τοβιβλίο.net

Select Page

Ο συμβολαιογράφος, του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ο συμβολαιογράφος, του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται «κατά την αρχήν της επαναστάσεως» στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς και αφορά την υπόθεση δολοφονίας του πάμπλουτου κόντε Διονυσίου Ναννέτου, για την οποία φέρεται ως ένοχος ο γραμματέας του, σιόρ Αθανάσιος Ροδίνης. Τι εκμυστηρεύτηκε στον συμβολαιογράφο σιόρ Τάπα μια μέρα πριν τον θάνατο του κόντε ο Ροδίνης; Γιατί αποκλείστηκε από τη διαθήκη ο μοναδικός κληρονόμος, Γεράσιμος, και πώς θα αντιδράσει; Τι κρατά στα χέρια του ο συμβολαιογράφος και πώς θα το εκμεταλλευθεί όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις;

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό και βαθύτατα κοινωνικό μυθιστόρημα, με μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα και ένα δισυπόστατο στυλ γραφής: ως προς το αστυνομικό κομμάτι υπάρχουν ελάχιστες περιγραφές χώρου ή ψυχοσυναισθηματικών καταστάσεων ή καλολογικά στοιχεία, κι ελάχιστες παρομοιώσεις και μεταφορές, κάτι που αφήνει το περιθώριο στον συγγραφέα να αναπαραστήσει τα γεγονότα με κινηματογραφικότητα σχεδόν, και ως προς το αισθηματικό κομμάτι έχουμε πληθώρα λυρικών περιγραφών, εκφράσεων καλοδουλεμένων και πλούσιων λεκτικά. Το μυθιστόρημα καταγράφει ταυτόχρονα τη δολοφονία, τη δίκη και την καταδίκη του Ροδίνη και τον αντίκτυπο αυτών των γεγονότων σε δύο γυναίκες: στην Αγγελική, μέλλουσα σύζυγο του φερόμενου ως ενόχου Ροδίνη και στη Μαρίνα, μέλλουσα σύζυγο του Γεράσιμου. Από τη μια λοιπόν υπάρχει σχεδόν στείρα παράθεση των εξελίξεων εν είδει ρεπορτάζ και από την άλλη μια υπέροχη γλώσσα, καθαρά ελληνική, που περιγράφει αριστοτεχνικά τον συναισθηματικό κόσμο των γυναικών. Ίσως όμως η χρήση της καθαρεύουσας στην εξιστόρηση (μιας και οι διάλογοι είναι γραμμένοι στην καθομιλουμένη), σε συνδυασμό με το πυκνό, περιπλεγμένο συντακτικό να απωθήσει αρκετούς αναγνώστες από το να ολοκληρώσουν την ιστορία, εύχομαι ολόψυχα όμως αυτό να μη συμβεί, μιας και «Ο συμβολαιογράφος» είναι μια από τις πιο δυνατές, ανατρεπτικές και συγκινητικές ιστορίες που έχω διαβάσει ως τώρα. Ας έχουμε πάντως υπ’ όψιν πως ως αποτίμηση ο Ραγκαβής θεωρείται ήσσονος σημασίας πεζογράφος (αν μπορεί να ευσταθεί ένας τέτοιος χαρακτηρισμός στον υποκειμενικό κόσμο της λογοτεχνίας) όμως βοήθησε με το ύφος και το στυλ του μεταγενέστερους συγγραφείς όπως ο Γεώργιος Βιζυηνός να εμφανιστούν στα νεοελληνικά γράμματα και να εκτινάξουν τον πήχη ακόμη ψηλότερα.

Ο σιόρ Τάπας, «γέροντας ρικνός, κυφός… με τον συνήθη του αλώπεκος γέλωτα» είναι ένας συγκλονιστικός χαρακτήρας που αλλάζει ριζικά όσο πλησιάζει το μυθιστόρημα στο τέλος του. Εμφανίζεται αρχικά ως καιροσκόπος, φιλάργυρος, απότομος, σκληρός και άδικος, γνώστης του αντικειμένου του (διαθήκες, τόκοι και επιτόκια κ. ά.) και δε διστάζει να συνεργαστεί με έναν δολοφόνο. Στην πορεία όμως, λες και παρεμβαίνει μια Θεία Δίκη, η ζωή του, από μια απρόσμενη και αναπάντεχη εξέλιξη, ανατρέπεται οριστικά και αναπόφευκτα, κάτι που τον κλονίζει και τον μεταστρέφει. Ο συμβολαιογράφος εμφανίζεται κυρίως στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας, μιας και ο κύριος κορμός της πλοκής είναι η δίκη του Ροδίνη και οι προσπάθειες απόδειξης της αθωότητάς του, όμως είναι τόσο έντονη η παρουσία του και άρτια δοσμένη η προσωπικότητά του που με συνεπήρε και τον έχρισα αυτόματα πρωταγωνιστή.

Η εξιστόρηση είναι γραμμική, χωρίς να εμπλέκει τις παράλληλες ιστορίες μεταξύ τους. Το κείμενο ξεκινάει με τη χαρά του Ροδίνη που θα γίνει ο μοναδικός κληρονόμος του κόντε, συνεχίζει με τον φόνο και τα επακόλουθα (δίκη κλπ.), και όσο πλησιάζει το βιβλίο στο τέλος περιγράφεται η ιστορία της Αγγελικής αλλά και της Μαρίνας, μέσα από τις οποίες όμως δεν ξαναζούμε τα ήδη γραφέντα περιστατικά, απλώς δίνεται μια άλλη διάσταση στο κείμενο ενώ η Μαρίνα, άθελά της, είναι ο κινητήριος άξονας γύρω από τον οποίο θα περιστραφεί το τραγικό τέλος.  «Ο συμβολαιογράφος» μέσα από την τραγική ιστορία του έρωτα μεταξύ Ροδίνη και Αγγελικής, Γεράσιμου και Μαρίνας, περιγράφει πολυποίκιλα τον εξιδανικευμένο έρωτα της εποχής, περιλαμβάνοντας και όλα τα κλισέ: συναισθηματισμοί και ρομαντικές περιγραφές, εμπόδια στην ολοκλήρωση της αγάπης, λιποθυμικά επεισόδια και φυσικά τραγική κατάληξη.

Ο Φαναριώτης συγγραφέας, μέσα από την προσωπικότητα του Ροδίνη, που τον περιγράφει ως καλό, σωστό, έντιμο και σεβαστικό, με σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας της εποχής και του τόπου, χωρίς δηλαδή ιταλικούς ιδιωματισμούς που ακόμη απαντούνταν τότε στα πρώην ενετοκρατούμενα Επτάνησα, εμμέσως σκιαγραφεί τον χαρακτήρα ενός Φαναριώτη, στο περιβάλλον των οποίων μεγάλωσε ο ίδιος. Το άλλο σκέλος του δίπολου «καλό-κακό» που χρειάζεται ένα μυθιστόρημα, ο Γεράσιμος, αποδίδεται ως ο κλασικός bon viveur, ένας ερωτύλος απατεώνας και ανενδοίαστος κακούργος, που δεν ορρωδεί προ ουδενός για να αποκτήσει χρήματα, καλύτερη ζωή και φυσικά να συναναστραφεί ωραίες γυναίκες. Ας μην ξεχνάμε πως τα Επτάνησα τέθηκαν υπό αγγλική κατοχή μόλις σαράντα χρόνια πριν το κείμενο, ήδη με το βάρος της Ενετοκρατίας στη γλώσσα και τον πολιτισμό τους ενώ ταυτόχρονα έφταναν στο έδαφός τους άνθρωποι από την απέναντι υπόδουλη Ελλάδα για να προετοιμάσουν τον ξεσηκωμό του 1821. Σε αυτό το καζάνι που βράζει λοιπόν βρήκε ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής το πιο πρόσφορο έδαφος για να αναπτύξει τις ιδέες του και να παρουσιάσει με τον τρόπο που ήθελε χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανθρώπων οικείων στους αναγνώστες του καθώς και κάποιες υποδείξεις για το ιδεατό μιας πολιτείας που ακόμη δεν έχει βρει την ελευθερία της και άρα την ταυτότητά της.

Παράλληλα με την εξέλιξη της υπόθεσης έχουμε και πραγματολογικά στοιχεία για την εποχή που διαδραματίζεται το έργο. «Ο Ροδίνης λοιπόν απέπλευσε προς Κέρκυραν και επειδή ο ατμός ήτον σπανιότης τότε ακόμη, και υπηρέτης των πλουσιωτέρων μόνον εθνών, απήλθε διά πλοίου ιστιοφόρου» (σελ. 53). Σε άλλο σημείο ο συγγραφέας αναφέρεται στην ιταλική γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στα δικαστήρια των Επτανήσων και πόσο άσχημο ήταν αυτό σε μια νησιωτική πολιτεία απογόνων του Οδυσσέα και της ομηρικής γλώσσας! «…εις Επτάνησον η εντελής αναγέννησις της ελληνικής γλώσσης ήθελεν είσθαι η ισχυροτέρα διαμαρτύρησις της ελληνικής εθνικότητος» (σελ. 66). Παρατήρησα ακόμη και συμπτωματικά διαχρονικές παρατηρήσεις όπως η ακόλουθη: «Πίστεψέ με, κάρο μίο, σάπια θεμέλια είναι τα δάνεια. Είναι πέτρα που δένεις στο λαιμό και σε πάγει φόντο. Παραιτήσου από το δάνειο, άκου το λόγο μου. Με ξένα φτερά μακριά δεν πετάς» (σελ. 9).

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809 και πέθανε στην Αθήνα το 1892. Ήταν Φαναριώτης λόγιος, ποιητής και πεζογράφος, καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διπλωμάτης. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Βουκουρέστι, στην αυλή του Ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Σούτσου κι από κει έμεινε ή ταξίδεψε σε Ρουμανία, Οδησσό, Μόναχο, Σάλτσμπουργκ και Τεργέστη.  Το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο ως αξιωματικός του Πυροβολικού όμως τα παράτησε για να αφοσιωθεί στις φιλολογικές και αρχαιολογικές του μελέτες και στην πολιτική, όπου διέπρεψε. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με τη συγγραφή θεατρικών έργων, ποιημάτων και μυθιστορημάτων, εκ των οποίων «Ο αυθέντης του Μωρέως» είναι το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, και έκανε μια πρώτη απόπειρα καταγραφής ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας με το έργο «Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας». Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα γύρω από τη θέση του κειμένου αυτού στη σύγχρονη νεοελληνική γραμματολογία, να υποστηρίξω τις απόψεις που το θεωρούν προϊόν του ρομαντικού κινήματος κ. ά. όμως τέτοιες πληροφορίες θα βάρυναν την απόπειρά μου να συστήσω αυτό το υπέροχο κείμενο στους νεότερους αναγνώστες.

«Ο συμβολαιογράφος» είναι ένα εκτενές διήγημα (νουβέλα) που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» μεταξύ 1850-1851 (σε βιβλίο κυκλοφόρησε μαζί με άλλα διηγήματα το 1855) και είναι ένα από τα λίγα κείμενά του που έχουν θέμα ελληνοκεντρικό, μιας και το σύνολο του έργου του καταγράφει γεγονότα και περιστατικά εκτός του τότε ελληνικού χώρου. Το 1979 έγινε σειρά από την ΕΡΤ1 σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη, με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στον ομώνυμο ρόλο.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος