Select Page

Ο Φύλακας της Γραμμής

Ο Φύλακας της Γραμμής

 

Εκδόσεις Γαβριηλίδης
ISBN: 978-960-336-556-3

τοβιβλίο.net υποδέχεται τον Βασίλη Πη και το βιβλίο του 'Ο φύλακας της Γραμμής' από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου που ευγενικά παραχώρησε ο συγγραφέας και ο εκδοτικός οίκος αποκλειστικά για τους αναγνώστες του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net

 

     Η  σιωπή τού Διαβόλου επικρατούσε σε  εκείνο το φαράγγι  που απλωνότανε μπροστά μας. Άγρια ομορφιά με απότομες ράχες και γυμνά βράχια, σμιλεμένα από  το καλέμι τού χρόνου, την τραχιά δύναμη τής βροχής και τις  σιδερένιες ακτίνες τού ήλιου. Η ερημιά τού τοπίου χανότανε μέσα σε βοτσαλωτά δρομάκια που οδηγούσαν σε προεξοχές και αιχμές που μόνο τ’ αγρίμια μπορούσαν να λαγιάσουν.  Η σιωπή έφτανε μέχρι το κόκαλό μας σχεδόν με χειρουργική ακρίβεια. Ένα σμήνος  αετών  παρασύρονταν από τα ρεύματα τού αέρα πάνω από αυτήν την πέτρινη πνοή των θεών. Μάλλον οι θεοί  μάς αγάπησαν όσο έπρεπε να μας αγαπήσουν  και μερικές φορές μάς έδειχναν την ευσπλαχνία τους.

      « Τι έπαθες Δείμο; Κατάθλιψη; Σαν σκοτεινιασμένη έρημος  φαίνεσαι, που κάτω από το δέρμα της πάλλεται η ζωή με τριξίματα και βηξίματα,  ζωτικούς χυμούς, ακμή   και υγεία ».  Ο  Δείμος δεν απάντησε αμέσως. Χώνευε την κατάσταση  σωπαίνοντας, σαν ασάλευτος βράχος που δέχεται απανωτά  άγρια κύματα στις Νότιες Θάλασσες και φωτίζεται από το περιοδικό φως ενός ξεφλουδισμένου φάρου. Θροΐσματα γέμιζαν τη σιωπή από τον παγωμένο αέρα που προσπαθούσε να ξεθυμάνει ταρακουνώντας τα αγριόχορτα.

      « Φοβάμαι Ξάνθο, όλον αυτόν τον κόσμο και τις ταλαιπωρημένες φάτσες σαν άπλυτες λινάτσες που τις κτυπάει ο βοριάς, φοβάμαι την απομονωμένη σιωπή της Γραμμής, το προσποιητικό γέλιο τους το οποίο υπονοεί την συμμαχία για όσα όλα  μας εξυπηρετούν, το μελαγχολικό με αβάσταχτη μοναξιά βλέμμα τους μέσα σε αναμμένο φούρνο. Φοβάμαι πως υπάρχω μόνο για να με μετρούν και να με  μυρίζουν σαν καυλωμένα ζώα με διεσταλμένα  ρουθούνια, έτοιμα ανά πάσα στιγμή να με γαμήσουν.   Μπορούν ανά πάσα στιγμή να μπουν στα προσωπικά δεδομένα μου και να γνωρίσουν τις επιθυμίες  μου, τα συναισθήματά μου, τις σκέψεις μου, τα όνειρά μου, τις μακρινές αγάπες μου; Μπορούν; Πες μου μπορούν; ».

      Ένα δάκρυ κύλησε στο ζαρωμένο του μάγουλο. Πρώτη φορά τον έβλεπα να δακρύζει. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Δεν ξέρω μα τους δώδεκα πλανήτες  αν οι μελλοντικές ψυχές της Γραμμής οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή τους  ικανοποιηθούν ποτέ  ή θα προσπαθήσουν να αποδράσουν  επιδιώκοντας  την ευτυχία.     

       Ακόμα και αν εξαφανιστεί  η Αποικία Δείμο, έντομα, ζώα τού δάσους, αρπαχτικά μέσα στους αγρούς,  μέσα στις έρημες εκτάσεις θα γονιμοποιούνται με τον ίδιο ζωώδη τρόπο που η φύση ευφυώς σχεδίασε και εξέλιξε, σκεπτόμουν  χωρίς να ’χω το θάρρος να εκμυστηρευτώ στο Δείμο τη σκέψη μου.

      Μεσημέριασε σχεδόν, τα στομάχια μας γουργουρίζανε.

     Δεν ξέρω ρε συ Δείμο, ίσως μέσα στην  ατυχία μας, γεννηθήκαμε και σε λάθος γειτονιά. Πουθενά δεν μπορούμε να κρυφτούμε· όπου και να πάμε θα μας ανακαλύψουν και  θα μας λιώσουν, θα μας στριμώξουν σε  ένα μεταλλικό δοχείο και θα μας πουλήσουν.  Αλήθεια μέσα σε  αυτές τις πολιτείες της Αποικίας, που πρέπει να είσαι εκπαιδευμένος σαν  μονομάχος για να επιβιώσεις μέσα στην αρένα, μπορούμε ν’ αντισταθούμε, να σηκώσουμε τα τείχη τής προσωπικής μας εξέγερσης; Η Κασσάνδρα προβλέπει για μας  μόνο  επικείμενες συμφορές· είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Πέφτουμε σαν τείχη και μας ξανασηκώνουν.  Αλήθεια, για τον θάνατο  τίποτα δεν γνωρίζω μα για τις άγνωστες φωτεινές μέρες της ζωής μας που  απομένουν  γνωρίζω λιγότερα.

      « Τι έπαθες Δείμο;  Απορρυθμίστηκε το  DNA σου; Επιδιόρθωσέ το  σαν τα πανίσχυρα βακτήρια που μπορούν να επιζήσουν ακόμη και αν δεχτούν ακτινοβολία, η οποία θα έψηνε οποιαδήποτε άλλη μορφή ζωής.  Θα προχωρήσουμε θεραπεύοντας μονάχοι τον εαυτό μας ακόμα και αν έχουν σκοπό να μας ψήσουνε. Μαθαίνουμε να περπατάμε, να ισορροπούμε στις καταστάσεις όσο μεγαλώνουμε. Αν πάρουμε και καμιά τούμπα δεν χάλασε δα και  ο κόσμος! ».

      « Μια μηχανή είσαι Ξάνθο καταλαβαίνεις;  Μια μηχανή συλλογής τροφίμων για την Αποικία, με επιθυμίες που έμειναν χρόνια σαν τ’ άπλυτα πιάτα στοιβαγμένα στον νεροχύτη,  μια μηχανή με ημερομηνία λήξεως!  Για γύρισε Ξάνθο να δω πότε λήγεις: Πού είναι η σφραγίδα;».

      « Δεν αφήνεις τα  υπονοούμενα Δείμο με τεχνολογικές και οικολογικές αναφορές και να μου πεις ρεαλιστικά πώς θα ξεφύγουμε ;».

      « Άκου Ξάνθο, το κόλπο για να  ζεις ξύπνιος, να παραμένεις όρθιος μέσα στη Γραμμή είναι να μην φτάνεις  ποτέ στην ολοκλήρωση, να κοινοποιείς στους ανθρώπους δίπλα σου,  με τον ελάχιστο πόνο,  την αδυναμία σου να ολοκληρώσεις. Να ζεις με τον ελάχιστο δυνατό τρόπο, χωρίς δεσμεύσεις και δισταγμούς να εξοικειωθείς στην αυτάρκεια τής σιωπής. Τότε θα έχεις κάνει ένα άλμα μέσα στη Γραμμή.  Διαφορετικά θα σε ρουφήξουν, όπως η μαύρη τρύπα ρουφάει το φως και ποτέ δεν το ξερνάει προς τα έξω. Το δεσμεύει για πάντα.  Κατάλαβες Ξάνθο;  Πρέπει να ζήσουμε· είναι η μόνη μας άμυνα απέναντι στην απελπισία μας. Δεν μπορούν να μας ξεριζώσουν από τη ζωή. Πρέπει να  αντέξουμε την συνομωσία τής σιωπής ».  

     « Και τι νομίζεις Δείμο, ότι τα λόγια σου έχουν βάρος και σημασία και θα έπρεπε να συμβιβαστώ, να υποκύψω στις σοφιστείες σου; Θα είσαι τυχερός, αν ο λόγος σου έχει κάποια επιρροή σε οποιονδήποτε στο μέλλον.  Όμως ο λόγος ο δικός σου δεν έχει μέλλον,  μόνο παρόν.  Δυστυχώς οι ιδέες από μόνες τους δεν μπορούν να υπερβούν την πραγματικότητα Δείμο! ».

      Με πλησιάζει με μια  απότομη κίνηση και σε μια έκρηξη θυμού μού ξεφουρνίζει με την αγριοφωνάρα του…… « Η ζωή μας, η ύπαρξή μας έγινε θρύψαλα, ένα σκατό.  Ένα χαοτικό σκατό που θέλουμε να το στείλουμε στο βόθρο, όσο γίνεται γρηγορότερα για να μην βρωμίσει ο τόπος. Να πεθάνουμε ‘‘ νίπτοντας τας χείρα μας ’’     για να καθαρίσουνε από τις συνειδησιακές ακαθαρσίες οι οποίες μας βασανίζουν ».

      Συνειδητοποιούσα ότι  αυτά που έλεγα και πίστευα εγώ δεν ήταν αντίθετα από αυτά που έλεγε και πίστευε ο Δείμος. Ήταν όμως η στριμωγμένη κατάσταση  που ζούσαμε που έσπρωχνε τον ένα να τα φορτώνει στον άλλο. Δεν ξέραμε πως να εκτονώσουμε την έξαψη και την έντασή μας και για  αυτό είχαμε ξεκινήσει μια αντιπαράθεση. Μια αντιπαράθεση που κατέληγε σε εχθρική σιωπή. Σιωπή σαν το σιωπητήριο των στρατοπέδων που  από  μακριά σάλπιζε και ηχούσε μια τρομπέτα  το τραγούδι τής ψυχρής σιωπής. Σαν ακυβέρνητες βάρκες πλέαμε σε μεγάλα κύματα χωρίς να λογαριάζουμε τους καρχαρίες που περιπολούσαν στα βαθιά και σκοτεινά νερά. Αφεθήκαμε για κάμποση ώρα στο αεράκι του ωκεανού να μας χαϊδεύει το πρόσωπο και τα μαλλιά και στα γαλάζια κύματα τού χρόνου  τα οποία δεν γνωρίζαμε, δεν είχαμε καμιά είδηση πού στο διάολο θα μας βγάζανε.                                   

      « Ποιός είμαι Ξάνθο;  Ποιος νόμος με υποχρεώνει να  ακολουθώ τις δοξασίες και τους νόμους της Αποικίας; Το αύριο έρχεται πάνω σε 2.000 άλογα μηχανή, και εμείς πού είμαστε Ξάνθο, μπορείς να μου πεις; Γιατί εμείς θα λείπουμε όταν το μέλλον θα είναι εδώ.  Για ποιόν κτυπάνε  οι  ηλεκτρονικοί υπολογιστές της Αποικίας, για ποιόν γίνονται οι μάχες Ξάνθο, για ποιόν γυρίζει η γη, ξέρεις; Φοβάμαι πως δεν γνωρίζεις! Θα σου πω λοιπόν για να μάθεις και να το βάλεις καλά μέσα στο μυαλό σου το οποίο είναι φτιαγμένο από μεταλλαγμένα δημητριακά ολικής αλέσεως.  Για τους ισχυρούς της Αποικίας, τους παρατρεχάμενους και τους κόλακες γυρίζει! Για κάποιους δεν γυρίζει καθόλου και για μερικούς απλά ακολουθεί καθημερινή πορεία χωρίς ουσία, με τις αναγκαίες συμβάσεις προσαρμοστικότητας, με γενναίες υποχωρήσεις.  Μη νομίζεις ότι γυρίζει για σένα! Χέστηκε ».

      Του βγήκε η ψυχή μέχρι να τα πει.  Δεν βρήκα το κουράγιο ν’ απαντήσω· ξάπλωσα στη ρίζα ενός γρανιτένιου βράχου  και δεχόμουνα το φως τού απογεύματος σαν  κάτι ευλαβικό και ανεξήγητο που ακόμα και αν ήταν μεταλλαγμένο πάλι θα μύριζε μοσχοστάφυλο, λεβάντα  και καλοσύνη.  Ξάπλωσε και ο Δείμος στη σκιά τού  βράχου· κοιτούσε το παρόν σαν να σημείωνε τους όρους με τους οποίους θα έδινε τη μάχη  μαζί του.    

      Καμιά φορά διάολε,  αναλαμβάνουμε ευθύνες περισσότερες από όσες μπορούμε να αντέξουμε και τα κάνουμε θάλασσα.  Ερωτευόμαστε με ανοιγμένα φτερά  έτοιμοι να πετάξουμε από το προσωπικό μας, φωταγωγημένο κοσμοδρόμιο, και στη δύσκολη περίπτωση τής προσγείωσης  επιστρέφουμε με πληγωμένα φτερά και σκάμε ανώμαλα.  Πόσο θα ήθελα να πετάξω πάνω από τα πράγματα, να αφήσω να με παρασύρει η μαγεία και η δύναμη τής φύσης. Να υπερβείς τον εαυτό σου να κάνεις ένα γερό άλμα στο παρόν, αφήνοντας πίσω σου όσα σε πλήγωσαν, όσους δεν στάθηκαν δίπλα σου στις δύσκολες στιγμές, όσα επιθυμούσες και κάποιο εμπόδιο πάντα τα ματαίωνε, όσες υποσχέσεις έμειναν θεωρίες  πάνω  στα  χαρτιά  και  τις δυνατότητες που είχες  και δεν τις χειρίστηκες με πιο έξυπνο τρόπο.

      Να ξεφύγεις από τον ασφυκτικό κλοιό αυτών που σε τυραννούν και να πετάξεις, να πετάξεις, να γίνεις το ιερό και φτερωτό πλάσμα στον « Ίωνα » του Πλάτωνα, και χωρίς να χάσεις τις αισθήσεις σου να φτάσεις σ’ όλα τα στάδια τής ζωής, όλα τα βιώματα που προξενούν χαρά και να ζήσεις εμπειρίες που απαιτούν θαρραλέα προσπάθεια χωρίς να χάνεις την αυτοπεποίθησή σου.  Να καταφέρεις να πετάξεις πάνω από τις κοιλάδες, τις πεδιάδες τής ελευθερίας σου και να έχεις την τόλμη να γυρίζεις πίσω με ήρεμο ύφος, βαθιά συμφιλιωτικό,  να μπορείς να κοιτάζεις τις περασμένες,  τις ολοκληρωμένες τροχιές των ημερών τις οποίες άφησες πίσω. Και με γενναιότητα που αρμόζει σε  ένα τέτοιο άντρα, να σηκωθείς ψηλά να δεις τα φώτα, να πας πιο κοντά να αφουγκραστείς  το θόρυβο, το μέλλον που έρχεται  από τις μπροστινές, τις μελλοντικές τροχιές τής ζωής σου, οι οποίες σφύζουν από ζωντάνια,  υγεία και αισιοδοξία. Πέταξε!  Όρμα!  Χωρίς   παραμορφωτική μυωπία και ηθικές δεσμεύσεις ».

 

      Θα ’πρεπε να ήταν προχωρημένο απόγευμα όταν άνοιξα τα μάτια μου, σαν τρομοκρατημένο   ζωντανό μετά από μια εξαντλητική μέρα.  Ο Δείμος ροχάλιζε ελαφρά  γερμένος στο πλάι με μισάνοιχτο στόμα, έχασκε ανυποψίαστος  για οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή συνέβαινε στον κόσμο. Μόλις ξύπνησα και δεν είχα την παραμικρή διάθεση να εκπροσωπήσω κανένα, ούτε να  απολογηθώ για τις πράξεις μου. Μια εσωτερική δύναμη με ωθούσε, μου άνοιγε δρόμο  παραμερίζοντας τα κοφτερά και αιχμηρά κλαδιά που βρισκόντουσαν σαν εμπόδια  μπροστά μου, δίνοντάς μου κουράγιο να συνεχίσω. Δεν μπορούμε να το βάζουμε κάτω με την πρώτη δυσκολία. Όμως αυτό που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή, ήταν να αξιολογήσω την υπάρχουσα κατάσταση, τι περιθώρια υπήρχαν να πετύχει η απόδρασή μας και να επιβιώσουμε μακριά από την Αποικία. Αδύνατον να βρω μια άκρη,  όμως έπρεπε  οπωσδήποτε να βρω κάπου νερό. Δίψαγα αφόρητα και ήθελα να πλυθώ.  

      Σε κάθε επόμενο τόνο τού χρόνου  ένοιωθα αμέτρητες αθώες ψυχές να με παρακολουθούν, βγάζοντας δήθεν έξω το κεφάλι τους  να ικανοποιήσουν την περιέργεια και την παρατηρητικότητά τους, τεντώνοντας πότε τις κεραίες, πότε βουίζοντας και πότε λαμπυρίζοντας τα μάτια τους μέσα στα θολά απομεινάρια τής μέρας. Ήμασταν γι’ αυτά τα πλάσματα, γι’ αυτά τα παράξενα θηλαστικά που ίσως κρατούσαν μικρά στην αγκαλιά τους, οι πιο παράξενοι επισκέπτες και ας έτρεχαν ανέμελα και ανυποψίαστα. Ξεπηδούσαν από το πουθενά, χοροπηδούσαν ολόγυρα με αδέξιες κινήσεις και χάνονταν μέσα σε μια ομίχλη από ξεθωριασμένα φώτα.  Κι όλα αυτά μέχρι να φτάσουν οι  πρώτες φθινοπωρινές ψύχρες και να εξαφανιστούν.  Αραιά και που την απογευματινή μυσταγωγία τάραζε το χλιμίντρισμα και το κουδούνισμα από κάποιο αμολητό ζωντανό το οποίο δεν ακολουθούσε την προοπτική τής αγέλης.                            

      Ο Δείμος κοιμόταν ακόμα· τον σκούντησα μια δυο φορές να ξυπνήσει  γιατί σε λίγο θα νύχτωνε και θα έπρεπε να βρούμε ένα πιο ασφαλές μέρος για να στρατοπεδεύσουμε ξανά. Τούτα τα άγρια βράχια δεν μας έδιναν αρκετή κάλυψη.  Η  νύχτα ερχότανε στιβαρή και απ’ την άλλη έπρεπε  ν’ αναζητήσουμε τροφή· το σακίδιό μας είχε αδειάσει εντελώς.

       Κοίταζα το μεγάλο φαράγγι να  απλώνεται μπροστά μου  σαν ένα τεράστιο  φίδι που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να με καταπιεί. Στο βάθος τού ορίζοντα ένα σμήνος πουλιών   περνώντας μέσα από τα χρώματα τής δύσης  πυροδοτούσε μια άλλη Γραμμή, πιο ελεύθερη, πιο συντροφική, η οποία ερχόταν να μου υπενθυμίσει την ομορφιά τής απέραντης γαλήνης, η οποία σε καταπραΰνει  και σε  καλμάρει,  όταν ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να προσποιηθώ και να απωθήσω την απόγνωσή μου. Συνειδητοποίησα ότι σε  όλα αυτά τα χρόνια τής μάταιης αναζήτησης στη Γραμμή, είχα ξεχάσει το πιο σημαντικό πράγμα,  τις στιγμές ευτυχίας, τις ελάχιστες στιγμές ευτυχίας και αγάπης τις οποίες μπορείς να  ανακαλύψεις μέσα σ’ ένα  φυσικό τοπίο,  να σου αποκαλυφθούν χωρίς

ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, να αναγνωρίσεις τα όρια σου  και όλες εκείνες τις δυνάμεις που συντηρούν την φαντασία σου. Ένα κύμα συγκίνησης με σκέπασε ολόκληρο,  γι’   αυτά που έζησα και γι’ αυτά που δεν έζησα. Οι πιο συνειδητοποιημένοι  είναι και οι πιο μελαγχολικοί σε αυτόν τον κόσμο.  

       « Τι φαγητό έχουμε για βραδινό  Ξάνθο;  », αντήχησε η βάρβαρη φωνή τού Δείμου από το βάθος τού καταφυγίου. Ακόμα μισοξυπνητός  τέντωνε τα πάνω άκρα του να ξεμουδιάσουν,  και χασμουρήθηκε  σαν εξημερωμένος και πεινασμένος  δεινόσαυρος.

      « Μια πλήρη σε λιπαρά και υδατάνθρακες πηχτή σούπα για δύο άτομα για πρώτο, ψωμί που έχει μόλις ψηθεί σε φούρνο ο οποίος καίει φυσικό ξύλο, φιλέτο μοσχάρι με φρέσκα λαχανικά για δεύτερο, σορμπέ ανανά, μάνγκο και μπανάνα με κρύο σιρόπι  σερβιρισμένο σε σερβίτσια διαλεγμένα από τις υπαίθριες παριζιάνικες αγορές και για τέλος μία πλάκα μαύρη σοκολάτα με ξηρούς καρπούς  και δυο παγωμένες μπύρες Άμστελ, ‘‘γιατί έτσι μού  αρέσει’’  του απάντησα.

      « Δεν αφήνεις τις βλακείες Ξάνθο και πάμε να ξετρυπώσουμε κανένα ξεχασμένο λαγό, ή κάποιο ζώο που θα μας κάνει τέλος πάντων την τιμή να γίνει το γεύμα μας· μια θυσία αντάξια τής ιστορία του  και μια  λεία  αντάξια για μας. Για φαντάσου! Φρέσκο ψωμί, ψητός λαγός και πατάτες: Πω,  πω φαγητό! Έλα Ξάνθο, πάμε· βγες από τις ονειροπολήσεις σου και προσγειώσου με κολλημένα φτερά. Πού βρήκες νερό και πλύθηκες ; ».     

   

    Ότι κρατούσα μέσα μου το πέταξα ζητώντας μόνο τα απαραίτητα· την σκέτη επιβίωση: Ζούσα για  το παρόν, τούτο τα ακαριαίο παρόν το οποίο έχει τόση μεγάλη σημασία για τη ζωή. Μήπως η ζωή είναι ένα ακαριαίο παρόν που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα;  Μήπως η ίδια η ανθρώπινη ζωή είναι ένα συνεχόμενο παρόν από στιγμές ευτυχίας και απόγνωσης; Η πιο θριαμβευτική υστεροφημία συνθλίβεται από το πέρασμα τού διαρκέστερου  παρόντος; Ή μήπως είναι οι σκέψεις που κάνουμε για το μέλλον, ενώ ο χρόνος κυλά χωρίς εξηγήσεις για αυτό που ήδη συμβαίνει;

      « Μην έχεις στραμμένο το βλέμμα σου στα μελανά σημεία των άλλων, αλλά να τρέχεις ίσια επάνω στη γραμμή σου χωρίς να κοιτάζεις από ’δω κι από κει».Μάλλον η ζωή είναι στην πλώρη  όσο εμείς συζητάμε με την παρέα μας στην πρύμνη τού καραβιού.

         Ο Δείμος είναι καταπληκτικός κυνηγός! Πότε τρύπωσε μέσα στο μισοσκόταδο και χάθηκε πίσω από τα βράχια και  τους θάμνους δεν πήρα είδηση. Μέσα σε λίγα λεπτά επέστρεψε ενθουσιασμένος  με  ένα χαμόγελο σαν των Εσκιμώων που επιστρέφοντας  πίσω στο χωριό τους, μετά από ένα πολυήμερο ταξίδι, σέρνουν με την θέρμη τού κυνηγού πάνω στα έλκηθρά τους  σκοτωμένες φώκιες, πιστεύοντας ότι τους τις  πρόσφερε σαν δώρο η Κυρά των Ζώων. Κρατούσε όρθιο ένα λαγό από τα πίσω πόδια με ανοικτή ακόμα τη μουσούδα του. Ο λαγός έσπρωχνε και τίναζε τα πόδια του για να ελευθερωθεί, ενώ  ξεψυχούσε.

      Ανάψαμε φωτιά για να μαγειρέψουμε τη λεία  αφού πρώτα ανακαλύψαμε ένα υπέροχο κρησφύγετο ψηλά σ’ ένα βράχο, με δύο γρανιτένια κρεβάτια, τα οποία τα είχαν λειάνει για μας  οι δυνατοί άνεμοι στο πέρασμά τους,  συνεχόμενες  ισχυρές βροχές και  κύματα  φωτός που έπεφταν κοπαδιαστά πάνω τους.

      Η θέα ήταν συγκλονιστική·  Όταν έριξα μια ματιά τριγύρω, με πλημμύρισες γαλήνη.  Η πυρακτωμένη σφαίρα τού ήλιου  χανότανε μέσα στην αυτοκρατορία τής σιωπής  που άφηνε πίσω της  προσπάθειες συμφιλίωσης, συμπαράστασης και μαγείας. Από τη μια η παντελής έλλειψη θορύβου με αλάφιαζε, αισθανόμουν ένα ρίγος κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς μου σαν ρεύμα υψηλής τάσης  και από την άλλη,  το φως τού ηλιοβασιλέματος αχνοφώτιζε το δέρμα μου, τα ρούχα και την ψυχή  μου.

         Αποκομμένος στον διαλογισμό  μου δεν είχα πια συναίσθηση του χρόνου. Όταν άνοιξα τα μάτια μου και σήκωσα το βλέμμα αντίκρισα  ένα καινούργιο θαύμα. Γαλαξίες να χύνουν το φως τους παντού και αστερισμούς να σχηματίζουν έναν προστατευτικό θόλο επάνω μου. Όλος ο διάκοσμος του ουρανού σε κυκλική τροχιά που τη σπρώχναν  αόρατα γρανάζια.

Σκέφτηκα την Αποικία, σκέφτηκα ότι σε κάθε περιστροφή παλιώνει, φθείρεται χωρίς αντιστάσεις,  έρμαιο του χρόνου και της ασυναίσθητης ζωής που είχε επιβληθεί από κάποιους , κάποιους σίγουρα εχθρικούς απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Μετά από χρόνια τριβής ακόμα δεν καταλάβαινα την ψυχοσύνθεση και τις λειτουργίες τής σκέψης όσων αποφάσισαν έτσι, πολλές φορές σκεπτόμουν ότι και αυτοί οι απρόσιτοι διοικητές μας, κατευθύνονταν, εκτελούσαν εντολές αλλά δεν θα μπορούσα να απαντήσω από ποιους, από τι. Όσο για μένα αυτή τη στιγμή ήμουν απόλυτα γαλήνιος.  Καταδιωγμένος στο παρόν, αγνοούμενος στο μέλλον, χωρίς τίποτα να με διαβεβαιώνει ότι θα ζήσω, ότι θα αντικρίσω κάποτε άλλες ψυχές ανοιχτές, ευφυείς, αλληλέγγυες  είχα περιέλθει σε μια απραξία. Αν πέθαινα τώρα η τελευταία μου  επιθυμία θα ήταν μια πράξη συμπαράστασης στο είδος μου, η δηλωτική της αγάπης μου για τον κόσμο.

    Αν είχα σφάλλει στη ζωή μου ως τώρα και στην απόφαση της ανυποταξίας μου  θα ζητούσα παραδειγματικά την τιμωρία μου ή θα επιζητούσα μια πράξη μετάνοιας. Όμως τα λάθη τα δικά μας  διαρκούν πάντα λιγότερο χρόνο από τα λάθη των άλλων. Τα δικά μας τα ξεχνάμε μέσα στο σύννεφο τής λήθης  ενώ τα άλλα μάς πιέζουν με την απίστευτη  διάρκειά τους.

      Ίσως να ζούμε σ’ ένα φαράγγι άγνοιας, θλιμμένης εξοικείωσης με όσα ξέρουμε  στη μέση ενός άγνωστου δάσους με απότομα βράχια και αδιάβατα μονοπάτια, ελπίζοντας πως  κάποια μέρα αιφνίδιες αποκαλύψεις θα μας ενεργοποιήσουν, θα ερμηνεύσουν τα φαινόμενα και θα σηματοδοτήσουν την ύπαρξή μας.  Ίσως για τους περισσότερους τροφοσυλλέκτες η Γραμμή να ήταν μια πραγματικότητα σκληρή  αλλά με  νόημα και ουσία.  

      Ο Δείμος είχε γδάρει το άψυχο ζώο και το είχε ψήσει, όσο εγώ είχα χαθεί πάλι στις σκέψεις μου. Φάγαμε,  « ήπιαμε» και τις μπύρες μας  και αφεθήκαμε στη μαγεία τής φύσης να μας καθοδηγεί, όταν ο Δείμος, μετά από ένα ενοχλητικό ρέψιμο και τίναγμα στους ώμους, σαν το σκυλί που τινάζεται από την ουρά μέχρι τ’ αφτιά, όταν βγαίνει έξω από παγωμένα νερά, γυρίζει και μου λέει: « Μόνο οι γενναίοι πολεμιστές γνωρίζουν την ομορφιά τής πτώσης Ξάνθο· οι δειλοί παρατάσσονται στα μετόπισθεν  χωρίς κανένα ενδιαφέρον να ανεφοδιάσουν την Πρώτη Γραμμή με πολεμικά υλικά και τρόφιμα. Τι νομίζεις ότι  θα αφήσω μπροστά στο θάνατο όταν έρθει Ξάνθο, ξέρεις; Βαλσαμωμένες επιθυμίες μέσα σε υγροποιημένο άζωτο, όνειρα που ακόμα καίγονται και βγάζουν καπνό και τα απομεινάρια μιας θλιβερής ζωής.  Με ακούς Ξάνθο;   Με προσέχεις; Ζήσαμε τη ζωή μας; Ζούμε; Και αν ζούμε, τι στο διάολο είναι αυτό που ζούμε; Όταν τα  άλογα σταματήσουν ν’ αγωνίζονται στα ιπποδρόμια τ’ αποσύρουν, δεν τα σκοτώνουν· τους γέρικους ταύρους όμως τούς σκοτώνουν όταν δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια γενναία νίκη για τον ταυρομάχο. Οι στρατιώτες, οι πύργοι, οι αξιωματικοί, οι βασιλιάδες όταν τελειώσει μια παρτίδα σκάκι, ξέρεις πού  πάνε Ξάνθο;  Στο  ίδιο σκοτεινό και  ψυχρό  ξύλινο κουτί.  Κατάλαβες Ξάνθο;».

 

      « Ναι αλλά η Αποικία Δείμο μπορεί να σου εξασφαλίσει έστω μια προσωρινή ασφάλεια, ένα σίγουρο μέλλον, αρκεί να βάλεις τα δυνατά σου για να το αρπάξεις », απάντησα απότομα με φωνή η οποία πάλλονταν από τρομερή σιγουριά,  ενώ η φωτιά έκαιγε ακόμη και ο καπνός   υψωνόταν στον ουρανό,  σχηματίζοντας λευκά σύννεφα,  σημάδι για κάποιον που μπορεί να μας έψαχνε , ότι υπήρχαμε, ζούσαμε και αναπνέαμε.

      Τα μάτια του Δείμου έλαμπαν σαν δυο μακρινοί ήλιοι πίσω από ένα πυκνό σύννεφο σκόνης· οι τρίχες του ανορθώθηκαν και τα  αφτιά του κοκκίνισαν από οργή και τεντώθηκαν.   Μέσα σε έκρηξη οργής, απάντησε.

      « Καλά, κέρματα έχεις μέσα στο κεφάλι σου Ξάνθο; Δεν καταλαβαίνεις; Ποιός νοιάζεται νομίζεις για σένα στην Αποικία; Σ’ ερώτησε κανείς γι’ αυτό; ». Με γουρλωμένα τα μάτια και φανερή απορία ο λόγος του άρχισε να εξελίσσεται σε ένα αγωνιώδες crescendo,  το οποίο προμήνυε ένα ξέσπασμα που όντως δεν άργησε να έρθει και να μετατρέψει το ύψος τού λόγου σε  sforzando.

      « Σε ταπεινώνει η Γραμμή Ξάνθο!; Τι έχεις μπροστά στα μάτια σου και δεν βλέπεις γύρω σου; ». Με πιάνει από τον γιακά, με σηκώνει πάνω και με στριμώχνει σε μια γωνιά τού βράχου. Με οργισμένο  ύφος κολλάει τη μούρη του πάνω στη δική μου,  μ’ εκείνο το ύφος τού φυγά και σαν να βρίσκεται σε κατάσταση μέθης ή και παροξυσμού αλλά με σταθερό χωρίς πεταρίσματα βλέμμα  που το καρφώνει πάνω μου, με ανάσα καυτή σαν να εκτόξευε από το στόμα του  αντιαρματικούς πυραύλους μεταφέροντας το φονικό μίσος ολόκληρου τού 20ού αιώνα, με αποστομώνει.   « Γιατί νομίζεις ότι η Αποικία αργοπεθαίνει; Γιατί οι  άνθρωποι αργοπεθαίνουμε μαζί της και πριν το τέλος μας θα μεταλλαχθούμε σε άγρια, φονικά ζώα με αρπακτικά ένστικτα που θα γαμάνε ό,τι βρίσκεται μπροστά τους. Ακολούθησε την  Γραμμή και όλες οι ανάγκες σου θα ικανοποιηθούν μ’ ένα βαρύ τίμημα! Γιατί νομίζεις ότι η Γραμμή εξυπηρετεί αυτούς που την ακολουθούν; Γιατί γνωρίζουν αυτές τις ανάγκες μας Ξάνθο, τις αδυναμίες και τα μυστικά μας».

      Προσπαθώ ν’ απαντήσω με πνιγμένη και τρεμουλιαστή φωνή, να μπω σαν σφήνα στον χείμαρρό του όταν εκείνος κάνει  ένα βήμα πίσω.

      « Μπορούμε τουλάχιστον Δείμο να παραμείνουμε στη Γραμμή και να σώσουμε τους άλλους! ».

      « Μόνοι μας θα τα βγάλουμε πέρα Ξάνθο· κανείς δεν πρόκειται να μας βοηθήσει· παρ’  το απόφαση! Δεν μπορείς να σώσεις τους άλλους όταν έχουν ήδη βουλιάξει στη Γραμμή, έχουν απελπιστικά γαντζωθεί πάνω της  αλλά ούτε και να γίνεις  ο δήμιός τους. Ακόμα κι αν κάψεις όλα τα ιστορικά βιβλία η ιστορία δεν θα σβηστεί,  ούτε θα καταλυθεί. Μονάχα οι ευθύνες μας θα λάμπουν σαν οθόνες στη σειρά μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο  τής μνήμης ».        

      Χαμηλώνει το τόνο τής φωνής του για μια στιγμή και σαν αρχιερέας μιας χαμένης φυλής στην πιο απόμακρη γωνιά τής Γης,  συνεχίζει να μιλά με φανερά όμως τα σημάδια της κούρασης . « Κάνεις μια τρομερή υπερπροσπάθεια να παίξεις μέσα στο γήπεδο», και στο σημείο αυτό τον πιάνει ένας έντονος βήχας και το σώμα του τραντάζεται από σπασμούς,  «έχεις πτώσεις και πάλι σηκώνεσαι, τραυματίζεσαι, συνεχίζεις, παίρνεις κίτρινη κάρτα, αλλά οφείλεις να σκεφτείς τον τελικό.  Να πάρεις πάση θυσία το χρυσό εισιτήριο. Ή θα μπεις λοιπόν μέσα στο γήπεδο να παίξεις μπάλα ή θα είσαι για πάντα αναπληρωματικός. Η Αποικία είναι ένας καταψύκτης που συντηρεί πεθαμένες εδώ και καιρό αλήθειες.

Ακόμα και οι πιο  άγριοι κατακτητές σεβάστηκαν το λαό που αντιστάθηκε και υποτάχτηκε ύστερα από αγώνα, ενώ εξευτέλισε τους λαούς που παραδόθηκαν αμαχητί. Έτσι νιώθω Ξάνθο.   Μπορούμε να ζήσουμε περισσότερο από όσο μπορούμε  ν’ αντέξουμε; Αυτή θα

είναι η νίκη και ο θρίαμβός μας; Μπορούμε ν’ αγαπηθούμε περισσότερο από όσο μπορούμε να αγαπήσουμε; Να μας πνίξουν στα χάδια και στα φιλιά; Πες μου μπορούμε; Μόνο οι γενναίοι μάχονται τα τείχη τής ματαιοδοξίας και βλέπουν τα απόκρημνα φαράγγια τής ελευθερίας και τις φωτεινές γραμμές τής ομορφιάς. Όταν πεθάνω στη Γραμμή Ξάνθο, δεν θα νοσταλγώ αυτά που έζησα, αλλά αυτά που δεν έζησα ».  

         Η νύχτα γλιστρούσε σαν γυναίκα που φορώντας μόνο τα  θελκτικά εσώρουχά της  σήκωνε το σεντόνι για να ξαπλώσει δίπλα σου, αγγίζοντας με όλο το βάρος τού κορμιού της το δικό σου,  με όλα τα σαγηνευτικά αρώματά της. Στον ορίζοντα ο ουρανός γέμιζε από φως  που το ρουφούσε ένας αθέατος ήλιος και το  σκόρπιζε πάνω στις κορφές των βράχων  που απλώνονταν κάτω από τα πόδια μας. Στην σταχτιά κοιλάδα  ο οδηγός επιβίωσης των ζώων  εφαρμοζότανε μέχρι και το τελευταίο γράμμα του, νομιμοποιώντας τα αιμοβόρα, βίαια ένστικτα αυτοσυντήρησής τους. Έτσι κι αλλιώς στην κοιλάδα που ψάχνει τροφή το λιοντάρι, δεν μοιάζει και με παράδεισο.   

      Άραγε πόσοι από μας σ’ αυτήν τη Γραμμή έχουν το δικαίωμα  να ζήσουν με αξιοπρέπεια τις επιθυμίες, τα όνειρά τους έστω και με αναθεωρήσεις, να ζήσουν τις απώλειες και τραγωδίες διατηρώντας όμως οράματα και στόχους;  Να ζήσουνε διάολε! Αναλαμβάνοντας  ευθύνες που οδηγούν στην ωρίμανση και ολοκληρώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ανοίγοντας νέα παράθυρα σε φως. Ήρθαμε για να κάψουμε το οξυγόνο τού έρωτα και να κυριαρχήσουμε διατηρώντας  όλα τα ιδιαίτερα, τα προσωπικά χαρακτηριστικά μας.  Άραγε η ζωή μπορεί να μας κάνει τα θαύματά της ακόμα και μέσα στη Γραμμή, χωρίς να είναι όλα τακτοποιημένα; Εκεί που όλα είναι προδιαγεγραμμένα  ας υπάρχουν και μερικά πράγματα σ’ εκκρεμότητα.

         Η σελήνη σηκωνότανε νωθρά στον ορίζοντα, κάνοντας ορατό το τοπίο κάτω απ’ την ορειχάλκινη λάμψη της. Ήταν τόσο μεγάλη η κούρασή μας   που ξαπλώσαμε χωρίς να λάβουμε κανένα μέτρο προφύλαξης για να κοιμηθούμε με δυνητική ασφάλεια.  Ο Δείμος μού είχε γυρίσει την πλάτη αλλά δεν κοιμότανε. Μόνο η αβίαστη λειτουργία τής αναπνοής του ακουγότανε.  Το βαθύ φαράγγι που απλωνότανε μπροστά μας  ήταν άδειο και έμοιαζε με   άθαφτο κουφάρι.  Το περίγραμμα τού  βουνού το οποίο δέσποζε απειλητικά από πάνω μας   έσβηνε με τα απομεινάρια τής  μέρας.  Ένα φόβος σκίρτησε μέσα μου  ρυτιδώνοντας για λίγο τη ψυχή μου,  μα αναθαρρώντας ρώτησα τον Δείμο:   

      « Δείμο μ’ ακούς; Αν είσαι ξύπνιος να σου κάνω μια ερώτηση; Αν ήσουνα ελεύθερος μέσα στη Γραμμή ή βρισκόσουν έξω από τη Γραμμή και ήσουνα πάλι ελεύθερος να  αποφασίσεις  έχοντας την ευκαιρία να γίνεις δημιουργικός, τι θα ήθελες πραγματικά να γίνεις, ή τι θα ονειρευόσουνα να γίνεις; Πες μου Δείμο  τι θα ήθελες, με  ενδιαφέρει πάρα πολύ! ».

      Γυρίζει τη βαριά μάζα του με αργή περιστροφή,  σαν διαστημικός σταθμός που προσανατολίζεται  με προσεκτικές κινήσεις για να δεχτεί μια νέα αποστολή  με προμήθειες και αφού μελέτησε για αρκετή ώρα την ερώτησή μου,  απάντησε, δίχως να με χάσει από τα μάτια του, δένοντας και τα δύο χέρια πίσω από το κεφάλι του  σε στάση αναψυχής.

      « Κοίτα Ξάνθο,  θα σου απαντήσω για τελευταία φορά και στερέωσέ το καλά μέσα στο κεφάλι σου.  Αν μπορούσα έστω για μια  στιγμή να βρεθώ έξω από τη Γραμμή,  ή τουλάχιστον  μού πρόσφεραν μια ευκαιρία μέσα στη Γραμμή  να ζήσω όπως θέλω εγώ, ξέρεις τι θα ήθελα να ήμουνα; Δεν θα το βρεις ποτέ Ξάνθο! Γιατί σκέφτεσαι τόσο πολύ, μα δεν προσέχεις τις λεπτομέρειες, δεν αντιλαμβάνεσαι από τις χειρονομίες των άλλων  τις ασήμαντες κουβέντες που ανταλλάσουν τα βαθύτερα κίνητρά τους. Θα γινόμουνα ο Φύλακας της Γραμμής και  Φωτιστής για οκτώμισι λεπτά Ξάνθο! Φωτιστής για οκτώμισι λεπτά! Για οκτώμισι λεπτά  γήινης ώρας και θα ξεκινούσα να χαρίζω φως στα μικρά παιδιά της Αποικίας.  Να ζήσουν όχι κάτι ανώτερο, μα αυτό που τους αξίζει.  Νιώθω απέραντη λύπη και τον πιο αβάσταχτο πόνο για τα παιδιά που δεν έζησαν. Και δεν μιλάω μόνο για τα δύο μικρά μου αδέλφια που έχασα.   Θα μοίραζα φως για  αυτά τα παιδιά που δεν έζησαν και γι’ αυτά τα οποία δεν θα έχουν  στο μέλλον την ευκαιρία να ζήσουν.  Ναι! Μ’ αρέσει! Το φαντάζεσαι; Φωτιστής μόνο για οκτώμισι λεπτά, όσο χρόνο χρειάζεται το φως  όταν ξεκινήσει  από τον ήλιο, να ταξιδέψει πάνω σε μια νοητή Γραμμή για να φτάσει στη γη.

      Ύστερα θα γινόμουνα Οδυσσέας.  Θα επέστρεφα από μια νικηφόρα μάχη και όταν έφτανα στο νησί μου θα  αντιμετώπιζα όλους τους καυλωμένους μνηστήρες. Αν τα κατάφερνα,  θα προχωρούσα και θα γινόμουνα Μετρητής των διαψεύσεων και ακυρωμένων υποσχέσεων, όλων των προηγούμενων λαθών, όλων των άστοχων πράξεων και όλων των λανθασμένων επιλογών, των χαμένων ευκαιριών και δυνατοτήτων που με τυραννούν ακόμα μετά από τόσα χρόνια και τα σέρνω πίσω μου  σαν καυτές ουρές κομητών, σαν σκουριασμένα πλοία τα οποία έχουν τα φώτα τους ανοικτά και δεν λένε να βουλιάξουν, αφού ακόμα και μέσα στη θαλασσοταραχή αυτά διακρίνονται.

      Θα γινόμουνα  Υφαντής των επόμενων σχεδίων, των νέων προσδοκιών, Υφαντής τού έρωτα, της χαράς, του ζεστού φαγητού, του απροσποίητου γέλιου, της ευθυμίας μαζί με αγαπημένα πρόσωπα που θα είναι για μένα για πάντα αγαπημένα. Θα έφερνα απέναντί μου τους φόβους, τις αδυναμίες μου  και θα τα τσάκιζα και θα τα αντιμετώπιζα με όλες  μου τις αισθήσεις ανοικτές, με την ομορφιά του νου και του σώματος και στο τέλος θα γινόμουνα Επιστάτης των ανεκπλήρωτων επιθυμιών, εκείνων που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν, δεν πέταξαν  σαν το ανεπαίσθητο πέταγμα τής πεταλούδας· έτσι θ’ άνοιγα τα φτερά μου να καλωσορίσω τις επιθυμίες και τις αυθεντικές φιλίες που θα έρθουν». 

      Αφού του βγήκε η ψυχή μέχρι να τα πει,  παίρνει βαθιά ανάσα, διατηρώντας το βλέμμα του καρφωμένο στις αθόρυβες μηχανές τού φωτός που γύριζαν σαν γιγάντιοι γερανοί οι οποίοι ξεφόρτωναν στα λιμάνια  κι έφτιαχναν όλα εκείνα τα υπέροχα χρώματα  τής δύσης.

      « Να τι ήθελα να γινόμουνα! Κατάλαβες τώρα ; Να γιατί νομίζω ότι ενώ αξίζει που ήρθαμε σε  αυτήν την Αποικία  να ζήσουμε – και  πρέπει να τρέφουμε ευγνωμοσύνη - για  τη μητέρα που μας έφερε με τόσους πόνους στη ζωή, δεν  μας αξίζει η Γραμμή Ξάνθο, έστω  και αν καμιά φορά  σαν άνθρωποι που είμαστε γινόμαστε ευάλωτοι, κυνηγοί παθών των οποίων δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε.  Υπάρχουνε ζόρικες καταστάσεις στην Αποικία Ξάνθο. Με  ακούς;  Ζόρικες! Πώς θέλεις να συμπεριφέρομαι τώρα όμως; Να είμαι χαρούμενος  επειδή βρίσκομαι έξω από τη Γραμμή; ».

        Ο Δείμος μετά από αυτήν την παρορμητική εξομολόγηση μπήκε μέσα στο ιερό τού ναού του και θέλησε να αποτραβηχτεί, ζητώντας να μην τον ενοχλήσει κανείς  για να κοιμηθεί. Δεν του είπα τίποτα απολύτως μετά από αυτόν τον χείμαρρο των αποκαλύψεων.

         Μονάχα εξακολουθούσα να ρεμβάζω τη νύχτα και να απολαμβάνω την ταχύτητα με την οποία κατάπινε με λαιμαργία το φως. Αλήθεια,  ποιος αλήθεια ήμουνα ; Είμαι αυτός που ήθελα πάντα να είμαι; Και τα όριά μου πού βρίσκονται; Αφήνω τους νάνους των φαραγγιών, των λαγκαδιών, των δρυμών, των γκριζοπράσινων βράχων,  φορώντας τις παραμυθένιες  κόκκινες σκούφιες τους να  έρχονται ήσυχα να με νανουρίζουν, όπως η μάνα μου με  νανούριζε με γλυκά τραγούδια στην Αποικία.  Να γίνω  αφουγκραστής των ήχων από σκόρπια γρυλίσματα περιπλανώμενων θηλαστικών, τα οποία ίσως ακροπατούν μέσα στη νύχτα, ίσως χοροπηδούν  με ολάνοιχτα μάτια, ολόφωτες   ψυχές  και τεντωμένα αυτιά;  Και ο χρόνος; Πώς θα τα βγάλω πέρα με το χρόνο; Απέναντί μου κυλά αμείλικτος  χωρίς να γνωρίζω πόσες φωτεινές τροχιές γύρω από τον ήλιο  μού χρωστάει ακόμα. Για πόσα χρόνια  θα κυκλοφορούμε ζωντανοί πάνω στη γη γυρίζοντας γύρω από το φωτεινό  και τυχερό αστέρι μας; Αλήθεια πόσες τροχιές ζωής χρωστάει και στο Δείμο, αναρωτήθηκα κοιτάζοντάς τον σχεδόν με  ένα βλέμμα συμπόνιας, συμπάθειας και συμπαράστασης. Έκλειναν τα μάτια μου από την νύστα  ενώ στις φωταγωγημένες πίστες τού εγκεφάλου μου, οι σκέψεις μου έτρεχαν ως αργά, φέρνοντας το βάρος των ερωτηματικών και ανησυχιών. Ποιος ξέρει; Αύριο θα είναι μια καινούργια μέρα!  Πριν κοιμηθώ έριξα ένα τελευταίο βλέμμα  αγωνίας γύρω, γιατί  άκουγα από μακριά τον βόμβο των  σκαφών της Αποικίας   που εκείνη τη στιγμή, στο βάθος τού ορίζοντα διαγράφονταν αχνό το περίγραμμά τους.  

        

     

      Ήταν ψηλός άντρας ο Δείμος·  μεγαλόσωμο ηλιοκαμένο αρσενικό με υπογραμμισμένες στην εμφάνισή του τις βασικές ανάγκες επιβίωσης. Ήταν  από τους άντρες εκείνους τους  οποίους όταν τους αντικρίζεις κατά πρόσωπο, αισθάνεσαι ότι ήταν κάποτε ναυτικοί,  το κατράμι και το αλάτι  τούς είχε  κάψει το δέρμα, είχε διασχίσει άπειρες φορές τη Γραμμή,  είχε αντιμετωπίσει με θάρρος τους κινδύνους της και η άγρια ματιά του έκρυβε  ίσως έναν περιπλανώμενο φόβο κάτι σαν το δέος που νιώθεις μετά την ακολουθία της πομπής σε αρκετές κηδείες και  μετατρέπεται χρόνο με το χρόνο σε εξοικείωση με το θάνατο. 

      Ήταν από τους άντρες εκείνους που φούλαραν το ρεζερβουάρ τού κόσμου με πεντακάθαρα αισθήματα, χωρίς να κρύβουνε τα ελαττώματά τους, παραχωρούσαν με συμπόνια μέρος της δύναμής τους σε κάθε αδύναμο πλάσμα που θα τύχαινε να συναντήσουν στο δρόμο τους και  χάνονταν σε ονειροπολήσεις, σε ασκήσεις της μνήμης χωρίς δάκρυα και αναστεναγμούς, αλλά με στιβαρές χειραψίες χαιρετούσαν το αύριο που γεννιέται με τον πόνο του σήμερα.  

Τον καιρό τής ομορφιάς και της  ματαιοδοξίας, θεωρούσαμε την αγάπη σαν κάτι περιστασιακό, με την οποία οι εμφανίσιμοι και μυώδεις άντρες, περνούσαν με ευκολία την ώρα τους, χωρίς ποτέ να υποψιάζονται το τέλος τής ομορφιάς, τη ρυτιδωμένη σάρκα και τα πρώτα γκρίζα μαλλιά.        

    Τον πατέρα του ελάχιστα τον γνώρισε, καθώς και τη μητέρα του. Γίναμε φίλοι όταν ξαφνικά βρεθήκαμε στο ίδιο δωμάτιο επιβίωσης της Αποικίας, από  τυχαία – όπως μας είπαν αργότερα- διαλογή. Του αρέσουν με πάθος τα υπόγεια Club στην Πόλη των Τυχερών, και οι αληθινές γυναίκες. Με  ευκολία σκοτώνει κάθε άνθρωπο που θα  απλώσει το χέρι του σε παιδί ή σε αδύναμο πλάσμα. Τρώει πολύ, κατεβάζει ένα λίτρο αλκοόλ με  ευκολία και καπνίζει αδιάφορα. Ζει μόνο για το τώρα·   όλατα αύριο τα έχει χεσμένα. « Έτσι κι αλλιώς τους ανήκουν ολοκληρωτικά », μου είχε πει κάποτε.

    Προσπαθεί να κινήσει το δικό του βράχο αντίστασης, μα πάντοτε αποτυγχάνει. Τουλάχιστον προσπαθεί.  Εκτός από ικανός συλλέκτης τροφής στη Γραμμή,  και αδιαμφισβήτητος παίκτης, έχει δουλέψει σε μονάδες  παραγωγής τροφίμων με τον κατώτατο μισθό και με αρκετά φυλλάδια ανεργίας- νευρικά διπλωμένα - στην κωλότσεπή του. Η σκέψη του γάμου τού  φέρνει ίλιγγο και ζαλάδα. Μια φορά το μήνα παίζει σκάκι στην ανατολική πτέρυγα με τον Θήβα και πάντα χάνει.            

 

         « Τι λες Ξάνθο δραπετεύουμε ; Μπορούμε να αποδράσουμε από το παρόν. Όχι όμως από το μέλλον » με ρωτά με προκλητική χροιά στη φωνή του, ενώ καταβάλλει αρκετή προσπάθεια να σταθεί όρθιος στη Γραμμή για να μην τον παρασύρει το δυνατό φύσημα τού αέρα. « Κοίτα Δείμο »  του απαντώ, κίτρινος από το χώμα και τη σκόνη  « διαφωνώ με ό,τι λες, αλλά θα υπερασπιστώ κάποτε  μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου  να το λες ».

  « Χέσ’ τα Ξάνθο! Αυτή η Γραμμή δεν έχει τελειωμό, δεν έχει σωτηρία, δεν έχει επιστροφή. Πάντα με θάνατο θα ταξιδεύει.  Πάμε να φύγουμε! Η Γραμμή δεν θα επιστρέψει ποτέ πια στην Αποικία. Χάθηκαν τα ίχνη της, μαζί με την ιστορία της ».

      Έβλεπα τον Δείμο να βαδίζει με δυσκολία καθώς λαμπυρίζανε τα μάτια του  μέσα από τα σκούρα γυαλιά του.

     Ένας φόβος πλανιόταν πάντα πάνω από τη Γραμμή· η άρνηση τής αγάπης: Η άρνηση να αγαπήσεις και να  αγαπηθείς,  να διασχίσεις με κίνδυνο τη ζωή σου, όλα τα κανάλια όσων υπάκουαν τυφλά τους  νόμους διατήρησης της Γραμμής, όσων ήταν ζαλισμένοι από τη διαρκή  πείνα για ανεξάντλητα  αποθέματα ζάχαρης και  αδιαφορούσαν προκλητικά για τις συμφορές της Αποικίας,  χωρίς ποτέ τους  να  ανεβάσουν το δείκτη στο θερμόμετρο  τού αλτρουισμού  και της ελάχιστης αλληλεγγύης.

        Προχωρούσαμε αργά  σαν τα ζώα που μετέφεραν τρόφιμα και πυρομαχικά στην διάρκεια τού Β’ Παγκόσμιου Πολέμου της Αποικίας, σαν υποζύγια που προσπαθούσαν  να ανεβούν μια απόκρημνη  παγωμένη πλαγιά, βουλιάζοντας τα πόδια μέσα στο χιόνι και τη λάσπη, και με επιδέξιες κινήσεις συγκεντρώναμε τα συντρίμμια της  ασήμαντης ζωής μας, όσο η ζωή μιας μύγας, ή ενός χαμένου  μυρμηγκιού,  με μικρά κατορθώματα, με δύσκολους ελιγμούς,  χωρίς να φτάνουμε σε κάποιο μέρος που θα καταλάγιαζε η θύελλα και θα παίρναμε μια ανάσα.  Μόνο η φωνή τού Αρχιγραμμίστα έφτανε  από μακριά με συνεχείς διακοπές και αυξομειώσεις στην  έντασή της, σφυρίζοντας    μέσα  στ’ αφτιά μας σαν παγωμένος  ήχος θανάτου, σαν ψυχρή σειρήνα ενός απομακρυσμένου ναυαγίου, δίνοντας μας συνεχώς  οδηγίες χωρίς να τον βλέπουμε, ότι πρέπει  να προχωρήσουμε στα θολά, να προχωρήσουμε μέσα στο σύννεφο σκόνης και την ισχυρή ανεμοθύελλα, φτάνει να προχωρήσουμε. Να πάμε πού;   

      Στα επόμενα χρόνια από τώρα – άγνωστο το πότε – θα πεθάνουμε  μια τυχαία μέρα, θυσιάζοντας το σώμα και τη ψυχή μας μέσα στη Γραμμή, και δεν θα μάθουμε ποτέ, αν μια γυναίκα που τόσο παράφορα κάποτε αγαπήσαμε στο παρελθόν, μας αγάπησε κι εκείνη πραγματικά με το ίδιο αξεπέραστο πάθος. Και αυτή η ανάμνηση από την αγάπη εκείνη, θα είναι η μόνη αλήθεια η οποία θα επιπλέει στα φωτισμένα - με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου  χρώματος -  θαλασσινά νερά της ματαιοδοξίας και η μόνη αλήθεια που θα επιζήσει,  ενώ η  Γραμμή θα είναι ο μόνος δρόμος, η μόνη ζωντανή οδός για να πορευτεί η αγάπη  με όλη τη ζωντάνια  και το θαύμα της.   

    Με μια  ξαφνική κίνηση ο Δείμος μαζί με το Θήβα, όρμησαν μέσα στη θύελλα και τη σκόνη, κρατώντας το φτυάρι στα χέρια σαν πολεμικό όπλο, αυτό με το μακρύ  στειλιάρι και την λεπτή μεταλλική άκρη  και μέσα στο θόρυβο και το χαλασμό, τραυμάτισαν  το  αριστερό πόδι τού Αρχιγραμμίστα, στον  αστράγαλο, κόβοντας τούς τένοντες και όλα τ’  αγγεία της ποδοκνημικής.

    Έπειτα ένιωσα ένα δυνατό κραδασμό στο χέρι μου, κάποιον να με τραβάει έξω απ’ τη Γραμμή.  Ήταν ο Δείμος μαζί με το Θήβα  και καθώς απομακρυνόμασταν από τη Γραμμή,  τους άκουσα να λένε  ότι φεύγουμε για το λιμάνι, να προλάβουμε το πλοίο 49 της Ναυτικής Γραμμής, αυτής της πλωτής πόλης με τα  αναρίθμητα πλοία που  σκαμπανεβάζουν, χωρίς σταματημό,   ενώ πίσω μας   ο  Αρχιγραμμίστας έβγαζε ουρλιαχτά πόνου και  κραυγές πανικού.

 

Η νουβέλα αυτή περιέχει αλήθειες  οι οποίες προκαλούν εγκαύματα 3ου βαθμού. Περιγράφει τη  ζωή δύο νέων εργατών, του Ξάνθου και του Δείμου  μέσα στη σαρκοβόρα, ανελέητη, καθημερινή Γραμμή ΕργασίαςΕίναι η ιστορία δύο ανδρών  που  αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες τής ζωής, από την ανατολή μέχρι τη δύση τού ήλιου. Μια αλληγορία του παγκοσμιοποιημένου κόσμου μας, όπου έχει εγκλεισθεί σε μια γιγάντια αποικία  « μυρμηγκιών ». Κάθε πρωί συγκεντρώνονται σε τεράστιες ουρές, σε Γραμμές Εργασίας,  καθώς το μόνο που προστάζει η Γραμμή είναι η συλλογή τροφίμων για την διαιώνιση τής αποικίας: φύτρα σταριού, κουφάρια ζώων και ζάχαρης. Θέλοντας να κατευθυνθούν προς την απόλυτη ελευθερία, θα προσπαθήσουν ν’ αποδράσουν συναντώντας ανυπέρβλητες δυσκολίες, οι ίδιες δυσκολίες που τυραννούν την ανθρωπότητα εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Τσακώνονται, βρίζονται, πιάνονται από τον γιακά, αλλά είναι πάντα μαζί. Από τις δικές τους δυνάμεις εξαρτάται αν θα τους συλλάβουν ή  όχι· όμως οι ανθρώπινες δυνάμεις τους, θα τους προδώσουν, χωρίς να αντιληφθούν ότι αυτό είχε ήδη περάσει στην συνείδησή τους.  Ένα πικρό σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη αγωνία· ένα  μοιρολόι για μια ολόκληρη γενιά, που έχει χτυπηθεί άγρια στο στομάχι, δίχως ελπίδα επιστροφής, που για ν’  ανακαλύψει τον εαυτό της, πρέπει να δουλεύει με κενά ανεργίας, να υποκύπτει όχι στη βία, αλλά στη γοητεία η οποία ασκεί η φυγή.

       Ο Φύλακας της Γραμμής δείχνει πως μια παράλογη πραγματικότητα, είναι ικανή να μεταμορφώσει τους « ήρωες » της και να τους παραμορφώσει, διερευνώντας παράλληλα και όλες τις ψυχικές τους διαθέσεις. Δεν υπάρχει πια δρόμος, αλλά  Τείχος  και ένας αγώνας επιβίωσης ενάντια σε αυτό. Άλλωστε η κλασική ρητορική ταύτισε την ειρωνεία με την αλληγορία· η δύναμη της λογοτεχνίας.  

Εμπρός για την πιο παράξενη Γραμμή Εργασίας.

         Η Γραμμή σταματάει μόνο κάθε Κυριακή, όταν  μια τυχαία ημέρα, η θέληση τού ενός, τους σπρώχνει στην απόδραση από τη Γραμμή, με την βοήθεια μιας ξαφνικής νεροποντής,  για να βρεθούν σ’ ένα δάσος απομεινάρι τής φύσης, φτάνοντας τελικά σ’ ένα φιδίσιο φαράγγι όπου και τελικά θα γίνει η σύλληψή τους.   

          Δεν υπάρχουν ήρωες στην νουβέλα, ούτε πρωταγωνιστές. Οι ήρωές του είναι μια ομάδα εργατών. Μια ρεαλιστική- αλληγορία, γι’ αυτά που δεν ζήσαμε, ή δεν μας αφήσανε να ζήσουμε.

      Είναι μοιρολόι για μια ολόκληρη γενιά, που έχει χτυπηθεί άγρια στο στομάχι, δίχως ελπίδα επιστροφής, που για ανακαλύψει τον εαυτό της, πρέπει να δουλεύει με κενά ανεργίας, να υποκύπτει όχι στη βία, αλλά στη γοητεία η οποία ασκεί η φυγή.  Να φύγεις από τα πάντα για να νιώσεις ελεύθερος. Και εκεί στην τρομακτική φυγή, μακριά από τα σύνορα της Γραμμής Εργασίας, ίσως να ελπίζει ξανά για να ανακαλύψει τον εαυτό της.

Ξάνθος: Στην Ραψωδία Φ της Ιλιάδας ο Σκάμανδρος- ή με τη  θεϊκή του ονομασία Ξάνθος.

Δείμος και Φόβος:Δαιμονικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας, γιοι του Άρη, ακόλουθοι και υπηρέτες του.

Ο Βασίλης  Ν. Πης γεννήθηκε στην Κω των Δωδεκανήσων τον Δεκέμβρη του 1963. Μετά τις ημιτελείς  σπουδές του, στο τμήμα της σχολής  φυσικομαθηματικών στην Ιταλία, επιστρέφει στην Ελλάδα. Εργάζεται στον Πολιτιστικό Τμήμα του Δήμου της Κω. Κείμενά του έχει δημοσιεύσει το ένθετο  Βιβλιοθήκη της εφημερίδας Ελευθεροτυπίας, το λογοτεχνικό περιοδικό «Περίπλους », το λογοτεχνικό περιοδικό της Λέρου «Έκφραση Λόγου και Τέχνης», το λογοτεχνικό περιοδικό της Ρόδου «Νησίδες », το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ποιείν», και έχει εκδώσει βιβλία του ο  εκδοτικός οίκος «Οδός Πανός » και ο «Γαβριηλίδης».

Γράφει γιατί μέσω της λογοτεχνίας κρυφακούμε τις συνομιλίες και τις επιθυμίες των άλλων, ή ίσως βάζουμε τις λέξεις να κάνουν όσα δεν μπορούμε εμείς. Ίσως είναι μια  ενστικτώδης προσπάθεια να διαχειριστούμε στο βαθμό που μπορούμε, αυτήν την εκκωφαντική σιωπή  των πραγμάτων που έρχεται  πάνω σε  κομβόι φορτηγών αυτοκινήτων, σηκώνοντας σκόνη και αναστάτωση, ίσως πάλι αντλούμε δύναμη και κουράγιο από τις λέξεις  για ν’ αντιμετωπίσουμε τις πιο απίστευτες δυσκολίες. Ίσως πάλι μας καθοδηγούν σ’ ένα καινούργιο παράθυρο οπτικής- που ποτέ πριν δεν είχαμε αντιληφθεί – για να κατανοήσουμε τον κόσμο, για να ζήσουμε, όχι όσο μας επιτρέπεται, αλλά όσο μας αξίζει.  Ίσως γιατί οι λέξεις καταφέρνουν κάποιες σπάνιες φορές, ν’ ανατρέψουν το πεπρωμένο της καθημερινότητας μας και να μας χαρίζουν ψευδείς παραστάσεις ζωής, ή ακόμα και παράταση ζωής  κι έτσι μαθαίνουμε περισσότερο τη ζωή, διατηρούμε την επιθυμία ζωντανή και  τα πάθη σ’ εγρήγορση.

Έχει εκδώσει τα βιβλία:

1. Φως στις Πλατείες τού Κόσμου  Κέντρο Γραφικών Τεχνών, Κως  1991

2. Ηλιοστάσια  Αιγέας,   1995

3. Νότιες Σποράδες  Ατραπός,  2000

4. Μηνύματα   Όραμα,  Κως 2001

5. Το Τραγούδι της Γης  Οδός Πανός,  2002

6. Τα Τραγούδια του Μύλου   Οδός Πανός,  2002 

7. Γαλάζιος Νότος  Κέντρο Γραφικών Τεχνών,  Κως 2003

8. MyBlues Κέντρο Γραφικών Τεχνών,    Κως 2005  

9. Μπαλάντες για Όνειρα και για Ναυαγοσώστες   Κέντρο Γραφικών Τεχνών,  Κως 2006  

10. Μυθογραφία  Γαβριηλίδης,  2007

11. Μπαλάντες για Τροβαδούρους και Ακροβάτες  Μπαλαλής Γραφικές Τέχνες, Κως 2008

12. Στίχοι Πάνω σ’ ένα Μύλο  Μπαλαλής Γραφικές Τέχνες, Κως 2009.

13. Ο Φύλακας της Γραμμής, Γαβριηλίδης, 2010. 

14. Πάγος – Ιστορίες  Ανατολικών Νήσων, Οδός Πανός  2011.   

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!