’θελε. Κάτι καλόπαιδα την καρτέρεψαν να βγει από την τρύπα που έμενε η κακομοίρα και την πιάσανε στις γρήγορες. Αφού ξεμάτωσε και σύρθηκε στο δρόμο ο ένας της πέταξε και τα χαιρετίσματα μια φούχτα λευκά γαρούφαλλα, έτσι για τζίφρα...

Μιαν άλλη πάλι, κάποιος χαλβάδιαζε τη γκόμενα που καθότανε αντάμα του. Ε ρε, κλάψανε μανούλες…

«Γιώργη, τόνε βλέπεις κείνονα εκεί τον σβίγκο; Τη λουλού ντε...»

«Μάλιστα».

«Γιώργη, θα τόνε χαλάσω».

«Μη σας περικαλώ, όχι μες στο μαγαζί... ο κόσμος».

«Ο κόσμος ρε εδώ, είμαι εγώ»

«Μα ναι βεβαίως, μα…»

«Μαμάκια... τράβα φέρε μου το πιο ακριβό πιοτό που έχεις... από το καλό».

«Με το μαλακό σας περικαλώ... δεν...»

«Ρε τράβα δουλειά σου... και πού ’σαι... θα του το πας με όλα τα αξεσουάρ και θα του πεις στην υγειά του, του λελέ από τον Σκύλο πες του και φύγε...»

Η γκόμενα έκανε πως δεν άκουγε, μα σφίχτηκε από μέσα της. Ήτανε και κούκλος ο ξανθός που τη μπάνιζε τόση ώρα, κρίμα το παιδί σκέφτηκε και δεν έβγαλε άχνα έκανε πως ακούει το πρόγραμμα...

Ο Σκύλος σήκωσε το επίχρυσο κινητό του, το άνοιξε και το τέντωσε επιδεικτικά, όχι που να το δείξει, μα δεν έβλεπε, αλλά τόνε βόλευε να κάνει και τη φιγούρα του. Για κάτι τέτοια ζούσε...

Πήρε ένα αριθμό και κάτι γουργούρισε.

Σε πέντε λεφτά έφτασε το δεκαοχτάρι, το πιώμα το καλό. Ο νεαρός απόρησε που κάτι του ψιθύρισε ο Μετρ και του ’δειχνε την παρέα του Σκύλου.

«Τι ανώμαλοι», σκέφτηκε, «έχω φάει τη γκόμενά του με τα μάτια κι αυτός κερνάει από τ’ ακριβό; Πάει χάλασε ο κόσμος».

Ο Μετρ σέρβιρε κι ο νεαρός σήκωσε το ποτήρι κλείνοντας το μάτι στη γκόμενα που του ανταπέδωσε νευρικά το νεύμα. Ο Σκύλος μειδίασε πονηρά και βρόμικα.

«Άμα σου πω, θα σηκωθείς», της είπε «κοίτα... αργά για να σε δει, θα του κλείσεις ματιά και θα πας στο μέρος»

«Μα…»

«Μαμούνια, κείνο που σου λέω να κάμεις άμα θες να πας σπίτι όρθια μετά»

Μονόδρομος.

Σε κάνα δεκάλεπτο κάτι ντουλάπες με χέρια και πόδια μπήκανε στο μαγαζί χαζέψανε λίγο δήθεν και τάχα μου και κινήσανε διακριτικώς για τις τουαλέτες.

Με το νόημα του Σκύλου η γκόμενα σηκώθηκε, κατέβασε λίγο το μίνι που ’χε φτάσει στο βρακί της κι έκλεισε το μάτι του μικρού. Μεταβολάρεν και ντουγρού για το μέρος. Ο νεαρός έφεξε σαν πολύφωτο σε σάλα. Σηκώθηκε κι έκανε να πάει στην τουαλέτα γύρω-γύρω για ξεκάρφωμα.

Άνοιξε την πόρτα και την είδε να τον περιμένει απέναντι μπροστά από κάτι νιπτήρες. Με το πρώτο βήμα κάτι χέρια βγήκανε από το πουθενά και τον τραβήξανε με φόρα μέσα. Ο ένας τον έπιασε από πίσω, κεφαλοκλείδωμα και του ’κοψε την ανάσα. Μπλάβιασε ο μαύρος. Άνοιξε το στόμα του να πάρει αναπνοή και του χώσανε μέσα μια πετσέτα. Αυτό γυρεύανε, μην τον ακούνε. Ο δεύτερος κράταγε την πόρτα κι ένας τρίτος άρχισε τις καλές, πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Του ‘σκασε δυο μπουκέτα σίδερο, ένα σε κάθε μάτι.

«Αυτά για να κοιτάς εκεί που δεν πρέπει, μορφονιέ», του είπε.

Ίσα που τον άκουσε. Εκεί που έκανε να του ’ρθει λιγοθυμιά τόνε ξύπνησε πόνος κοφτός κι αβάσταχτος σαν να το νε σφάζουνε. Ο ψηλός του ‘σπασε και τα δυο πόδια στα γόνατα με πατητές.

«Κι αυτά για να πηγαίνεις εκεί πού δεν πρέπει, μόρτη».

Γεμάτο αίματα, μύξες και δάκρυα τόνε σούρανε σε μια καμπίνα, του ακουμπήσανε το κεφάλι στη χέστρα και κλείσανε καλά την πόρτα.

Φύγανε σαν κύριοι από το μαγαζί κάνοντας ένα θετικό νεύμα στον Σκύλο που έπινε χαμογελώντας. Η γκόμενα έκατσε δίπλα του λίγο σφιγμένη κι εκείνος άπλωσε τη χερούκλα του και της χάιδεψε τα μπούτια.

«Απόψε είμαι για πάρτη μου, μικρό, αρκετά κάντηνα».

«Ε;»

«Ζου,  δε θα μάθουμε την αλφαβήτα σήμερις. Κάντηνα, τέλος λέμε...»

Σηκώθηκε πήρε το τσαντάκι και το πανωφόρι της κι έφυγε όπως - όπως. Μπουχός έγινε. Λίγο έλειψε να μετρήσει τα σκαλιά στην έξοδο με το κεφάλι.

Ο Σκύλος φώναξε τον Μετρ και ζήτησε μια μπουκάλα Τζώνυ Γουόκερ, το Μπλε, από ’κείνο που άκουσε πως είναι τ’ ακριβότερο, κάπου.

Βάλθηκε να το τελειώσει μοναχός του. Στο τασάκι μπροστά του τα τσιγάρα πεθαίνανε τόνα μετά το άλλο, θα του αλλάξανε και τριάντα φορές τασάκι εκείνο το βράδυ.

Γιόμισε η κεφάλα του και τόνε πήρε από κάτω. Ήπιε και κάπνισε ένα σκασμό κι έκανε να σηκωθεί να φύγει λίγο πριν τελειώσει το πρόγραμμα.

Συννέφιασε....

«Έλα δω ρε», φώναξε του Μετρ κι έβγαλε την πορτοφολάρα από το σακάκι του.

«Πάρε δω για τη ζημιά, όληνε και κέρνα κι όλο το μαγαζί, έτσι για την ψυχούλα της μάνας του Σκύλου πες τους ρε τους σκατόψυχους»

Δεν είχε κάτι άλλο για ιερό από την μάνα του που ’φυγε με τον καημό για το καζάντι του γιου της κι ας του το ’κρυβε. Ακόμα κι αυτή τόνε φοβότανε.

«Δεν είναι καλό παιδί, έμοιασε του Σώτου, του πατέρα του», τόλμησε να ξεστομίσει κάποτε στην αδελφή της, αυτό μονάχα.

Άδειασε ό,τι είχε μέσα στο πορτοφόλι χωρίς να μετρήσει κι έκανε να φύγει.

«Να καλέσω ταξί;», τόνε πρόλαβε στην πόρτα ο Μετρ, αναψοκοκκινισμένος από το γενναίο πουρμπουάρ.

«Όχι ρε Γιώργη, θα περπατήσω απόψε», είπε και μισομάσησε ένα ευχαριστώ. Λέξη δύσκολη δεν την γούσταρε ο στόμας του.

Περπάτησε χωρίς να ξέρει πού πάει, περπάτησε με το μυαλό άδειο και πηγμένο μαζί. Έστριβε τα στενά τόνα μετά το άλλο. Ένας μαύρος γάτος τον είδε ξαφνικά και τρόμαξε ανεβαίνοντας όπως-όπως σε μια μάντρα.

Ήρθε και δεν τόνε βαστάγανε άλλο τα πόδια του.

Βγήκε σ’ έναν κεντρικό, ξεθόλωσε μια στάλα κι άπλωσε το χέρι του να φωνάξει ταξί.

«Ωχ…» έκανε αίφνης κι έχασε τον κόσμο.

Κάτι ζαλίστηκε, κάτι σφίχτηκε, έκανε να πιαστεί από κάπου και στριφογύρισε σα να ρίχνει ζεμπέκικο. Σωριάστηκε καταγής, ένιωσε το παντελόνι του υγρό. Κατουρήθηκε.

Κάτι σκοτεινό του σκέπασε τη θέα κι έπαψε να βλέπει τ’ αυτοκίνητα που σκίζανε με ταχύτητα το δρόμο.

Κάποιος έσβησε τα φώτα.

Σκοτάδια μαύρα.

Έφυγε εκεί, σωριασμένος μες στα λασπόνερα...

Σαν... Σκύλος.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

10 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Απόλαυσα τον τρόπο γραφής, το στυλ σου, τις νυχτερινές εικόνες, ..και ευχαριστήθηκα την κάθαρση στο τέλος…
    Σχεδόν το έβλεπα ταινία….Αριστοτεχνικό σε όλα του Δημήτρη. Σε χαίρομαι!

    Συγχαρητήρια!!!

    Απάντηση
  2. drmakspy

    Προσυπογράφω το σχόλιο της Μάχης. Σε κάθε λέξη… Κείμενο γραμμένο όπως ταιριάζει στην ιστορία δίνει ακριβώς το χρώμα που χρειάζεται… Εικόνες που ξετυλίγονται όντως σαν ταινία σε βαθμό που βλέπεις πράγματα που δεν περιγράφονται καν στο κείμενο αφού το μυαλό ξέρει να συμπληρώνει τα ξεκάθαρα κενά σε μια ακριβή εικόνα… Και φυσικά απόλαυσα το βάφτισμα στα λασπόνερα αν και… ίσως ο άτιμος έφυγε γρήγορα κι ανώδυνα αντί να υποφέρει όπως άλλοι εξαιτίας του….

    Απάντηση
  3. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Γραμμένο με το ύφος και τη ροή που αρμόζει στην περίσταση…ή μάλλον στις περιστάσεις…Όμως θα περίμενε κανείς να είναι μακρόσυρτο το βάσανο στο ”φεύγα του”…έτσι όπως μακρόσυρτα φτύναν τα βρισίδια όσοι υπέφεραν εξ αιτίας του… Πολύ περιγραφικός…. πολύ περιεκτικός ο τρόπος γραφής σου Δημήτρη… !!! Μπράβο!

    Απάντηση
  4. Έλενα Σαλιγκάρα

    Απολαυστικό, περιγραφικό, αληθινό. Μπράβο σας!

    Απάντηση
  5. Γιάννης

    καθότι γαρ να’ ούμε με το “σκύλο” έχει κάτι κοινό ο Αθηνόδωρος με αυτόν, σου βγάζω το καπέλο σε αυτή την ιστορία που λένε συγγραφέα… πολύ ζόρικη, με μαγκιά και τελεσίδικες αποφάσεις… αλλά ας είμαι ευγενικός…. υπέροχη η γραφή σου και λίαν παραστατικότατη…

    συγχαρτήρια…

    Απάντηση
  6. Δημήτρης Π. Μποσκαίνος

    LOVE U ALL

    Απάντηση
  7. Ανώνυμος

    Πραγματικά είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή και η ή περιγραφή σου κ ο τρόπος που το απο τυπώνεις καταπληκτικό. ΣΥΝΈΧΙΣΕ έτσι..Συγχαρητήρια! !!!!

    Απάντηση
  8. Ανώνυμος

    Απ την αρχη π άρχισα να διαβαζω ηθελα να δω τι σημαινε το “ο σκυλος” που ανοιξα κ ειδα με το κινιτο οσο διαβαζα καταλαβαινα σιγα σιγα οτι πρόκειται για καποιον πολυ “μαγκα” αλλα μετα απο καθε παράγραφο ηθελα ολο κ πιο πολυ να καταλαβω, μεχρι π διαβασα ολο αυτο το φοβερο διήγημα με τον ωραιο λαικο-χωριατικο τροπο γραμενο κ ταξιδεψα σε σκέψεις καλου κακου π μπορουν να σ δωσουν μαθηματα ζωης

    Απάντηση
  9. Ανώνυμος

    Μ αρεσε πολυ! Το διαβαζα κ το ζουσα. 🙂

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!