τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ

Πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ

Ο Πέτρος το είχε πάρει πια απόφαση και είχε ηρεμίσει. Αυτή θα ήταν η τελευταία του ημέρα στη Γη. Τα χρήματα, όλα κι’ όλα που είχε, ήταν για ένα κουλούρι Θεσσαλονικιώτικο και μόλις για ένα εισιτήριο στο Κ.Τ.Ε.Λ. για τον κοντινότερο προορισμό.

Δεν είχε αφήσει αποχαιρετιστήρια επιστολή και μόνο το πλήρες του όνομα φαρδύ πλατύ πάνω στην μοναδική του αποσκευή, μια μικρή βαλίτσα, που μέσα της υπήρχε ένα αμεταχείριστο εσώρουχο και η οδοντόβουρτσά του.

Σε όποιο χωριό ή κωμόπολη και αν τον έβγαζε το πούλμαν, τού ήταν αδιάφορο, μιας και όποιο και αν ήταν αυτό, έναν γκρεμό θα τον είχε. Και αυτός επέπρωτο να είναι το τελευταίο τοπίο που θα αντίκριζαν τα μάτια του, πριν η ζωή του γίνει και ουσιαστικά συντρίμμια.

Αγόρασε το κουλούρι που το μασούλαγε αφηρημένα, πήρε το εισιτήριό του, «για πού κύριε;»

«για όπου»,

παρέδωσε τη βαλίτσα του για τον χώρο των αποσκευών και κάθισε στην αριθμημένη του θέση με θολά συναισθήματα, άδειος θα λέγαμε, άδειος από τα πάντα, γυμνός, έτσι όπως γεννήθηκε έτσι και έφευγε.

Με το που φτάσανε στο πρώτο χωριό, την πρώτη στάση, σηκώθηκε να κατέβει, ζητώντας και την βαλιτσούλα του, που θα τον συνόδευε και στο τελευταίο του ταξίδι που παρόμοιο δεν ευχόταν σε κανέναν.

Όλα έγιναν όπως και τα είχε σχεδιάσει.

Μια τελευταία ανθρώπινη ανάγκη, ίσως από το ανέβασμα τής αδρεναλίνης του που είχε κτυπήσει κόκκινο, τον οδήγησε στα δημόσια ουρητήρια που άστραφταν από καθαριότητα, εντυπωσιάζοντάς τον.

Θέλησε να αλλάξει εσώρουχο μην πάει στον Άγιο Πέτρο βρώμικος.

Παίρνει τη βαλίτσα του μα έκπληκτος βλέπει ότι κάποιος είχε σβήσει το όνομά του από πάνω της.

Για να μην το είχε γράψει, αποκλείεται, το θυμόταν καλά, δεν ήθελε να ‘’φύγει’’ ανωνύμως. Θυμόταν καθαρά, παρά την παραζάλη του, τις πικρές σκέψεις που είχε κάνει γράφοντάς το, ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΟΥ

Απορημένος αλλά ακόμη ανυποψίαστος, ανοίγει τη βαλίτσα και τον πιάνει σκοτοδίνη. Η αποσκευή ήταν γεμάτη μέχρι διαρραγής της, από δέσμες χιλιάρικων ευρώ.

Σκέφτηκε φευγαλέα: ‘’Για να κοιμάμαι ή να έχω κιόλας ‘’φύγει,’’ με οράματα απωθημένων επιθυμιών να με συντροφεύουν και αυτό αποκλείεται, αφού βλέπω καθαρά την κυρούλα που με κοιτάζει επιτιμητικά γιατί δεν άφησα, στο πιατάκι της κανένα σεντ, που φρόντισε για την καλή εντύπωση που όφειλε να αφήνει ο χώρος στους ταξιδιώτες.’’

Αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, τραβάει ένα κολλαριστό χιλιάρικο από μία δέσμη και τής το δίνει, λέγοντας:

«Πρόσεχε κυρά μου. Με τούτο το χαρτί εδώ, θα έχεις να φας για έναν μήνα».

Εκείνη, έχοντας χάσει τη λαλιά της, τον κοιτούσε σαν να ήταν κάποιος που τα ‘χε χαμένα και σίγουρα, ακόμη και τώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές, δεν θα έχει ανακτήσει τη μιλιά της και δεν της ρίχνουμε άδικο.

‘’Επομένως Πέτρο φιλαράκο μου, εδώ, σαν να έχουμε όχι μόνον αλλαγή σχεδίων ζωτικής σημασίας, μα και ψάξιμο για την εύρεση του κατόχου αυτού του θησαυρού που δεν μού ανήκει σε καμιά περίπτωση, ει μη μόνον τα εύρετρα.’’

Πράγματι, το 4% των χρημάτων τούτων, που όπως έγραφε σε ένα σημείωμα ήταν ένα ποσόν της τάξεως των 500.000 ευρώ και αυτό ακόμη ήταν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν με το οποίο μπορούσε να κάνει μιαν καινούρια αρχή στο ψιλικατζίδικό του. Και αν η Μοίρα δεν τού έκανε πλάκες, πού ξέρεις, ίσως αυτήν τη φορά να ήταν πιο τυχερός, Αν ο κάτοχος αυτής της βαλίτσας ήταν έντιμος και σεβόταν τους Νόμους της πολιτείας θα σεβόταν και αυτόν που βρήκε τα λεφτά του και τού τα παρέδωσε χωρίς να μπει στον πειρασμό να τα κρατήσει για πάρτι του.

Μα ξάφνου μια φλασιά τον έκανε να αναπηδήσει:

‘’Ρε συ, πού ακούστηκε ό κάτοχος ενός τέτοιου ποσού, μισού εκατομμυρίου, να ταξιδεύει με τα μέσα μαζικής μεταφοράς όπου χίλια δυο απρόοπτα ελλοχεύουν, καλή ώρα σαν τούτο της ανταλλαγής, ακούσιας βέβαια, αποσκευών; Ακόμη και αν δεν οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητό του, ένα ταξί χάθηκε να ναυλώσει για σιγουριά; Να τι έγινε τώρα.

Και αν πάλι τα χρήματα αυτά ήταν προϊόν παράνομης συνδιαλλαγής ή και λύτρα μιας απαγωγής εύπορου Αθηναίου επιχειρηματία;

Τι κάνουμε στην περίπτωση αυτή καρντάση μου; Ωρέ και τι μπελάδες με αναμένουν!’’

Από το άλλο στρατόπεδο τώρα.

Ο έχων απολέσει τόσο χρήμα, έξαλλος με την τύχη του και βρίζοντάς την με ακατονόμαστες βρισιές, μα έχοντας το όνομα του δράστη σαν σε ελλιπή ταυτότητα, έκανε απεγνωσμένες μαύρες σκέψεις. ’’Σιγά μη και με πιστέψουν τα κολεγιόπαιδα. Θα νομίζουν ότι τα οικειοποιήθηκα, όπως θα ‘καναν και αυτοί στην θέση μου και θα με γδάρουν ζωντανό για να τους πω πού τα παράχωσα. Πιο πολύ αυτό σκέπτομαι από τα χάσιμο του μερικού μου στα τρία. Πρέπει να τον βρω τον άθλιο.’’

Γύρισε πίσω στην Αθήνα ξανακάνοντας το δρομολόγιο προς Κωλοπετινίτσα κατεβαίνοντας και κάθε φορά σε άλλη στη στάση. Δεν μπορεί, κάποιος θα τον πρόσεξε, κάτι θα έκανε διαφορετικό από τους συνηθισμένους επιβάτες.

Στάθηκε σκανδαλωδώς τυχερός, αφού με το πρώτο κιόλας χωριό όπως ξέρουμε, φάνηκαν τα ίχνη του μεν αλλά τι περίμενες, θα καθόταν ο μουστερής εδώ να σε περιμένει; Τι ψάχνεις από σπίτι σε σπίτι; Σίγουρα το IQ σου από κάπου μπάζει. Δεν θα κατάλαβε λες από την μυρουδιά του χρήματος και τις συγκυρίες που προείπαμε, την προέλευσή του; Δεν θα τα πήγε ήδη στις αρχές του τόπου; Ποιες αρχές δηλαδή; Δυο χωροφύλακες όλοι και όλοι απασχολημένοι να παίζουν τάβλι στον καφενέ του χωριού!

Κέρασε την αραιή πελατεία μία ρακή και ρώτησε δήθεν τυχαία και αθώα αν το χωριό είχε τουρισμό, πράγμα που τον ενδιέφερε τάχα μου για το εμπόριό του.

«Τουρισμό; Πώς αμέ; Αν ούλα τα χωριά σαν το δικό μας είχαν την τύχη του, κανείς συγχωριανός δεν θα πάγαινε να δουλέψει στα καπνοχώραφα!»

«Δηλαδή σαν τι τύχη έχει το χωριό σας;

Καφετζή άλλη μια γύρα κερνώ τα παλικάρια τής Έννομης Τάξης».

«Μόλις παραδώσαμε στον Κοινοτάρχη μια βαλίτσα με 500.000 ευρώ, μείον κάτι ψιλά για εύρετρα».

«Και πού ΄ντο το τίμιο παλικάρι που τα βρήκε και τα παρέδωσε; Τέτοια βλίτα λίγες φορές συναντάς στον βίο σου…»

«Επέστρεψε εις Αθήνας και εύχεται να μη βρεθεί ο κάτοχος και μετά από την Νόμιμη αναμονή το ποσόν να περιέλθει σ΄ αυτόν συμφώνως τω Νόμω».

Η πληροφορία αυτή ήταν πολύτιμη, για τον απαγωγέα. Πολύ ευκολότερα θα το έπαιρνε το χρήμα από το βλακωδέστερο ον των συνανθρώπων του, παρά από τις αρχές αν σε αυτές κατέφευγε. Ανακρίσεις για το πού το είχε βρει το χρήμα, φορολογικές δηλώσεις και τα ρέστα τα γνωστά… Την φυλακή την είχε εξασφαλισμένη, ενώ αν τα έπαιρνε από τον μουστερή ‘’παλιά μου τέχνη κόσκινο’’ μέρος της δουλειάς του ήταν.

Έτσι άρχισε μια αγωνιώδης αναμονή τόσο για τον Πέτρο Πέτρου όσον και για τον απαγωγέα το όνομα του οποίου δεν μας είναι γνωστόν αλλά ούτε και έχει σημασία. ΑΠΑΓΩΓΕΑΣ. Είναι αρκετό. Μια αναμονή λοιπόν για διαφορετικό λόγο ο καθένας, μα για το ίδιο θέμα.

Α ρε άτιμο χρήμα! Εσύ δίνεις στη ζωή και νόημα και αξία, κακά τα ψέματα και αυτά τα ‘’εμείς είμαστε υπεράνω’’ και τέτοιες παλαβομάρες, είναι της παρηγοριάς!

Ας μην είναι και πολύ. Αλλά τόσο που να μην έχεις ανάγκη να απλώνεις το χέρι σου κάθε τόσο σαν ζήτουλας και να μην νοιάζεσαι αν την επομένη θα έχει φαγητό το τσουκάλι στη φουφού σου και αν υπάρχει κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου να σε προστατέψει από τα στοιχειά τής Φύσης, βρέξει χιονίσει.

Άντε να ‘χεις και για κανέναν φρέντο στην γειτονική σου καφετέρια να κεράσεις το κορίτσι σου και όχι εκείνο εσένα, ξευτίλα…

Αυτή είναι ζωή, για τον Πέτρο. Το πολύ χρήμα τον ζάλιζε. Δεν μπορούσε να το διαχειριστεί Δεν το ήθελε, μα δεν ήθελε και την ανυπαρξία του.

Ένα εξάμηνο τού είπαν η αναμονή αν και δεν ήσαν σίγουροι.

Και πώς θα τα έβγαζε πέρα μέχρι τότε ωρέ παλικάρια;

Όπως τα έβγαζες και μέχρι τώρα φίλε.

Τουλάχιστον κάτι ψιλά τού επέτρεψαν να τα πάρει …έναντι!

Και λούφαξε. Έπεσε σε χειμέρια νάρκη σαν και μερικά ζώα, εκτεθειμένος σαν και αυτά στον καύσωνα ή την παγωνιά.

Του είπαν να απευθυνθεί στον σύλλογο αστέγων  Βρήκε ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαγητό και αυτό το θεώρησε Επουράνια βοήθεια. Αγόρασε ένα χοντρό τετράδιο και λίγα στυλό και βάλθηκε να εξιστορεί την Οδύσσεια και την Ιλιάδα του μαζί.

Έγραφε για τις πλάκες που σκαρώνει η ζωή, σε φτωχοδιάβολους σαν ελόγου του. Είχε μετανιώσει για το απονενοημένο διάβημα κατά της ζωής του, που είχε τότε κατά νου και να σκεφτεί κανείς ότι αυτό το ‘’τότε’’ δεν ήταν παρά καμιά δεκαριά μέρες από κείνην την Αλκυονίδα μέρα τού τελευταίου, όπως σχεδίαζε, ταξιδιού του.

‘’Αχ ρε Πέτρο’’ σκεπτόταν. Εσένα δεν σου πάνε και δεν τα πάς τα σκοτάδια του ΤΕΛΟΥΣ.Η Ζωή είναι γεμάτη και δεύτερες και τρίτες μη σου πω και περισσότερες ευκαιρίες. Το μόνο που σού ζητά είναι να τείνεις ευήκοον ους να τις ακούσεις αν δεν μπορείς να τις δεις λόγω στραβομάρας. Είσαι τριάντα πέντε χρόνων μπουλούκος ρε, που να πιάσεις την πέτρα να την στύψεις και να βγάλεις νερό, που λένε. Μην ξανασκεφτείς κακό λοιπόν για τον εαυτό σου Έχεις την υγεία σου ρε. Πόσοι Εμίρηδες δε θα ‘διναν τις πετρελαιοπηγές τους να γίνουν σαν εσένα! Εντάξει, δεν λέω, ίσως και να κράταγαν καμιά πηγή να ‘’ποτίζουν’’ την υγεία τους, γιατί, όταν την έχεις την ευλογημένη θέλεις, λαχταράς ό,τι και εσύ τώρα. Ανθρώπινη Νομοτέλεια, τι τα θες!’’

Προς μεγάλη του έκπληξη είδε ότι η πένα του δεν έγραφε αρλούμπες. Ενδιαφέρουσα η γραφή του σωστά αποτυπωμένη κάτι σαν μυθιστόρημα βιωματικό. Χιλιάδες θα εύρισκαν τον εαυτό τους μέσα στις ιστορίες του. Το ένα επεισόδιο γεννούσε το άλλο και το περίεργο, τα γράμματά του ευανάγνωστα, καλλιγραφικά, ενώ οι σημερινοί νέοι ούτε που ξέρουν τι θα πει καλλιγραφία. Εδώ πάνε να ξεχάσουν ακόμη και την δυσανάγνωστη γραφή τους, αντικαθιστώντας την με τα greeklish… Πάει και η ορθογραφία. Ακόμη και οι εκδοτικοί νοιάζονται γ’ αυτήν λιγότερο στρέφοντας το κύριο ενδιαφέρον τους στα διαστήματα μεταξύ των λέξεων σε ένα κείμενο που τους στέλνεις, Τι να πεις! Απαίτηση του tablet ή του computer σου.

Ένας από τους φίλους αστέγους είδε και διάβασε αυτά τα γραπτά και θαύμασε την απλότητα και την ομορφιά τους. Τον παρότρυνε να τού τα πάει εκείνος σε έναν φίλο του μικρό εκδότη και θα ξέρουν από πρώτο χέρι αν κάτι αξίζουν εμπορικά, αν και οι καιροί είναι δύσκολοι ακόμη και για διαμαντάκια σαν αυτά του Πέτρου.

Μέχρι που ένα πρωινό ήρθε στον σκουπιδότοπο που φυτοζωούσε, ένα μήνυμα από τα μεγάφωνα: « Ο Πέτρος Πέτρου να έρθει στην γραμματεία για υπόθεσή του»…

Και ο Πέτρος Πέτρου μέσα σε έναν επτασφράγιστο φάκελο είδε να παίρνει τη ζωή στα χέρια του ξανά:

« Ο χρόνος της αναμονής τελείωσε. Περάστε από τα γραφεία μας κτλ. κτλ… δεν έχει παρουσιαστεί κανείς να ανακοινώσει απώλεια χρημάτων. Οπότε… κτλ κτλ».

Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, ο Πέτρος προβληματίστηκε. Για στάσου. Ό,τι και αν έγινε, δεν αποποιείσαι εύκολα τόσο χρήμα.

Μέχρι που ένας συνοδοιπόρος τού είπε:

« Ρε συ Πέτρο ένας ύποπτος τύπακας, από αυτούς που κάνουν μπαμ ότι είναι του σχοινιού και του παλουκιού, ρωτούσε τα παιδιά αλλά και εμένα αν ξέρουμε κάποιον Πέτρο Πέτρου.
«Είναι ο μόνος μου συγγενής και τον ψάχνω σε όλα τα δυνατά μα και αδύνατα μέρη, ακόμη και σε τούτη τη χωματερή. Τον ξέρει κάποιος;» μάς είπε.

Ρε συ έχω κακά προαισθήματα δε μού άρεσε η φάτσα του. Φυσικά κανένας μας δεν σε ήξερε ούτε στην γραμματεία. Ξέρουν αυτοί σε ποιους δίνουν πληροφορίες αν παραστεί ανάγκη».

Ηλίου Φαεινότερο ότι η ώρα μηδέν είχε φτάσει. Και είτε η επιταγή των 490ευρώ και κάτι ψιλά με τις κρατήσεις, θα έμπαινε στις τσέπες του, είτε θα τού άφηναν μια γλυκιά ανάμνηση μα και μία σφαίρα στο δόξα πατρί να τον συνοδεύει στο ταξίδι που δεν είχε επιλέξει ο ίδιος τη φορά αυτή.

Η Μοίρα του όμως αυτή την φορά στάθηκε γενναιόδωρη μαζί του. Ο τύπος πλακώθηκε στο ξύλο με κάτι φιλαράκια του Πέτρου και εκών άκων μετέβη στον άλλο κόσμο άνευ εισιτηρίου και χρημάτων.

Ο Βελζεβούλ που συνάντησε έξω από την κόλαση τον παρηγόρησε, λέγοντας: «Σιγά βρε καρντάση και σαν τι θα το έκανες το χρήμα, εδώ που ήρθες δεν έχει πέραση».

«Λοιπόν παιδιά, για μπείτε στη σειρά. Από ένα δεκάρι ο καθένας σας για τις πρώτες σας ανάγκες και μετά, εγώ εδώ θα ΄μια. Δηλαδή, όχι ακριβώς ΕΔΩ, μα στο μαγαζάκι μου, στην οδό τάδε αριθμός δείνα…»

«Να μας ζήσεις φίλε και άνθρωπε. Και μείς οι καλύτεροι αναγνώστες σου. Το ότι έχουμε ένδεια οικονομική δεν σημαίνει ότι έχουμε και πνευματική από δαύτη.

Είσαι ένας από εμάς, φίλος, συγγραφέας, μα πάνω απ’ όλα ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος