Ο Στέφανος Μακρής επιστρέφει

18.06.2020

Έ όχι. Είπαμε να αγαπάμε τις γυναίκες, να τις σεβόμαστε, να τις θεωρούμε απολύτως ισότιμες και ισάξιες, κανέναν ρατσισμό επί του προκειμένου, αλλά να μάς πάρουν και τα κεκτημένα όχι, πάει πολύ.

ΟΡΙΣΤΕ.Η σεβαστή φίλη και πρώην βοηθός μου μπήκε στην αιωνιότητα με το βιβλίο που εξέδωσε ο δικός μου εκδοτικός, ενώ η αφεντιά μου, αναπαύεται στις δάφνες της πλησιάζοντας, (τι πλησιάζοντας;) αγγίζοντας να λες, τα χρόνια της σύνταξης. Σας αγαπώ κυρία μου, σας θαυμάζω και σας τιμώ που αντί να εντρυφείτε περί την μπιρίμπα και τα σίριαλς της ΤV,προσφέρετε σοφά παραδείγματα προς μίμησιν ακονίσματος του δυνατού και εν υπνώσει ενίοτε μυαλού των ομοφύλων σας, λύνοντας αστυνομικά ‘’σταυρόλεξα’’ για δυνατούς λύτες. Ωραία, αλλά μέχρις εδώ. Οι δικοί μου άνθρωποι δεν σκέφτηκαν ότι ο κόσμος μπορεί και να με ξεχνούσε, αφού ουδείς αναντικατάστατος; Αυτός ο κόσμος και λαός, αγαπάει με πάθος το αστυνομικό διήγημα και ποτέ δεν θα αφήσει βέβαια δυσαναπλήρωτα κενά δημοσίευσής τους έστω και αν στέλνει νεύμα νοσταλγίας σε εκείνα τα διηγήματα με εμένα στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Κείμενα χωρίς χυδαιότητες και αίμα, βία, αρρωστημένο σεξ και πάει λέγοντας. Ένα φρέσκο αστυνομικό μυαλό, δεν ξέρουν ότι μπορεί να κατοικοεδρεύει ακόμη και σε κρανία μεσηλίκων, μην πω και υπερηλίκων ενίοτε και φανώ υπερβολικός, χαϊδεύοντας τα ώτα γνωστών κυριών μου!

Αποφάσισα λοιπόν φίλοι μου μα και οχτροί μου να επανακάμψω αν όχι δριμύτερος, δριμύς όμως σίγουρα και σε φόρμα, αφού αρκετά ξεκουράστηκα και ανέκτησα δυνάμεις.

Σκέφτηκα λοιπόν να μην πιάσω το κορδόνι εκεί που το άφησα, αλλά να ενώσω την άκρη του με εκείνου της Πέρσας, πολλές πάσες θα μού δώσουν τα έργα και οι ημέρες της και θα ανανεώσουν την πηγή έμπνευσής μου. ΕΝΑΣ Μακρισμός σε σύμπνοια με έναν Περσισμό, τι καλύτερο;

Τι λέτε λοιπόν αρχίζουμε; Εγώ λέω ΝΑΙ, και γαία πυρί μιχθείτω. Αν στην πορεία δούμε ότι το κουπί δεν τραβάει τη βάρκα, τής βάζουμε μοτέρ και φουλ τα γκάζια μεγαλώνοντας τους εμπνευσικούς ορίζοντες, όλο και κάτι νέο θα ενσκήψει.

ΙΣΤΟΡΙΑ 1η.

«ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ»

Κάθε φορά που γύριζα στην Ελλάδα, επανακτούσα αυτόματα τις παλιές και γνωστές μου συνήθειες. Θαρρείς και ένας μηχανισμός έπαιρνε μπρος και ακολουθούσε τον βηματισμό μου.

Ξυπνούσα με το που χάραζε ο ήλιος. Έφτιαχνα τον καφέ μου, έκανα το ντους μου και έπαιρνα το δρόμο για το γραφείο μου, περνώντας από την αγαπημένη μου γέφυρα της πόλης, πάνω από το ποτάμι που δεν θυμάμαι να είχε, πάνω από ένα, βία ενάμισι μέτρο, νερό. Ακουμπούσα στο μαντεμένιο διάζωμα και έπινα την πρώτη καυτή γουλιά από το ζωογόνο ρόφημα που μού έδιωχνε τα εναπομείναντα αχνάρια του ύπνου. Έστελνα την φιλική μου ‘’καλημέρα’’ στο ποτάμι, που εκατοντάδες τώρα χρόνια ακολουθούσε την ίδια πορεία διατηρώντας ακόμη το αρχαϊκό του όνομα, έφτανα στο γραφείο της νιότης μου κι έπιανα κεφάτος δουλειά.

Εκείνο το πρωινό, ένα από τα πρώτα που ξαναβρισκόμουν στα πάτρια εδάφη, έμελλε να είναι πολύ αλλιώτικο από τα άλλα. Από μακριά και όσο πλησίαζα το γιοφύρι που αγαπούσα, διέκρινα ασυνήθιστη κίνηση πάνω του.

Χωρίς να εκπλαγώ ιδιαίτερα πληροφορήθηκα ότι κάποιος θα πρέπει να έπεσε εκεί κάτω, γιατί ένα μπογαλάκι να το πω, καλά νοικοκυρεμένο βρισκόταν στη βάση του κιγκλιδώματος. Ένα ακριβό μπουφάν, ένα ζευγάρι χειροποίητα παπούτσια μεγάλης φίρμας, ένα τσιμπούκι, ένα πακετάκι καπνός από τον ίδιο που πάλαι ποτέ απολάμβανα κι΄ εγώ και ένας αναπτήρας από αυτούς που η φλόγα βγαίνει πλαγίως διευκολύνοντας το άναμμα του μυρωδάτου καπνού, και ένα κομμάτι χαρτί, που λάθος μου μεγάλο, από εκείνο έπρεπε να αρχίσω:

‘’Αλκίνοος Αλκινόου εξ Αιγύπτου ορμώμενος, Θέτω τέρμα στη ζωή μου και κανείς ας μη κατηγορηθεί για τον θάνατο μου».

Δυο αράδες όλες κι’ όλες γραμμένες με ΚΟΚΚΙΝΟ μαρκαδόρο. Να σηματοδοτούσε κάτι με το άλικο χρώμα ο αυτόχειρας;

Προφανώς.

Εγώ τουλάχιστον έτσι το εξέλαβα.

Κανένας δεν είχε πλησιάσει τον μικρό εκείνο σωρό, ούτε για να τον ελέγξει, πόσω μάλλον να τον οικειοποιηθεί. Αυτή η δουλειά ήξεραν, ότι ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο και δεν είχαν καμία όρεξη πρωινιάτικα (όχι πως έπαιζε και ρόλο το θέμα της ώρας) για μπλεξίματα με τις διωκτικές αρχές.

Ξάφνου, κάποιος από την ομήγυρη έβαλε τις φωνές: «Να’ τος ο φίλος παιδιά. Εκεί, εκεί κοντά σ’ εκείνο το βαρέλι που το σέρνει το ρέμα. Μάλλον ακινητοποιημένος και μάλλον πνιγμένος».

Κάλεσα από το κινητό μου αυτόν που έκρινα αρμόδιο, ελπίζοντας να είναι στην θέση του καθ’ όσον πάρα πολύ πρωί ακόμη, και δεν πέρασε ούτε μισό λεπτό, όταν ακούστηκε ο ανατριχιαστικός ήχος της σειρήνας του περιπολικού. Ειδοποιήθηκε και η πυροσβεστική και το ίδιο ακαριαία έφτασε και αυτή στο σημείο. Καθώς κατέβαιναν οι άντρες με σχοινιά στην κοίτη του ποταμού η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν να απορήσω πώς μπορεί να πνιγεί κάποιος κυριολεκτικά σε μια κουταλιά νερό, κατά το κοινώς λεγόμενο. Αν αποδειχτεί πνιγμός, σκέφτηκα, θα μού φανεί πολύ, μα πάρα πολύ, περίεργο. Το πιο πιθανόν είναι κυριολεκτικά να καρφώθηκε το κεφάλι του στον πυθμένα πέφτοντας από τόσο μεγάλο ύψος…’’ ήθελες που ήθελες να πάρεις τη ζωή σου άνθρωπέ μου έπρεπε ντε και καλά να πας και βρεγμένος στον Άδη;’’

Άβυσσος η ψυχή τ’ ανθρώπου μια φορά!

Αν απέβλεπε πάλι σε αυτοκτονία λόγω καρφώματος που λέγαμε, τότε κατά την ιατροδικαστική εξέταση θα πρέπει να αποδειχθεί ότι έστω και μία κουταλιά νερό να την πήρε με την τελευταία του ανάσα.

ΟΜΩΣ:

Το στομάχι του τελείως στεγνό. Άρα φίλε δεν ταιριάζει αυτό με την ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ που μας ΛΕΣ. Εσύ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΠΑΣ ναι αλλά ΠΟΥ;

And last but not least εγώ ο Μακρής Στέφανος καταλήγω να πω ότι ήσουνα ΉΔΗ ΝΕΚΡΟΣ ΣΑΝ ΈΠΕΣΕΣ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΛΕΝ ΠΟΥ ΤΟΝ ΛΕΝΕ ΙΛΙΣΣΟ!!!… Πώς το,λέω εγώ αυτό; Επιτρέψτε μου παρακαλώ κι΄ εγώ κάπου το πηγαίνω, και για να είμαι ακριβής, κάποιος τον έστειλε στον άλλο κόσμο εκόντα άκοντα.

‘’Να μη θεωρηθεί ένοχος κανείς για τον θάνατό μου. Λεπτομέρειες στο πορτοφόλι μου.’’

Ναι μα πορτοφόλι απόν.

Σύμφωνοι.

Αναμφίβολα οι ανακριτικές αρχές θα έπιαναν αμέσως δουλειά και θα εύρισκαν το ακριβές who is who τ’ ανθρώπου, γιατί, χωρίς πορτοφόλι και ‘’Αλκίνοος του Αλκινόου ‘’σκέτο, δεν λέει τίποτα. Μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, εσείς, εγώ, όλοι μας.

Χρόνια σε αυτήν τη δουλειά δεν μπόρεσα ποτέ να συμφιλιωθώ με την θέα του θανάτου. Για μένα, ‘’θάνατος’’ σήμαινε ένα οριστικό τέλος που με αγρίευε. Πιστεύω, ότι για το τέλος μας ΑΡΜΟΔΙΟΣ είναι μόνον Κάποιος Άλλος. Οι υπόλοιποι ΕΜΕΙΣ, είμαστε αρμόδιοι για το ΓΙΑΤΙ το ΠΏΣ το ΠΟΙΟ και τα συναφή του.

Αντάλλαξα λίγα τυπικά λόγια με τον επικεφαλής του περιπολικού που με γνώριζε και τον ευχαριστώ για τον σεβασμό, του στο πρόσωπό μου. Ήξερα ότι ενέπνεα σεβασμό σε όλα τα επίπεδα των αρχών για την ασφάλεια του πολίτη, και αυτό ήταν μία από τις δάφνες που κατέκτησα μετά χρόνων και χρόνων επιτυχούς καριέρας.

Φεύγοντας για το γραφείο μου, τον παρακάλεσα να με ενημερώνει για την συνέχεια της υπόθεσης.

Δεν πρόλαβα καλά καλά να καθίσω στην πολυθρόνα μου και με πληροφόρησαν για το ποιος ήταν ο Θανών. Αλκίνοος του Αλκινόου, ναι βέβαια, ο γάμος του οποίου, εις Παρισίους, άφησε άναυδους για την χλιδή του ακόμη και τους αριστείς του είδους, άραβες πρίγκιπες και βασιλείς των Εμιράτων.

Ώχου, και γιατί σε σκότωσαν καημένε Αλκίνοε; Και ΠΟΙΟΣ; Όχι που δεν θα τον βρω τον άρπαγα της ζωής σου, βέβαια, στην περίπτωση που δεν το καταφέρουν οι συνάδελφοι ένστολοι. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, είτε ο φονιάς όπως πιστεύω μέχρι στιγμής ήταν πληρωμένος δολοφόνος, είτε όχι. Αλλά βρε παιδί μου, να πω την μαύρη αλήθεια μου, βαρέθηκα να λύνω υποθέσεις που έχουν πρωταγωνιστές ανθρώπους του χρήματος. Το να πεθαίνει ο φτωχός το καταλαβαίνω, μα κι’ ο πλούσιος που ο κόσμος έγινε γι’ αυτόν, δεν το χωρά το μυαλό μου. Δολοφονίες ιδιαζόντως ειδεχθείς οι άτιμες, που σε κάνουν να βλέπεις μέχρι πού μπορεί να σε οδηγήσει το κυνήγι του Μαμωνά, η απληστία για την κατάκτησή του και η παντελής απουσία ανθρώπινων συναισθημάτων. Δεν είναι επάγγελμα αυτό το δικό μου αδερφέ μου, σκέτη ψυχανάλυση είναι. Ψυχολόγος θα έπρεπε να λογιέμαι, όχι εγκληματολόγος-ντετέκτιβ… Σε κάθε περίπτωση πάντως, το ενδιαφέρον που νιώθω και για τα δύο αυτά λειτουργήματα να τα πω, με τίποτα δεν τ’ αλλάζω…

Και αφού παίνεψα τα γένια Μου ως είθισται, ας στρωθώ και στη δουλειά, για να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου για τον περίεργο αυτόν θάνατο…

Οι μέρες περνούσαν και προσωπικά οι έρευνές μου στράφηκαν στα πρόσωπα εκείνων που τον μισούσαν πιότερο. Άρχισα από την γυναίκα του.

Ουπς. Μεγάλο το ενδιαφέρον. Απίστευτο το πώς έμεινε κρυφό, μα το ζευγάρι βρισκόταν ένα βήμα πριν το διαζύγιο. Όπως προείπαμε, γάμος χλιδάτος, επιτυχημένος, ερωτευμένων ανθρώπων, που τα είχε όλα, εκτός από διάρκεια.

Κατά τις έρευνές μου το λάθος βάραινε τον αυτόχειρα-‘’αυτόχειρα;’’-δικές του οι παρασπονδίες και τα όποια μπερμπαντέματα. Μα γιατί; Αφού τα είχαν ΟΛΑ. Χρήμα, ομορφιά, προβολή. Αλλά είπαμε, η απληστία παίζει έναν περίεργο ρόλο που έρχεται να αμαυρώσει την τελειότητα και να την φέρει στα ανθρώπινα στάνταρτς. Αλλά και πάλι, μέχρι να φτάσει κάποιος να σκοτώσει για να απαλλαγεί από έναν σύζυγο που τού είναι βάρος, η απόσταση είναι τεράστια.

Άρχισα λοιπόν από αυτό και δεν χρειάστηκε να πάω πιο πέρα, διότι:

Ελέγχοντας τις κινήσεις του Αλκίνοου, προβληματίστηκα με τα συχνά πυκνά δις της εβδομάδος ταξίδια του στο Λονδίνο και η αυθημερόν επιστροφή του οίκαδε. Τι έκανε στην αλλοδαπή ο τύπος;

Δεν άργησα να το εντοπίσω, όχι που θα μου ξέφευγε… Ο αυτόχειρ ή δολοφονηθείς, ή, ή,… ήταν βαρέως ασθενής, από μία σπάνια νόσο και το προσδόκιμον της ζωής του ήταν πια, το πολύ, τρεις μήνες.

Αγαπούσε τη γυναίκα του με πάθος, αλλά και με το ίδιο πάθος την ζήλευε. Τρελαινόταν στην ιδέα ότι με τον θάνατό του θα την άφηνε ελεύθερη να ζήσει μια όμορφη ζωή όπως εκείνη την ήθελε χωρίς εκείνον. Έτσι εκπόνησε τούτο το σατανικό πράγματι σχέδιο θανάτου του, που θα έβαζε έναν, ακόμη και πεπειραμένο, ερευνητή σαν ελόγου μου, να αμφιβάλει για το αν ήταν ή όχι αυτόχειρας ο εκλιπών, ή δολοφονημένος. Οι υποψίες θα έπεφταν βεβαίως στη χήρα του, θα αμαυρωνόταν η φήμη της και όλοι οι επίδοξοι μνηστήρες θα ανέκρουαν πρύμναν για τον φόβο μη κάποια στιγμή πάθουν και αυτοί τα ίδια. Καλό το χρήμα και οι έρωτες, μα η ζωή είναι ΜΙΑ, άλλη δεν έχει, και δεν παίζουν με αυτά.

Έτσι όπως το είχα σκεφτεί φίλοι μου (και βοήθησα και τον Ιατροδικαστή να το δει,) ο άνθρωπος θέλησε να πέσει στο ποτάμι όντας πεθαμένος και ιδού ο λόγος που δεν βρέθηκε ίχνος νερού στους πνεύμονες ή το στομάχι του. Κάνοντας το σάλτο μορτάλε, έβαλε στο στόμα του μία πολύ δύσκολα ανιχνεύσιμη ουσία που τον έστειλε σε χιλιοστά του δευτερολέπτου στον Άδη. Που σημαίνει ότι όταν καρφώθηκε στον πυθμένα ήταν ΗΔΗ εντελώς νεκρός!!!… Καθώς εκείνος πετούσε στο κενό, η ψυχή του συντρόφευε το κορμί του πετώντας και αυτή μέχρι ενός ορισμένου σημείου, από κει και ύστερα καθ’ εις εφ ώ ετάχθη…

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Η δίψα

Η δίψα

-Μαμά, γιατί εγώ δεν πάω σχολείο σαν όλα τα παιδιά; -Σε ποιο σχολείο; -Να, εδώ που είμαστε τώρα. Βλέπω κάθε μέρα τα παιδιά με τις τσάντες τους που πάνε και θα ήθελα να πάω κι εγώ. -Δεν σε καταλαβαίνω... Άσε τις κουβέντες να δούμε πώς θα περάσει κι η σημερινή μέρα. Και...

Χειροπιαστά όνειρα

Χειροπιαστά όνειρα

Το δωμάτιο άδειο. Δυο πολυθρόνες ορφανές, αντικριστά. Τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες, οι τοίχοι δίχως κάδρα. Γκρι τοίχοι, σπατουλαρισμένοι. Κανένα ψεγάδι πάνω τους. Και τα παράθυρα με τζάμια τόσο καθαρά που περιμένεις τον αέρα ή την κάψα. Τα κανάτια κλειστά αφήνουν...

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής της. Κάθεται σε μια γωνιά, στην κυριολεξία, για να μην ενοχλεί. Σέβεται τα «θέλω» και τις ανάγκες των άλλων κι όμως… Πού πήγε η «ικανότητά» της να μπορεί να επικοινωνεί με όλους; Τι έγινε; Γέρασε κι έχασε αυτό το χάρισμα; Μέχρι και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου