Όταν συναναστρέφεσαι με παιδιά και είσαι και κάποιας ηλικίας, “κλέβεις” από την νιότη τους. Θέλεις κι εσύ να μοιραστείς μαζί τους. Να παίξεις μαζί τους. Κι είναι, μα την αλήθεια, μια μαγεία όταν το πετυχαίνεις. Και το συνειδητοποιείς, όταν εξαφανίζονται μεμιάς οι πόνοι στις κλειδώσεις ή όπου αλλού, σαν να έχεις πιει το μαγικό εκείνο φίλτρο… Για όση ώρα είσαι μαζί τους, παρ’ όλες τις δεκαετίες που κουβαλάς στις πλάτες σου, λύνεσαι και καταθέτεις τις όποιες γνώσεις σου και το όποιο μεράκι σου. Τα παίρνεις από το χέρι, υποθετικά στην αρχή και με τον καιρό κυριολεκτικά, και τα οδηγείς βήμα-βήμα σε όμορφα μονοπάτια, για να φτάσουν σ’ ένα όμορφο κι αξιοπρεπές αποτέλεσμα.

Ναι, κάποτε σπούδασα θέατρο και γεύτηκα την μαγεία της σκηνής, γνωρίζοντας σπουδαίους ανθρώπους και καλλιτέχνες. Αυτή τη μαγεία και την γνώση προσπαθώ να μεταλαμπαδεύσω σε παιδιά της εκάστοτε ΣΤ τάξης του Δημοτικού στην γειτονιά μου, εδώ και χρόνια και είμαι τόσο ευγνώμων.

Κάθε χρόνο καινούρια παιδιά. Κάποια από αυτά γνωρίζω από τα μεγαλύτερα αδέλφια τους που είχαν συμμετάσχει στο ανέβασμα της δικής τους παράστασης, σαν αποχαιρετούσαν το Δημοτικό και πήγαιναν στο “μεγαλύτερο” σχολείο. Τα περισσότερα τα παρακολουθώ από την πρώτη τους τάξη και τα βλέπω να μεγαλώνουν, μέχρι να έρθει η μέρα που θα έχω την τύχη να τα γνωρίσω καλύτερα…

Τι κάνει, όμως, ένας άνθρωπος σαν και μένα, όταν, ανάμεσα στους “νέους ηθοποιούς”, υπάρχουν κάποια παιδιά που αρνούνται πεισματικά, θαρρείς, ν’ ανοίξουν; Και χρησιμοποιώ τούτο το ρήμα, διότι στις πρώτες μας συναντήσεις, όλα τους είναι καλά κλεισμένα στρείδια. Άλλα ανοίγουν γρηγορότερα και άλλα αργότερα, για να εμφανίσουν το λαμπερό μαργαριτάρι που κρύβουν καλά, σαν να θέλουν να το προστατέψουν ή σαν να ντρέπονται να το παρουσιάσουν. Κι όταν γίνεται η “αποκάλυψη”, τότε ο κόσμος ομορφαίνει. Παίρνει τα χρώματα της ίριδας και το άρωμα ενός ολάνθιστου κήπου.

Με τα άλλα, όμως, τι κάνεις; Μ’ εκείνα τα φοβισμένα πλάσματα; Εκείνα, που και στο περπάτημά τους, κάτι που δεν έχεις προσέξει ιδιαίτερα στην αρχή, έχουν κατεβασμένους ώμους και λες και περιμένουν, ανά πάσα στιγμή, να υποστούν κάποια τιμωρία… Προσπαθείς σκληρά, όπως και με τα υπόλοιπα, που το καθένα τους έχει τον δικό του κώδικα που πρέπει να αποκωδικοποιήσεις, αλλά εκείνα επιμένουν να φορούν αυτήν την σιδερένια πανοπλία που τα βαραίνει τόσο πολύ… Τους ζητάς, με τον τρόπο σου πάντα, να τα απαλλάξεις, μα, καθώς φαίνεται, δεν θέλουν ή φοβούνται.

Υπάρχουν και κάποια που περνούν άσχημα στο σπίτι τους -γιατί, τα φοβισμένα περνούν καλύτερα;- και όλη την ένταση κι επιθετικότητα που εισπράττουν στην οικογένεια, την μεταφέρουν και σου την προσφέρουν σαν ένα πολύτιμο δώρο… Αυτά, ίσως γιατί τα ίδια το έχουν ανάγκη, όλην αυτή την “κάκητα”, την μετατρέπουν σε δημιουργική ένταση και βλέπεις έναν ρόλο να ζωντανεύει, να παίρνει σάρκα και οστά και την τελική ερμηνεία τους θα την ζήλευε ακόμα κι ένας επαγγελματίας ηθοποιός.

Κάποτε μου είχε πει ο αξέχαστος Κατράκης, πως η σκηνή ακτινογραφεί τον χαρακτήρα εκείνου που πατά το σανίδι. Τότε δεν το είχα πολυκαταλάβει. Έπρεπε να “δουλέψω” με παιδιά, για να νοιώσω το νόημα των λόγων του. Και όπως έλεγα στα παιδιά της κοιλιάς και της ψυχής μου: πως όλα τα παιδιά μοιάζουν με χελωνίτσες, γιατί κουβαλάνε, όπου κι αν πάνε, ό, τι κι αν κάνουν, τα σπίτια τους.

Το βέβαιο είναι πως όλοι οι γονείς κάνουμε λάθη, άλλοι τραγικά και άλλοι πιο απαλά. Δεν θέλω να πιστέψω πως υπάρχουν εκείνοι που επιζητούν το κακό του παιδιού τους. Δυστυχώς, οι περισσότεροι ζητάμε από τα βλαστάρια μας να πραγματώσουν τα δικά μας όνειρα, αυτά, για τα οποία εμείς οι ίδιοι δεν παλέψαμε αρκετά για να τα πετύχουμε.

Κάθε χρόνο, με μεγάλη λύπη, διαπιστώνω πως τα παιδιά που έχουν προβλήματα, κι αυτό φαίνεται στην συμπεριφορά τους, γίνονται όλο και περισσότερα. Κι εκείνο που με στενοχωρεί ακόμη περισσότερο, είναι πως δεν γίνεται οι ίδιοι οι γονείς να μην το βλέπουν. Και οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, έχουν βγάλει ένα γυμνάσιο τουλάχιστον, που σημαίνει πως δεν έχουν καμία δικαιολογία αναλφαβητισμού. Αρνούνται να ζητήσουν βοήθεια ειδικού, λες και είναι πανάκεια, εφόσον δεν μπορούν οι ίδιοι, δεν έχουν την δύναμη, ν’ αλλάξουν πρώτα τον εαυτό τους και μετά την σχέση τους με τα παιδιά τους.

Αυτά τα μωρά, που καλούνται σε λίγα χρόνια να βγουν στην αγορά, η οποία είναι αδηφάγα, πώς θα μπουν στην αρένα της ζωής, χωρίς να κάνουν κακό σε κάποιον ή, στην χειρότερη μορφή, στον εαυτό τους;

Πόσο θα ήθελα να τα πάρω μια αγκαλιά, να τους διώξω τους φόβους και τις φοβίες τους, να τους πω πόσο αξίζει το καθένα τους και πως δεν ευθύνονται αυτά για το “άσχημο” δημιούργημα των γονιών τους… Πόσο θα ήθελα να τα στήσω από την αρχή στα πόδια τους, να γίνω το στήριγμά τους, για να ορθώσουν ανάστημα, να κοιταχτούν στον καθρέφτη και ν’ αγαπήσουν τον εαυτό τους…

Δεν γίνεται όλοι να έχουμε τα ίδια προσόντα. Όμως, όλοι έχουμε κάποιο χάρισμα, στο οποίο οφείλουμε να βρούμε διέξοδο, να το βγάλουμε από την κρυψώνα του, να του δώσουμε τροφή, ήλιο και αέρα και να το βοηθήσουμε να θεριέψει, να γίνει τρανό. Μόνον έτσι θ’ αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Μόνον έτσι θα μάθουμε να σεβόμαστε τον εαυτό μας και κατ’ επέκταση τον διπλανό μας, με την όποια διαφορετικότητά του. Κι ίσως έτσι βοηθήσουμε και τους γονείς, να βγουν από το δικό τους αδιέξοδο, να βρουν τα δικά τους πατήματα και χαρίσματα και ν’ αρχίσουμε να χτίζουμε μια πιο υγιή κοινωνία…

Ίσως… Ποιος ξέρει…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια