Υφάλμυρη η επιστροφή του περιηγούμενου ποιητή 
απ΄ της τροχιάς του το αφήλιο και την ασκητική του,
το λαβωμένο νύχτωμα ανταμώνει με σεληνανθό στο στόμα 
και μεράκια κολαστή στο βλεφάριασμα κλεισμένα.

Ταξιδεύει σε βαγόνι θέσης τρίτης με ρήτορες παρέα,
έμβλημα ο λεκές της σερέτικης μοναξιάς στο πέτο. 
Το διακονεμένο πανωφόρι της ψυχής έχει νοτισμένο, 
στις τσέπες κοχύλια άθυμα από πανσέληνο κρυμμένα.

Στο απόκοσμο πανηγύρι των καταραμένων μνημορραγεί,
μυρωδιές γιασεμιών σε ξένους κήπους δρασκελίζει.
Στον άσκεπο ουρανό, στην ανθρακιά ξυπόλητος χορεύει,
το λυκαυγές στο νιόσκαφτο ηλιοχάραμα άστρα μαζεύει.

Ναυάγιο απόντιστο στους αποκρυμμένους βράχους,
τον κόσμο του, της μιας οργιάς, πάνω τους ακουμπάει. 
Το φεγγάρι πρόξενος στα άτρυγα χείλη του αντιλαμπίζει, 
σταματά τους ήλιους που περνούν, να τους υποτιτλίσει.

Πειθαρχημένος στην εκφράσιμη αυτοάνοση πένα του 
στον εσμό του το απατηλόν τού μακελειού του γυμνώνει. 
Μέσα στην λίμνη τ΄ουρανού, σε ανθοπερίβολο σιβυλλικό, 
με θλίψη ο ψιμυθιολόγος των ψυχών λούζεται στ΄αγιάζι.

γράφει η  Βίκυ Δρακουλαράκου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!