Select Page

Περί Αθανασίας[1] και άλλων ανεκπλήρωτων απωθημένων επιθυμιών

Περί Αθανασίας[1] και άλλων ανεκπλήρωτων απωθημένων επιθυμιών

cigar_wine

 

«Ακόμα κι αν ισχυριστώ ότι όλα αυτά που

σας διηγούμαι είναι απολύτως πραγματικά,

υπάρχει περίπτωση να με πιστέψετε;»

Αμβροσιος Σακαδας

 

 

–Κάνουμε παιδιά για να νικήσουμε το θάνατο. Oι γυναίκες. Εμείς οι άνδρες κάνουμε άλλα πράγματα μια και δεν μπορούμε να τεκνοποιήσουμε, κτίζουμε, φιλοσοφούμε, κάνουμε τέχνη, εφευρίσκουμε. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την αθανασία, εννοώ την προσωπική μας αθανασία. Μετά το θάνατό μας, δεν έχει και τόση σημασία τι θα μείνει πίσω σαν κληρονομιά, υστεροφημία, ανάμνηση. Τo θέμα επομένως είναι να βρούμε τον τρόπο να μην κοιτάζουμε τα ραδίκια ανάποδα από τα ογδόντα μας, τόσο δεν είναι ο μέσος όρος ζωής;

Αυτός που αγορεύει είναι ο Ντέμης, από το Δημοσθένης. Είμαστε στη μέση μιας συζήτησης περί αθανασίας, όπως προφανώς έχετε ήδη αντιληφθεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ πως καταλήξαμε σε μια τέτοια συζήτηση. Ίσως να οφείλεται στο ότι είναι ακόμα καλοκαίρι. Είμαστε καθισμένοι γύρω από ένα καλογερικό δρύινο τραπέζι με ιδιαίτερα γευστικά στερεά και υγρά καύσιμα. Το νυχτερινό δροσερό αεράκι αναμοχλεύει τις επιθυμίες μας που σχεδόν κάνει ορατές το διακριτικό φως μιας αστραφτερής σελήνης. Έχουμε τη δεύτερη αυγουστιάτικη πανσέληνο. Με λίγα λόγια θέλω να πω ότι απολαμβάνουμε όλοι μας μια ευδαιμονία που ενδόμυχα ευχόμαστε να μην τελειώσει ποτέ. Ό,τι υπάρχει γύρω μας λέγεται Εκάλη.

Ο Δημήτρης, την βίλα του την αποκαλεί σπίτι, γιατί στην τελική είναι το σπίτι του, αλλά μοιάζει περισσότερο με μικρό ξενοδοχείο, τριών μόνο ορόφων, πισίνα, παρ’ λίγο ολυμπιακών διαστάσεων και ένα δάσος τρία ή τέσσερα στρέμματα, γεμάτο οπωροφόρα δένδρα και λουλούδια, που ο Δημήτρης αποκαλεί αυλή. Σ’ αυτή την αυλή λοιπόν, που περιβάλλεται από ένα τοίχο τουλάχιστον δυο μέτρων, υπάρχουν και δυο γήπεδα: ένα για μπάσκετ και ένα για ποδόσφαιρο 5χ5. Ως φιλότεχνος, θα ήθελε κι ένα υπαίθριο θέατρο αλλά δεν του ήταν εύκολο να αφαιρέσει τετραγωνικά απ’ την πισίνα.

– Τώρα με όλα αυτά τα πειράματα που γίνονται στο DNA, οι επιστήμονες δεν μπορούν να κάνουν κάτι; Υπάρχουν ζώα που ζούνε πάνω από εκατό χρόνια. Οι χελώνες ζουν 150 χρόνια. Κάτι πρέπει να υπάρχει στον οργανισμό τους. Κάποια άγνωστη ουσία. Το είδα στο Discovery Channel, παρεμβαίνει η Ντόρα, από το Δωροθέα, με άπταιστη αγγλική προφορά.

Να σας συστήσω. Η Ντόρα, μια φουλ σαραντάρα, είναι γυναίκα του Δημήτρη. Στα νιάτα της σπούδασε, κακήν – κακώς, αγγλική φιλολογία, αλλά βασικά, από την ημέρα που παντρεύτηκε τον, κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της, Δημήτρη, ασχολείται αποκλειστικά με την συλλογή όλων των (αν κάτι τέτοιο βέβαια είναι εφικτό) καταναλωτικών αγαθών που διατίθενται σε τιμές ευκαιρίας στην ντόπια και αλλοδαπή αγορά. Το δεύτερο κατά σειρά προτίμησης χόμπι της, είναι οι πλαστικές εγχειρήσεις. Αν και ευτυχώς δεν πείραξε ιδιαίτερα το όμορφο πρόσωπό της, μέχρι τώρα έκανε αρκετές επεμβάσεις με εντυπωσιακότερη αυτή του στήθους της που συναγωνίζεται την πισίνα. Πάντα φροντίζει να φορά κάτι με ανοιχτό ντεκολτέ ώστε να αναδεικνύεται προκλητικά ο πολύτιμος ημιυπαίθριος. Αυτά δεν φαίνεται να ενοχλούν τον Δημήτρη. Παρέλαβε ως αποζημίωση απ’ τον πεθερό του για την σύμβαση γαμήλιας δέσμευσης, (παλιά χρησιμοποιούσαν τον αντιδραστικό όρο ‘’προίκα’’), ένα εργοστάσιο λιπασμάτων, τα έσοδα του οποίου, κυρίως από την πώληση λαθραίων απαγορευμένων χημικών ουσιών, υπερβαίνουν κατά πολύ τα μικροέξοδα της συμβίας του. Ο Δημήτρης, φροντίζει κι αυτός τον εαυτό του. Μέρα παραμέρα παίζει γκολφ με εισοδηματίες υπόπτου προέλευσης αλλά μεγάλης κοινωνικής αποδοχής και προσέχει υπερβολικά τη δίαιτά του. Κάθε πρωί μαζί με το αναμφιβόλως υγιεινό πρωινό του παίρνει και καμιά δεκαπενταριά χαπάκια που περιέχουν βιταμίνες, ιχνοστοιχεία κι όλα τα υπαρκτά ευγενή και μη μέταλλα. Τελευταία όμως δείχνει λίγο καταβεβλημένος κι αυτό πιθανόν να οφείλεται στις σκοτούρες και τα προβλήματα που έχουν κι άλλοι συνάνθρωποι μας με υψηλά πέραν του δέοντος εισοδήματα.

–Τι μας προτείνεις ρε Ντόρα, πετάγεται ο Τεό, από το Θεόδωρος. Να τρώμε χελωνόσουπα; Εμένα η χελωνόσουπα μου κάνει πιο πολύ αφροδισιακό παρά πώς το λένε… ελιξίριο της ζωής.

– Κι από πού βγάζεις τέτοιο συμπέρασμα; πετάχτηκε η Στέφη, από το Στεφανία.

– Μα από την Κίνα. Εκεί δεν τρώνε συνέχεια χελωνόσουπα; Κοντεύουν να ξεπεράσουν τα δυο δισεκατομμύρια σε πληθυσμό οι Κινέζοι, δεν κοντεύουν;

Οι δυο τελευταίοι προλαλήσαντες είναι αδέλφια και γείτονες του Δημήτρη και της Ντόρας. Σκαρφαλώνουν ακάθεκτοι αμφότεροι την δεκαετία των τριάντα. Το φέουδό τους είναι διακόσια μέτρα μακρύτερα, προς Κηφισιά μεριά, και περιλαμβάνει δυο μεζονέτες σε ένα εξ’ αδιαιρέτου οικόπεδο να το πω Κτήμα; Ράντζο; Κάτι μεγάλο πάντως, που, μεταξύ άλλων, κληρονόμησαν από τους γονείς τους. Διαθέτουν επίσης και ένα «οίκο μόδας» νυφικών σε διώροφο νεοκλασικό στην Πλάκα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ραφτάδικο όπου ανακυκλώνονται χρησιμοποιημένα νυφικά και ξαναπουλιούνται σε αστρονομικές τιμές σε επαρχιώτισσες νεόπλουτες νύφες. Η Στέφη, ελεύθερη ακόμα, σπούδασε δι’ αλληλογραφίας σε μια ιδιωτική σχολή μόδας, τύπου Ελευθέρων, (ό,τι να’ ναι), Σπουδών και ο Τεό, «ελεύθερη» κι αυτός, κάτι αντίστοιχο αλλά σε γαστρονομία. Ουσιαστικά το μαγείρεμα μοιάζει πολύ με την ραπτική. Ανακατεύεις διάφορα ετερογενή υλικά για να κάνεις πχ. μια σούπα. Μόνο που τη σούπα δεν μπορείς να την χρεώσεις στον πελάτη εκατό φορές ακριβότερα, ενώ το νυφικό στο οποίο έχεις προσθέσει μερικά τούλια, λίγες χάντρες και κάνα φιόγκο, μπορείς. Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που και ο Τεό το γύρισε στη ραπτική. Πρακτικός ο Τεό. Οι δουλειές τους πάνε τόσο καλά που αν δεν υπήρχε κρίση, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Ντέμη, η επιχείρηση θα είχε εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Τέτοια μπούρδα είχα να ακούσω πολύ καιρό. Ο Ντέμης, είναι γκόλντεν μπόι, προϊστάμενος στην Τράπεζα Κύπρου, κρυφός[2] γκόμενος του Τεό και οικονομικός σύμβουλος όλης της παρέας. Όταν κάποιος Πάγκαλος είπε ότι: όλοι μαζί τα φάγαμε, είναι προφανές ότι εννοούσε κι αυτή την παρέα. Είναι δύσκολο να πιστέψεις, αυτό που στο Τεό είναι ηλίου φαεινότερο, ότι ο Ντέμης είναι ‘’γκέι’’. Αν και το καλό γούστο του στο ντύσιμο υπερβαίνει σε σχολαστικότητα, είναι αρρενωπός, ψύχραιμος έως ψυχρός και γενικά η όλη εικόνα του θυμίζει Εγγλέζο δανδή.

– Νίκο μας, τι γνώμη έχεις περί αυτού; μου απευθύνει ευγενικά το λόγο η Ντόρα.

– Η αναζήτηση μεθόδου, που θα μας χάριζε την αθανασία νομίζω ότι είναι τόσο παλιά όσο και η ανθρωπότητα. Θα πρέπει να ήταν το πρώτο πράγμα που επινόησε ο άνθρωπος όταν συνειδητοποίησε ότι θα πεθάνει. Πιθανόν σ’ αυτή την αγωνία να οφείλεται κι η γέννηση των θρησκειών περί «μετά θανάτου – ζωής», «μετεμψύχωσης», «ανάστασης», «αθανασίας της ψυχής»…

– Καλά όλα αυτά τα θεωρητικοφιλοσοφικοθρησκευτικά…αλλά εδώ μιλάμε για το πώς μπορούμε να γίνουμε αθάνατοι, με διακόπτει ο Δημήτρης.

– Οκ, απαντώ αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε σε δυο πράγματα πριν. Όλοι μας θέλουμε να παρατείνουμε την νεότητα μας ε; Όχι τα γηρατειά. Τι νόημα έχει να είμαι 200 ετών γέρος αφού ήδη από τα 80, για να μην πω, από τα 60, έχω αρχίσει να έχω προβλήματα υγείας και…

– Τι καλά που τα λέτε, πετάγεται η Στέφη. Να ζήσουμε, αλλά να είμαστε νέοι. Νέοι δηλαδή όσο είμαστε τώρα, τριάντα, σαράντα, κάπου εκεί, ούτε νιάνιαρα, ούτε πουρά που λέει ο λόγος κύριε Νίκο, συγνώμη δεν εννοούσα εσάς, οι παρόντες άλλωστε εξαιρούνται, δαγκώνεται λίγο αλλά όταν με βλέπει χαμογελαστό χαλαρώνει πάλι.

– Άλλωστε εγώ, έχω μεγάλη αδυναμία στους ώριμους άνδρες, προσθέτει ναζιάρικα και μ’ αποτελειώνει.

Ε, λοιπόν, ο Νίκος, είμαι εγώ. Από το Νικόλαος. Επειδή εκφράζομαι λίγο ειρωνικά για την παρέα μου, πιθανότατα ν’ αναρωτιέστε τι δουλειά έχω εδώ. Κατ’ αρχήν, ως ο πιο ηλικιωμένος αυτής της παρέας, και λόγω της προχωρημένης ηλικίας μου, σας ενημερώνω ότι τα σχόλια και οι παρατηρήσεις μου έχουν πια το χαρακτήρα διαπίστωσης[3] και δεν έχω καμιά πρόθεση η δικαίωμα να μεμφθώ η να κρίνω τον οποιοδήποτε. Αντίθετα, χρωστώ ευγνωμοσύνη στο Δημήτρη και στην Ντόρα που με φιλοξενούν, έστω και προσωρινά. Το θέμα με την φιλοξενία, όμως, είναι ότι χωρίς ο φιλοξενούμενος να το θέλει, συμμετέχει αναγκαστικά στις εκδηλώσεις που συμβαίνουν στον τόπο φιλοξενίας του, μόνο και μόνο επειδή είναι παρόν. Δεν μπορεί να το αποφύγει για να μην προσβάλει τους οικοδεσπότες, και αυτοί τον προσκαλούν γιατί έτσι υπαγορεύει το αίσθημα της φιλοξενίας και της ευγενείας, ακόμα κι αν μερικές φορές το κάνουν με το στανιό. Βέβαια, με τρώνε που με τρώνε στη μάπα οι άνθρωποι, να μην επωφεληθούν λίγο επιδεικνύοντας στους καλεσμένους τους ότι έχουν κι ένα φίλο καλλιτέχνη;

– Εσύ πάντως Στέφη δεν έχεις ανάγκη από κάποιο χάπι. Έχεις βρει τον τρόπο να παραμένεις νέα από μόνη σου. Εδώ και μερικά χρόνια έχεις κολλήσει στα τριάντα τρία. Μη με ρωτήσεις πως το ξέρω. Μέχρι που τελειώσαμε τις σπουδές μας ήσουνα δυο χρόνια μεγαλύτερη και τώρα είσαι ένα χρόνο μικρότερη μου χαχα…

Γελάμε και ο Τεό ίσα που προλαβαίνει να σκύψει για να αποφύγει το ποτήρι με το νερό που εκτοξεύει η Στέφη. Εγώ όμως δεν είχα τόσο καλά αντανακλαστικά και το λούζομαι.

– Ελπίζω να είναι το αθάνατο νερό, άλλωστε είν’ ακόμα καλοκαίρι, λέω γελώντας στη Στέφη που πετάγεται όρθια και μου ζητάει συγνώμη.

Η Στέφη σε πρώτη ματιά δίνει την εντύπωση αφελούς ατόμου. Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρος αν ισχύει κάτι τέτοιο, όπως δεν ισχύει και για τη Μενεγάκη. Εμφανισιακά είναι το ακριβώς αντίθετο της Ντόρας. Δεν έχει την πληθωρικότητα που της προσδίδουν οι καμπύλες της, είναι λεπτή κι ευλύγιστη σαν αιλουροειδές. Δεν είναι ο σωματότυπος της Αφροδίτης, αλλά της Άρτεμης. Μαλλί κοντό, στεγνά αλλά αρμονικά χαρακτηριστικά και δυο ατελείωτα πόδια που αναδύονται μέσα από μια σχεδόν ανύπαρκτη φούστα. Αν πούμε ότι η Ντόρα είναι ένα χορταστικό δείπνο η Στέφη είναι σίγουρα ένα εξαιρετικό κρασί. Αυτή είναι κι η μεγάλη τους διαφορά. Το φαγητό είναι μια ανάγκη ενώ το ποτό μια ελεύθερη επιλογή.

Την στιγμή, λοιπόν, που αυτό το πλάσμα με πλησιάζει με μια πετσέτα για να με σκουπίσει, καταφτάνουν τα τέκνα της οικογένειας, ο Πέρης, από το Περικλής και η Εύα, από το Ευανθία και η προσοχή όλων, ακόμα και της Στέφης, στρέφεται αλλού. Η Εύα σπουδάζει εικαστικά στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Φλωρεντία. Πρόκειται για μια ηθική δοκιμασία. Είναι τόσο γοητευτική που ενστικτωδώς σου γεννιούνται αμφιβολίες για την πατρότητα της. Αυτό φυσικά μόνο σ’ όσους γνωρίζουν το Δημήτρη και την Ντόρα. Όχι τόσο για το ότι ο Δημήτρης είναι ιδιαίτερα κακομούτσουνος όσο για το ότι η Ντόρα δεν είναι, ούτε ήταν, ποτέ πολύ φρόνιμη. Κάθε φορά που βλέπω αυτό το κορίτσι, από τότε που αποφοίτησε απ’ το λύκειο, εύχομαι να ήμουν εκατό χρόνια νεότερος. Αυτό κι αν είναι ένα κίνητρο για την αθανασία (μου), αλλά τελικά, όλο και πιο πολλά απ’ αυτά που εξακολουθείς να θες, καθώς γερνάς, τα βλέπεις ν’ απομακρύνονται, απελπιστικά αμετάκλητα. Αντίθετα ο Πέρης μοιάζει, πέραν κάθε αμφιβολίας, στον πατέρα του. Υπολείπεται της Εύας σε ύψος, ηλικία και ευφυΐα. Σπουδάζει, Διοίκηση Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ της Λάρισας.

Η ώρα δεν είναι ιδιαίτερα προχωρημένη. Μετά βίας περασμένα μεσάνυχτα. Τα παιδιά πεινάνε και με αφορμή αυτό η Φα, από το Φατιμά, (οικονόμος, νταντά, μαγείρισσα κλπ.), ξαναγεμίζει το τραπέζι μας με διάφορα καλούδια. Εγώ έχω ήδη βαρυστομαχιάσει και το μόνο που θέλω είναι να πιω. Ανοίγουμε λοιπόν, ακόμα ένα πανάκριβο «Μικροκλίμα 2001», Κτήμα Παπαϊωάννου[4]. Επικρατεί ολίγη αταξία καθώς ξαναγεμίζουν τα πιάτα και τα ποτήρια και η συζήτηση επανέρχεται δριμύτερη με τον Δημήτρη να προσκαλεί τα παιδιά του να συμμετέχουν στη συζήτηση.

–Τι γνώμη έχετε παιδιά για την αθανασία;

–Αθανασία; Γουστάρω, πολύ cool, λέει με ενθουσιασμό o Πέρης.

Έχω την ακράδαντη βεβαιότητα ότι αυτό το παιδί κάτι έχει πάρει.

–Μάλλον εννοεί την «κρυογονική», σπεύδει να διασαφηνίσει ο Ντέμης.

–«Ο Μπάρον και η Αιωνιότητα», Norman Spinrad, μεταπάνκ επιστημονική φαντασία.

Να, λοιπόν, που κάτι θυμάται κι η Ντόρα από τις σπουδές της.

–Τι δηλαδή, σε βάζουν στην κατάψυξη; Και μετά τι; Εμένα μου φαίνεται πολύ αστείο να ανοίγεις στο σπίτι σου τον καταψύκτη με να βλέπεις μαζί με τα κοτόπουλα και τον παππού σου χα… χα... χα… ευθύμησε η Στέφι.

– Η κρυογονική δεν είναι μέθοδος αθανασίας, είναι σαν να κοιμάσαι και να ξυπνάς κι εγώ δεν ξέρω πότε. Ποιος θα ήθελε να κοιμηθεί τώρα, στα ενενήντα του, χούφταλο να πούμε, και να ξυπνήσει διακόσια χρόνια αργότερα χούφταλο κι επιπλέον να μην ξέρει και τι του γίνεται. Εδώ ένα Σαββατοκύριακο πας διακοπές κι όταν γυρίζεις τη Δευτέρα μαθαίνεις ότι η χώρα χρεοκόπησε κι ο Μητσοτάκης είν΄ ακόμα ζωντανός. Άσε που όταν ξυπνήσεις μπορεί να είσαι μικρότερος κι απ’ τον εγγονό σου…

Πρακτικός ο Τεό.

– Διάβασα κάπου στο ίντερνετ, ότι ένας Αλχημιστής σκέφτηκε να πώς να το πω, να αντιστρέψει τη ροή του υποκειμενικού μας χρόνου και ταυτόχρονα να τον κλειδώσει έτσι ώστε αυτός να πηγαινοέρχεται σαν γιογιό, δεν είναι η πιο σωστή λέξη. Δηλαδή ας πούμε ότι όταν εγώ γίνομαι σαράντα χρονών, αντί να συνεχίσω να μεγαλώνω, αρχίζω να γίνομαι νεότερη, μέχρι που φτάνω τα εικοσιπέντε και μετά πάλι αρχίζω να μεγαλώνω μέχρι τα σαράντα και ούτω καθ’ εξής… παρεμβαίνει σοβαρά στη συζήτηση η Εύα. Ταλάντωση, είναι πιο σωστό…

– Ωραία ιδέα, αποφαίνεται ο Ντέμης. Μετά όμως τι γίνεται;

– Την πατάει. Βρίσκει τον τρόπο να αντιστρέψει το χρόνο προς τη νεότητα αλλά δεν καταφέρνει να τον αναστρέψει ξανά, έτσι γίνεται έμβρυο, σπέρμα και χάνεται, εξατμίζεται..

– Αυτό είναι μια παραλλαγή μιας ταινίας με τον αααα… Μπραντ Πητ, να δεις πώς λέγεται; Ααα… «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» [5] ...αναφωνεί η Ντόρα.

– Αυτό είναι μια από τις ιστορίες του Νίκου[6], λέει ο Δημήτρης με περηφάνια. Η ταινία που γυρίστηκε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα δεν έχει καμιά σχέση με την αθανασία.

– Ούτε και με το Νίκο, διασαφηνίζω εγώ, χασκογελώντας.

Όλα τα βλέμματα στρέφονται προς εμένα. Νιώθω να με κοιτάζουν με μεγαλύτερο σεβασμό, αν και δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς μπορεί σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάντως ο Δημήτρης το έθεσε σωστά, έτσι για να μην μπερδεύουμε το φάντη με το ρετσινόλαδο.

– Είμαι σίγουρη ότι έχετε κάνει πολλά ωραία στη ζωή σας, κύριε Νίκο, μου λέει γλυκά η Στέφη κι ύστερα σχολιάζει σκεπτική. Εγώ πάντως θα πάθαινα ίλιγγο με κάτι τέτοιο, να πηγαίνω δηλαδή όλη την ώρα πάνω – κάτω, μπρος – πίσω, ξέρω κι εγώ…

– Φυσικό το βρίσκω, την ειρωνεύεται ο Τεό. Ο εγκέφαλός σου γυρίζει σαν το μύλο του καφέ όλο και την αλέθεις τη μαλακία…

Η Στέφη τον κοιτάζει έξαλλη.

– Ποτέ δεν βρίσκεις κάτι καλό να πεις για μένα, βλάκα! Περνιέσαι για έξυπνος αλλά όλα αυτά που λες τα εξυπνακίστικα, είναι κλεμμένα απ’ τα κωλοαστυνομικά βιβλία που διαβάζεις, το λέω να το ακούσουν όλοι όλοι! Άι στο διάβολο.

– Αυτή είναι κι η δική σου διεύθυνση, απαντάει προκλητικά ο Τεό. Τουλάχιστον εγώ ξέρω να διαβάζω!

Η Στέφη σηκώνεται συγχυσμένη και μπαίνει στο σπίτι. Προλαβαίνω να ρίξω μια ματιά στο προκλητικό λίκνισμα των γοφών της. Η Ντόρα τρέχει πίσω της.

– Τι συμβαίνει με σας τους δυο σήμερα; μαλώνει δυνατά τον Τεό.

Κι όμως, η Ντόρα ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει. Το συζητούσαν νωρίτερα το απόγευμα με το Δημήτρη. Δηλαδή η Ντόρα το συζητούσε, με ένταση. Ο Ντέμης άπλωσε τα πλοκάμια του και στη Στέφη. Κάτι τέτοια, όταν είσαι ερωτευμένος, σε κάνουν να νιώθεις σα σκουπίδι και ότι όλα συνωμοτούν εναντίον σου γιατί η βαρύτητα των επιθυμιών τις εγκλωβίζει στα χαμηλά όργανα του σώματος. Αυτό εξηγεί απολύτως γιατί είναι επιθετικός ο Τεό, αλλά εγείρει απορίες για την ένταση της Ντόρας.

– Η κλωνοποίηση είναι επίσης μια ενδιαφέρουσα ιστορία, λέει ο Ντέμης σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Παράγουμε υγιείς απογόνους πανομοιότυπους γενετικής σύστασης και μορφής και μετακομίζουμε στα σώματα τους ότι ώρα θέλουμε.

– Ρε συ cool, πολύ in, ψελλίζει ξέπνοα πάλι ο Πέρης.

Τότε καταλάβανε όλοι ότι ο πιτσιρικάς είναι, εδώ και ώρα, κουρούμπελο στο μεθύσι. Ο Δημήτρης φωνάζει την Φα να φτιάξει ένα καφέ πικρό για το καμάρι του και να ρίξει και μια ματιά, τι απέγιναν τα κορίτσια.

– Αυτό μας έλειπε τώρα, άρχισε πάλι τα δικά του ο Τεό. Να ψάχνουμε τον Ντέμη σε διάφορα σώματα. Αλλά τι μαλακίες λέω, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις, στο σώμα της αδελφής μου. Εμάς βλέπεις μας έχει βαρεθεί.

Επικρατεί σιωπή. Ο Ντέμης βάζει αργά κρασί στο ποτήρι του και συνεχίζει ατάραχος.

– Με την κλωνοποίηση, επί πλέον, μπορούμε να διορθώσουμε και διάφορα βιολογικά και πνευματικά ελαττώματα, ε τι λες γι’ αυτό Τεό;

– Δηλαδή τι θες να πεις; ότι είμαι μικροτσούτσουνος, ή ότι η ψωλότσεπη της αδελφής μου είναι πιο γλυκιά από τη δική μου κωλοτρυπίδα; ουρλιάζει ο Τεό.

Εδώ κανονικά η ευπρέπεια επιβάλλει ηχητική λογοκρισία ή αποσιωπητικά στο κείμενο. Μην ξεχνάμε κιόλας ότι στην παρέα υπάρχουν και νεαρά παιδιά. Δεν μπαίνω όμως στον κόπο να παρέμβω για πολλούς λόγους εκ των οποίων ο κυριότερος είναι ότι δεν θα μπορέσετε να απολαύσετε την συνέχεια. Ήταν σαν να έσκασε χειροβομβίδα κρότου – λάμψης.

Ο Δημήτρης πετάγεται όρθιος, αρπάζει τον Τεό από το μπράτσο κι αρχίζει να τον τραβάει ολίγον βίαια προς την έξοδο. Ο Τεό, προσπαθώντας να αντισταθεί γραπώνεται από το τραπεζομάντιλο και θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου αν ο Ντέμης δεν είχε την ετοιμότητα να το συγκρατήσει από την άλλη πλευρά. Οι Ντόρα, Στέφη και η Φα πετάγονται έντρομες έξω απ΄ το σπίτι για να δουν τι συμβαίνει. Ο Πέρης, στον κόσμο του, βγάζει κάτι ακαταλαβίστικα μουγκρητά και η Εύα διπλωμένη στα δυο γελάει με την καρδιά της. Έτσι πως είναι σκυμμένη, μου είναι αδύνατο να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Κοιτάζω το μικρό παλμό στο μακρύ λαιμό της. Τον βλέπω να κάνει τικ-τακ σαν ένα ευαίσθητο σπάνιο ρολόι. Συντονίζεται με την καρδιά μου που τρέχει σαν τρελή, χωρίς ανάσα και κοντεύει να σπάσει. Ιδρώνω στην ιδέα ότι μπορεί να μ’ έχουν πάρει πρέφα οι υπόλοιποι, αλλά η αναστάτωση είναι τέτοια που κανείς δεν μου δίνει την παραμικρή σημασία. Ευτυχώς που οι σκέψεις μας δεν είναι ορατές.

Τελικά ο Τεό αναχωρεί και όλοι οι υπόλοιποι μαζευόμαστε σιγά – σιγά, πάλι γύρω απ’ το τραπέζι. Ευτυχώς τα εδέσματα έχουν περισωθεί και η κάβα του Δημήτρη φαίνεται να μην έχει πάτο. Σε μια ατμόσφαιρα εμφανούς αμηχανίας κι εκνευρισμού, η αποκαθήλωση ενός ουίσκι μαλτ «Ardbeg», 17 ετών [7], ελπίζουμε να γίνει το όχημα μιας αργής, αλλά καθολικώς, επιθυμητής επιστροφής στη προηγουμένη ευδαιμονική μας κατάσταση. Στα κεφάλια όλων υπάρχει η προφανής σκέψη του πόσο εύκολα ένας πικραμένος άνθρωπος, που έχει φάει και πιει τον αγλέουρα, μπορεί να χαλάσει, με μια μόνο κλανιά, τη διάθεση σε ένα εξαιρετικό τσιμπούσι. Ο Ντέμης πρώτος, σαν να μην συνέβη τίποτα, γίνεται ο δημόσιος εκφραστής αυτής της σκέψης.

–Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τέτοιος εκνευρισμός όταν δυο τρία ποτηράκια είναι αρκετά για να μας φέρουν τον ένα κοντά στον άλλο.

–Μήπως γιατί ενώ παριστάνουμε, όλοι, τους έξυπνους η ευφυΐα μας είναι τόσο μεγάλη όσο και το τακούνι μιας παντόφλας; λέω εγώ αστειευόμενος.

Αυτό ήταν. Ένα κύμα ευθυμίας σαρώνει την παρέα μας. Αρχίζουν όλοι να γελάνε. Αρχικά δειλά κι αμέσως μετά δυνατά κι ασυγκράτητα. Σαν να ξεστόμισα το πιο σπουδαίο καλαμπούρι του κόσμου. Η Στέφη και η Εύα σχεδόν πέφτουν στο γρασίδι από νευρικό γέλιο, ενώ η Ντόρα πάρα λίγο να πνιγεί από το κρασί. Μετά το ξέσπασμα, επιστρέφει πάλι η πρώην ανέμελη ατμόσφαιρα. Η Φα μαζεύει τα χαρτομάντιλα που χρησιμοποιούν τα υπόλοιπα θηλυκά μας για να σκουπίσουν τα δάκρυα απ’ τα μάτια τους. Ο Ντέμης ατάραχος όπως πάντα μυρίζει το μαλτ μ’ ευχαρίστηση. Ο Πέρης, σα χυμένος λουκουμάς στην πολυθρόνα του μας δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι κοιμάται. Στο μεταξύ ο Δημήτρης με μια έκφραση ικανοποίησης για την εξομάλυνση της βραδιάς, μας προσφέρει πούρα από ένα ξύλινο κασελάκι. Μόνο στους άνδρες. Καθώς σερβίρομαι ρίχνω μάτι στο καρτελάκι. Γράφει: ‘’CohibaSigloVI’’[8]. Εγώ έχω μαύρα μεσάνυχτα απ’ αυτά. Τα πουράκια που καπνίζω με τη σέσουλα, ως βαριά εξαρτημένος καπνιστής, είναι φτηνιάρικα. Ο Δημήτρης όμως σπεύδει να μας διαφωτίσει.

–Απ’ τα καλύτερα κουβανέζικα. Ταιριάζει απόλυτα με το ουίσκι μας. Λίγο ακριβά, αλλά σήμερα, πώς να το πούμε, έχουμε πανσέληνο. Ρουφάτε αργά κι αφήστε τον ουρανίσκο σας να απολαύσει την υπέροχη γεύση του, μας συμβουλεύει. Εγώ όταν πρωτοδοκίμασα αυτό το πούρο, μπορώ να πω ότι με πήρε μαζί του σε ένα ταξίδι που δε θα έπρεπε να είναι νόμιμο χα, χα…

Όσο γι’ αυτό το τελευταίο, ήμουνα σίγουρος. Τα προμηθεύεται οπωσδήποτε απ’ τους μαφιόζους μαζί με τα λαθραία απαγορευμένα λιπάσματα που εισάγει.

–Τώρα δηλαδή θα καπνίσετε; διαμαρτύρεται ξαφνικά ο Πέρης.

– Ναι γιατί; Φοβάσαι μην βάλουμε φωτιά στα δάση η μην μολύνουμε το περιβάλλον; του απαντάει ο Δημήτρης

– Έλα ρε ντάντυ, μη κάνεις τον Κινέζο.

Απευθύνεται σε όλους μας.

–Φρικάρω, πως μπορεί κάποιος να πληρώνει τόσα λεφτά για να γεμίσει με καπνό τα πνευμόνια του; Φτηνότερο είναι να χώσετε τις μούρες σας στην εξάτμιση ενός αυτοκινήτου και να πληρώνετε στον τύπο τη βενζίνη…

Μένουμε κόκαλο. Ο μικρός, που μέχρι πριν λίγο έμοιαζε ράκος τώρα σφύζει από ζωή και μας τη λέει κι από πάνω. Αυτό θα πει όμως να’ σαι εικοσάρης. Δεν φαντασιώνεις την αθανασία. Είσαι αθάνατος. Ό,τι σκατά κι αν καταβροχθίσεις το σώμα σου θεραπεύεται πριν να το πάρεις καν χαμπάρι. Απ’ αυτό ορμώμενος και από το μαλτ που τρέχει ευεργετικά στις φλέβες μου, προσπαθώ ν’ αναθερμάνω τη συζήτηση.

– Τι γνώμη έχετε για την νανοιατρική, την νανοτεχνολογία. Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχτεί πολύ. Ένας τύπος, ονόματι Robert Freitas, θεωρητικός νανορομποτικής, ισχυρίζεται ότι είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε μικροσκοπικά ιατρικά νανορομπότ που θα περνούν στην κυκλοφορία του αίματος, θα βρίσκουν τις επικίνδυνες ουσίες, όπως καρκινικά κύτταρα, βακτηρίδια, κλπ. και θα τα καταστρέφουν.

– ‘’I, Robot’’[9], με τον Γουίλ Σμιθ, σχολιάζει η Ντόρα. Από ένα βιβλίο του Ισαάκ Ασίμοβ, πολύ σέξι όμως ο Γουίλ Σμιθ, ε τι λέτε, σκουντάει ελαφρά τη Στέφη και κρυφοχαχανίζουν.

Ο Δημήτρης της ρίχνει μια περίεργη ματιά που όμως δεν περνάει απαρατήρητη.

– Τώρα να τρέχουν μέσα στις φλέβες σου διάφορα ζουζούνια, ανατριχιαστικό δεν είναι; απορεί η Στέφη. Εγώ πάντως το βρίσκω ανατριχιαστικό…

Ο Ντέμης, που μέχρι τώρα έπαιζε με τον καπνό απ’ το πούρο του κάνοντας δαχτυλίδια στον αέρα, άνοιξε πάλι το στόμα του.

– Το ‘’ I, Robot’’, έχει σχέση περισσότερο με τη Κυβερνοποίηση, τα cyborgs. Ο μετασχηματισμός ενός ανθρώπου σε cyborg μπορεί να περιλάβει τα μοσχεύματα ή την εξαγωγή ενός ανθρώπινου εγκεφάλου και την τοποθέτηση του σε ένα ρομποτικό σύστημα βίο-υποστήριξης. Κάποιος θα ήταν έτσι άτρωτος στη γήρανση και την ασθένεια και θεωρητικά αθάνατος εκτός αν σκοτωθεί ή καταστραφεί.

Ο Δημήτρης γελάει.

–Όλα αυτά είναι λίγο τρομαχτικά. Συμφωνώ με τη Στέφη. Δεν ταιριάζουν τόσο στους άντρες. Ταιριάζουν περισσότερο στις γυναίκες. Αυτές είναι πιο εξοικειωμένες με εγχειρήσεις. Πλαστικές.

–Ο Μάικλ Τζάκσον, που έγινε σαν το τέρας του Φρανκεστάιν, δεν σας λέει προφανώς τίποτα; Οι πλαστικές των γυναικών σας μάραναν. Σε τι σας ενοχλούν οι πλαστικές μας Δημήτρη μου, τον προκαλεί η Ντόρα.

–Α μπα, τίποτα δεν έχουν οι πλαστικές. Μόνο που καμιά φορά που θες να πιάσεις βυζί νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε γήπεδο του μπάσκετ.

– Μακάρι να μπορούσες να παίξεις μπάσκετ, μουρμουρίζει προσβεβλημένη η Ντόρα.

Σήμερα κάτι μολυσμένο πλανιέται στον αέρα. Κάποιοι το πάνε φιρί – φιρί για καυγά. Κι όχι τίποτα άλλο. Το μπουκάλι με το εξαίσιο μαλτ δεν έχει φτάσει ούτε καν στη μέση.

Ο Δημήτρης μορφάζει απαξιωτικά και ευτυχώς, για κάποιο άγνωστο λόγο, δεν ανταποδίδει τα πυρά. Έχει ένα βλέμμα όμως σαν να λέει: θα τα πούμε όταν πάμε στο κρεβάτι. Αλλά τι λέω. Κοιμούνται σε ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες. Το πιο πιθανό είναι να λέει: θα τα πούμε όταν θα φύγουν οι καλεσμένοι μας.

– Το βρήκα. Ταξίδια στο χρόνο. Μπαίνεις στη μηχανή του χρόνου και ταξιδεύεις στο παρελθόν, λέει η Εύα.

Πριν ανοίξει η Ντόρα το στόμα της, την προλαβαίνει ο Δημήτρης.

– Ντόρα γλυκιά μου, μην αρχίσεις να μας αραδιάζεις πάλι ονόματα όπως Ουέλς, Χόκινς και τα συμπαρομαρτούντα. Δεν είμαστε τμήμα φιλολογίας εδώ, κράτα τις παπαγαλίες σου για αλλού.

Η Ντόρα για να τον εκδικηθεί παίρνει απ’ το κουτί ένα πούρο και το ανάβει.

–Όπου και να ταξιδέψεις την ίδια ηλικία θα έχεις. Αυτό είναι κάτι σαν την κρυογονική, σχολιάζω.

–Ας υποθέσουμε όμως ότι, βρίσκουμε τον τρόπο ώστε, κάθε φορά που γυρίζουμε στο παρελθόν, πχ για μια δεκαετία, γινόμαστε νεότεροι κατά δέκα χρόνια; επιμένει η Εύα.

–Θα ζούμε συνεχώς τα ίδια πράγματα, θα ακούμε την ίδια μουσική, θα έχουμε την ίδια μόδα, θα ζούμε ξανά και ξανά, πώς να το πω κάτι σαν τη δεκαετία της Μαρμότας, λέει η Στέφη.

– Την είδα αυτή την ταινία στο ίντερνετ, χώνεται στη μέση ο Πέρης. Μόνο που δεν κατάλαβα τι είναι η Μαρμότα. Ψάρι είναι;

Εδώ γελάμε. Η Φα αεικίνητη μας σερβίρει προσεκτικά μαλτ στ’ αρσενικά και κρασί στα θηλυκά. Ο Πέρης απλώνει κι αυτός το ποτήρι του αλλά η Φα προς μεγάλη του δυσαρέσκεια του το γεμίζει με κόκα κόλα. Απολαμβάνω το μαλτ με τη ματιά μου να ταξιδεύει μια στον ουρανό και μια στη γη. Μια στο πρόσωπο της Εύας και μια στα πόδια της Στέφης. Αυτός που φαίνεται να με ψυχογραφεί είναι ο Ντέμης. Από την αρχή της βραδιάς με παρακολουθεί όπως ο κυνηγός το θήραμα του. Διακρίνω μια καχυποψία στο πρόσωπο του καθώς τα βλέμματα μας διασταυρώνονται για πολλοστή φορά.

–Σε μια ταινία, όχι ιδιαιτέρα πετυχημένη, οι άνθρωποι πληρώνονταν με χρόνο. Μετά τα είκοσι η εικοσιπέντε, δεν θυμάμαι καλά, σταματούσε η γήρανση και για να ζήσουν περισσότερο, πάντοτε ως νέοι, έπρεπε να ξοδεύουν χρόνο. Ο χρόνος ήταν η μονάδα κάθε συναλλαγής, ακριβώς όπως γίνεται σήμερα με το χρήμα. Πέθαινες όταν σου τελείωνε ο χρόνος. Γνωρίζετε τον τίτλο Νίκο;

–‘’InTime’’[10], απαντώ. Έτσι λέγεται η ταινία. Ενδιαφέρουσα ιδέα, αφ’ ενός γιατί «ο χρόνος είναι χρήμα» κι αφ’ ετέρου γιατί «τέλος χρόνου ίσον θάνατος». Θα μπορούσε να είναι μια καλή ιστορία κοινωνικής κριτικής αλλά εξελίχτηκε σε μια μέτρια περιπέτεια. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει σε μια κοινωνία νέων, όλα τα υπόλοιπα που θα είχε τη δυνατότητα να περιγράψει τα ξέρεις εσύ καλύτερα ως τραπεζίτης, δεν τα ξέρεις;

Όλοι κοιτάζουν πια εμάς τους δυο. Είναι σα μια μονομαχία. Μόνο που δεν καταλαβαίνω ακόμα γιατί.

–Αναρωτιέμαι τι θα ‘κανες εσύ αν τα πράγματα ήταν έτσι… συνεχίζει την επίθεση ο Ντέμης.

Τώρα εγώ πως να τους πω ότι δεν έχω πια τίποτα. Ότι τα έχασα όλα. Ότι είμαι χρεοκοπημένος. Κάτι σαν μετά από πόλεμο, πυρκαγιά, σεισμό. Η ικανότητα μου να αγοράζω χρόνο όσο πάει και μειώνεται. Ήδη ζω με μικροδουλειές και χαρτζιλίκι φίλων. Κι αυτό πόσο ακόμα μπορεί να διαρκέσει; Όσο πάει κι εξαντλείται η υπομονή των ευγενικών χορηγών μου. Το αστείο είναι ότι κάποιοι απ’ αυτούς δείχνουν να μ’ αγαπούν. Τόσο που αν ήμουν σε κώμα θα ξόδευαν να με κρατήσουν ζωντανό για κάποια χρόνια αλλά τώρα που δυσκολεύομαι να ζήσω, δεν φαίνεται να επιδεικνύουν την ιδία διάθεση. Έτσι είναι οι πλούσιοι. Αν τους πεις ότι τα οικονομικά σου αυτοκτόνησαν, καταλαβαίνουν ότι δεν έχεις αρκετά ώστε να αντικαταστήσεις την BMW με Μερσεντές. Δεν μπορούν καν να φανταστούν ότι όχι μόνο δεν έχεις αυτοκίνητο αλλά συχνά πυκνά ούτε ψιλά για εισιτήριο λεωφορείου.

–Νομίζω ότι θα είχα πρόβλημα αυτή την εποχή…

–Μα τι λέτε κύριε Νίκο, με ενθαρρύνει η Στέφη. Εσείς έχετε κάνει τόσα πολλά… Έχετε αποταμιεύσεις, δεν έχετε;

–Ε, ναι… αλίμονο, απαντώ. Και μακάρι να μπορούσε κανείς ν’ αγοράσει νιάτα με λεφτά.

Έτσι κι αλλιώς δεν γνωρίζουν ότι φιλοξενούμαι στο Δημήτρη γιατί δεν έχω που να μείνω. Νομίζουν ότι είμαι στην Αθήνα προσωρινά για δουλειά. Ο Ντέμης όμως είναι λαγωνικό. Κι εγώ ανήκω σ΄ ότι μισεί πιο πολύ: στους αποτυχημένους, στους φτωχούς, αυτούς που δεν μπορούν να πληρώσουν τη δόση τους στη τράπεζα, όσο χαμηλή κι αν είναι. Γιατί να θέλω να γίνω αθάνατος; Αυτό που δεν είπα, γιατί με διέκοψαν, στην αρχή της βραδιάς είναι ότι η αθανασία αξίζει όχι μόνο όταν διατηρείς τη νεότητα σου αλλά κι όταν έχεις διασφαλίσει μια καλή και εύπορη ζωή που εγώ πια δυστυχώς δεν διαθέτω.

–Τι κρίμα να μην είναι έτσι; μονολογεί η Στέφη. Και τι δεν θα ‘δινα να μείνω για πάντα νέα. Αυτή είναι η καλύτερη ιδέα που ειπώθηκε σήμερα εδώ…

–Έχω κι εγώ μια καλή ιδέα πετάγεται ο Πέρης. Να γίνουμε όλοι βρικόλακες. Αυτοί είναι αθάνατοι.

– Η ώρα κοντεύει 4… λέει ο Δημήτρης. Βρικολακιάσαμε… Δεν σας διώχνω αλλά εγώ πάω για ύπνο.

Σηκωνόμαστε όλοι και η Φα αρχίζει να μαζεύει το τραπέζι. Ίσα που πρόλαβα να περισώσω το ποτήρι μου με το μαλτ. Η Εύα τραβάει τον Πέρη να σηκωθεί κι η Ντόρα περιμένει να ξεπροβοδίσει τους καλεσμένους. Πριν φύγει η Στέφη σφίγγεται στην αγκαλιά μου και μου δίνει ένα σταυρωτό φιλί. Η ζεστασιά του κορμιού της προστέθηκε ευεργετικά (και διεγερτικά) σ’ αυτήν του αλκοόλ.

–Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία κύριε Νίκο, να σας ξαναδούμε. Ελπίζω να μην παρεξηγήσατε τον Τεό. Δεν είναι πάντα έτσι, μόνο όταν πίνει λίγο παραπάνω, ξέρετε εσείς…

Ο Ντέμης μου δίνει το χέρι του συγκρατημένα και καθώς απομακρύνονται προς την έξοδο, χουφτώνει προκλητικά τα οπίσθια της Ντόρας έτσι που να μπορώ να το δω. Στο παράθυρο του πρώτου ορόφου ο Δημήτρης τραβάει διακριτικά την κουρτίνα. Ειρωνικό να συζητάς με βρικόλακες για την αθανασία, σκέφτομαι καθώς πηγαίνω για ύπνο. Όταν μπορείς να γαμάς τόσο εύκολα τόσο πολύ κόσμο είσαι έτσι κι αλλιώς αθάνατος.

Κοιμήθηκα με τα παράθυρα ανοιχτά, συντροφιά με το θρόισμα του νερού απ’ τους αυτόματους κρουνούς που πότιζαν το γρασίδι. Ήταν μια ενδιαφέρουσα βραδιά. Δεν ξέρω όμως αν έφτασε στο σωστό τέλος.

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος

 

 

_____

 [1] «Υποθετική ατέρμονη παράταση της ζωής των έμβιων οργανισμών’’.

[2] «Κρυφός», σημαίνει ότι όλοι το έχουν βούκινο αλλά δεν γίνονται ποτέ σχόλια όταν οι εμπλεκόμενοι είναι παρόντες γιατί δεν είναι Politically Correct, που λένε κι οι Αμερικανοί.

[3] Μετά από μια ηλικία γίνεσαι κυνικός. Η διπλωματία και η διακριτικότητα δεν είναι πια τόσο αναγκαία μια και ουσιαστικά δεν έχεις να χάσεις και πολλά πράγματα πλέον. Έτσι χωρίς καν να το καταλάβεις αρχίζεις να λες ή τουλάχιστον να σκέφτεσαι τα πράγματα με το όνομα τους. Αποστασιοποιείσαι από την πραγματικότητα σαν να μην ανήκεις ούτε εσύ σ’ αυτή, γίνεσαι παρατηρητής, και τότε όλα γίνονται γεγονότα και ως γνωστόν τα γεγονότα στερούνται συναισθήματος και ηθικής. Έτσι οι παρατηρήσεις μετατρέπονται σε διαπιστώσεις.

[4] Βαθύ κόκκινο χρώμα. Σύνθετα και ευδιάκριτα αρώματα από λικέρ καφέ, μαρμελάδες κόκκινων φρούτων, κουτί πούρων, σβησμένο τζάκι, κέδρο και γραφίτη. Στο πλούσιο στόμα το φρούτο γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτο και συμπυκνωμένο. Νόστιμες, ισχυρές και κρασάτες τανίνες, εξαιρετική επίγευση και μεγάλη αρωματική διάρκεια. Μη με παρεξηγήσετε, δεν κάνω γκρίζα διαφήμιση.

[5]THE CURIOUS CASE OF BENJAMIN BUTTON,του Ντέιβιντ Φίντσερμε τους Μπραντ Πιτ, Κέιτ Μπλάνσετ, Τίλντα Σουίντον

[6] Ιστορια 8η, H ΛΙΘΟΣ, ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ από το ‘’ TO ΈΓΚΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΡΟΥΤΊΝΑ’’.

[7] Η Ardberg είναι μία παλιά ποτοποιία. Το μαλτ αυτό έχει καθαρό χρώμα και κάπως ελαφριά καπνώδη, αλλά υπέροχη, γεύση

[8] Η έκτη και τελευταία προσθήκη της σειράς Cohiba La Linea 1492, για τον εορτασμό της άφιξης του Χριστόφορου Κολόμβου στην Αμερική, πήρε το ψευδώνυμο «κανόνι». Το Singlo VI, της κατηγορίας toro, διαθέτει έναν από τους πιο φίνους καπνούς στην κουβανέζικη αγορά. Ο βαρύς καπνός του εμπλουτισμένος με ένα μείγμα υπέροχων γεύσεων, εξηγεί τον τεράστιο αριθμό πιστών οπαδών του.

[9] «Εγώ, Το Ρομπότ», του Άλεξ Πρόγιας / 2004

[10] ‘’In Time’’, του Άντριου Νικόλ / 2011

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!