Select Page

Πληρωμένο τέλος

Πληρωμένο τέλος

 

 

            Τις καθημερινές ξυπνούσε με ένα βάρος στο στήθος. Είχε κάνει εξετάσεις αλλά του έλεγαν, πως δεν έβρισκαν τίποτα. Όμως αυτός ήξερε, ότι κάτι τον τρώει μέσα του. Χούφτωνε το στέρνο του και το έτριβε κυκλικά πιέζοντας το με όλη του δύναμη. Ύστερα σηκωνόταν βαριεστημένα και έχωνε τα ταλαιπωρημένα πόδια του στις παλιές του παντόφλες. Ήταν το τελευταίο δώρο από τη μακαρίτισσα τη μάνα του. Αρνιόταν να πάρει καινούριες· του άρεσαν οι φθορές και το ξεχείλωμα τους. Σερνόταν μέχρι το μπάνιο για να πλυθεί και πιτσίλαγε με ευχαρίστηση το κάθισμα της λεκάνης. Είχε γλιτώσει από τις φωνές της γυναίκας του δυο χρόνια τώρα, αφού τον παράτησε για έναν νεκροθάφτη. “Τώρα θα πρήζει το κοράκι”, σκεφτόταν κάθε φορά που κατουρούσε και άφηνε τα χείλη του να στραβώσουν από ανακούφιση. Έφτιαχνε τον καφέ του στο σκουριασμένο γκαζάκι και δεν περίμενε ν΄ ακούσει το “να το σφίξεις καλά”, που του ζάλιζε τον έρωτα κάθε μέρα και τη σιχτίριζε από μέσα του.

            Αφού ρουφούσε μέχρι το κατακάθι τον “άνευ ζαχάρεως ” καφέ ζωμό, ντυνόταν βιαστικά και ανέβαινε στο μηχανάκι του. Το σιδερένιο καλάθι μπροστά στο τιμόνι ήταν ο πιστός του συνεργάτης χρόνια τώρα. Του θύμιζε το παιδικό του ποδήλατο. Του το είχαν χαρίσει δεύτερο χέρι οι θείοι του από την Αθήνα. Τι και αν ήταν της ξαδέρφης του δεν ντρεπόταν καθόλου να κυκλοφορεί με το άσπρο πλαστικό καλάθι, που ήταν στολισμένο με τρεις μαργαρίτες· μια κόκκινη, μια κίτρινη, μια μπλε. Και στο τιμόνι κρέμονταν χρωματιστές κορδέλες να “σχίζουν τον άνεμο σαν την κάπα του σούπερμαν”, όπως τον κορόιδευαν τα παιδιά της γειτονιάς.

            Πήγαινε γρήγορα στα κεντρικά γραφεία και έπαιρνε τους φακέλους, που έπρεπε να μοιράσει. Τους τοποθετούσε με προσοχή στη δερμάτινη καφέ τσάντα του. Οι ραφές της χάσκουν από το στρίμωγμα και τα κουμπώματα έχουν τσαλακωθεί σαν κορδέλες περιτυλίγματος σε κουτί ζαχαροπλαστείου. Δέκα φάκελοι στον τάδε δρόμο, δεκαπέντε στον παραπάνω, δεκαοχτώ στον παρακεί και πάει λέγοντας η καταμέτρηση κάθε μέρα· είκοσι εφτά χρόνια μετρούσε τους φακέλους, άλλα τόσα μετρούσε τις χαρές και τις λύπες που έχει δώσει.

            Από το φάκελο και το γραφικό χαρακτήρα, ισχυριζόταν, καταλάβαινε το περιεχόμενο. Παλιότερα ειδικευόταν στις ερωτικές επιστολές· “Τα στοιχεία του παραλήπτη ήταν πάντα γραμμένα καλλιγραφικά και πάντα υπήρχε ένα διακριτικό σημαδάκι σε κάποια γωνία σα μυστικό σύνθημα”, δίδασκε τους νεότερους συναδέλφους. “Τώρα πια μυρίζομαι από χιλιόμετρο τα δυσάρεστα μαντάτα" και δεν εννοούσε τους φακέλους από την εφορία, τις τράπεζες ή τους λογαριασμούς. Ένοιωθε, έλεγε, από τις καλικαντζούρες του αποστολέα τη δυστυχία να διαπερνά τα ρουθούνια του τρυπώντας τα σαν να΄ ναι σάρκα σε σήψη. “Σιχαίνομαι τον εαυτό μου, όταν πετάω τέτοια γράμματα σαν να πασαλείβομαι ψυχή και σώμα με τη θλίψη τους”, εκμυστηρευόταν στο καφενείο και οι θαμώνες κουνούσαν το κεφάλι τους. Σταμάτησαν πια να του απαντούν τόσες φορές που το ΄χει πει.

            “Έτσι δεν ένοιωθα ούτε όταν παρέδιδα συλλυπητήρια τηλεγραφήματα στις χήρες και τα ορφανά.” Τότε αισθανόταν περισσότερο σα να ΄ταν μέρος τελετουργικού και αντίστοιχη ήταν και η παράδοση. Χτυπούσε το κουδούνι πολύ διακριτικά και περίμενε όσο χρειαζόταν. Αφού εξέφραζε τα συλλυπητήριά του αποχωρούσε κάνοντας υπόκλιση και στη στροφή της σκάλας έκανε το σταυρό του ψιθυρίζοντας “Πάει και αυτός, Θεός σχωρέστον”.

            Τα “από” και “προς” κατέκλυζαν τη ζωή του. Κι ίσως στέριωσε σ΄ αυτή τη δουλειά ακριβώς για να βλέπει τις προελεύσεις και τους προορισμούς -τα διάβαζε πάντα και τα δύο- να πιάνουν τις γωνίες του φακέλου. Γιατί δεν ήξερε καν τη δική του την προέλευση. Στα δώδεκα έμαθε από σπόντα, από τα παιδιά της γειτονιάς, ότι ήταν υιοθετημένος, αλλά δεν είπε τίποτα στη μάνα του μην τη στεναχωρήσει. Ούτε και κείνη του τ΄ ομολόγησε μέχρι που γύρισε από το στρατό. Κάθισαν στο τραπέζι και του τα εξομολογήθηκε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. Εκείνος της είπε ξερά, “Εσύ είσαι η μάνα μου” και η κουβέντα τέλειωσε εκεί. Δεν έψαξε ποτέ για την “άλλη”, έτσι την έλεγε από μέσα του, και η κυρά Πελαγία έφυγε με το γιο της στο μαξιλάρι της. Όσο για προορισμό ήξερε ότι δεν είχε. “Μια περιπλάνηση είναι η ζωή, αλλά χαμένος δεν είμαι. Έχω τα γραμματόσημα μου και ’γω. Κάπου θα καταλήξω”.

            Και αλήθεια είχε μεγάλο πάθος με τα γραμματόσημα σαν για να τον ξέβραζαν κάπου. Αγόραζε μια πεντάδα ή δεκάδα -ανάλογα το κόστος- στις δυο βδομάδες. Τα τοποθετούσε με ιδιαίτερη φροντίδα στα ειδικά δερματόδετα άλμπουμ, πάντα με το πλαστικό μαύρο τσιμπιδάκι. Ύστερα έπαιρνε το μεγενθυτικό φακό και τα θαύμαζε, πριν τα τοποθετήσει στα ράφια της σιδερένιας βιβλιοθήκης. Τα σαββατοκύριακα τα χάζευε με τις ώρες. Καμιά φορά σκεφτόταν, πως αυτή ήταν η μόνη περιουσία του και έγραφε τη διαθήκη του, αλλά μετά πάλι του φαινόταν γελοία και την έσκιζε· το ΄χε κάνει πέντε- έξι φορές.

            Την έγραψε και προχθές το βράδυ: “Εγώ ο Άγγελος Ασλάνογλου, γνωστός στη δουλειά μου ως “Χαμπέρογλου”, έχοντας σώας τας φρένας, αφήνω τη συλλογή των γραμματοσήμων μου (50 άλμπουμ με ελληνικά γραμματόσημα και 30 με ξένα) στο νεότερο συνάδελφο Σάββα Ιορδανίδη με την ευχή να βρει το δρόμο του. Χαιρετώ τους συναδέλφους και γείτονες μου, τα φιλαράκια στο καφενείο και την κυρά Πόπη, που μου μαγειρεύει πού και πού. Επιθυμία μου να μη με θάψει το κοράκι της πρώην μου. Αντίο και καλή αντάμωση”. Είχε την ίδια τύχη με τις άλλες· πετάχτηκε στα σκουπίδια μαζί με τα ξυραφάκια και τις κονσέρβες.

            Εχθές το πρωί ξύπνησε με το ίδιο βάρος στο στήθος. Τρίφτηκε με τη συνηθισμένη γκριμάτσα, πλύθηκε, πιτσίλισε το κάθισμα της λεκάνης, ήπιε τον καφέ του, ντύθηκε και έφυγε για τα κεντρικά. Το διαισθανόταν από το σπίτι κιόλας, ότι η μέρα θα ξεχείλιζε από οσμές δυσάρεστων επιστολών. Και δεν είχε άδικο· τρεις στον τάδε δρόμο, δύο στον παραπάνω, μια στον παρακεί, όλες να ζέχνουν θάνατο, κακομοιριά και πόνο. Έτριψε το στήθος του και πήρε βαθιά ανάσα. Ανέβηκε στο μηχανάκι του και άρχισε τη διανομή. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Η πίεσή του σκαρφάλωνε σε επικίνδυνους αριθμούς, καθώς η μπόχα του ΄φερνε αναγούλα. Σταμάτησε το μηχανάκι του στον αριθμό 19 - κάπου εκεί πρέπει να ήταν και η πίεση. Κρατούσε το γράμμα σα σιχαμένο πατσαβούρι και έτρεμε σαν το ψάρι. Από: Μιρέλλα Αρώνη.... Προς: Ορέστη Πολυζωίδη...

            Το έβαλε στο γραμματοκιβώτιο και έσυρε τα πόδια του ως το απέναντι πεζοδρόμιο. Έβγαλε το καπέλο του και σωριάστηκε. Από τη διπλανή καφετέρια βγήκαν δυο θαμώνες, μόλις άκουσαν το γδούπο. Δεν κατάλαβαν ποιος ήταν· δεν είχε βγάλει ποτέ το καπέλο του, δεν είχε κοιτάξει ποτέ κανέναν από τους παραλήπτες στα μάτια μη μάθουν, ποιος έφερνε πότε το άρωμα και πότε τη βρώμα. Και τώρα ήταν εκτεθειμένος, αυτός και τα γαλάζια μάτια του. “Αυτός, αυτός είναι σας λέω”, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. “Να και το μηχανάκι του, να και η τσάντα. Το ξέρω μ΄ αυτό μου φέρνει τη σύνταξη”. Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που άκουσε.

            Σήμερα το πρωί έγινε η κηδεία. Νωρίτερα είχαν μαζευτεί οι συνάδελφοι του στο σπίτι. Η κυρα Πόπη έψηνε καφέδες στο γκαζάκι, που αγκομαχούσε. Ο Σάββας πλησίασε τα άλμπουμ με τα γραμματόσημα και έμεινε εκστασιασμένος. “Πάρτε τους τηλέφωνο!”, φώναξε. “Να τους πείτε να μη βάλουν λουλούδια στο φέρετρο. Κοιτάτε εδώ πράμα! Γραμματόσημα να βάλουνε”. Όλοι συμφώνησαν και το κοράκι της πρώην του πήγε να παραλάβει τα άλμπουμ. “ Καλό ταξίδι”, φώναζαν όλοι λίγες ώρες μετά. Με τόσα γραμματόσημα ήταν βέβαιο ότι θα έφτανε καλά.

            Μετά την κηδεία ακολούθησε καφές “άνευ ζαχάρεως” στο κυλικείο. Η κυρα Πόπη, κατά παραγγελία της πρώην, γύρισε σπίτι, συμμάζεψε, κλείδωσε και κατέβασε τα σκουπίδια. Κατά το ξημέρωμα η διαθήκη κατρακύλησε στον κάδο του απορριμματοφόρου, ώσπου ανακατεύτηκε με φλούδες πορτοκαλιού και χαρτιά υγείας. Είχε δίκιο ο συγχωρεμένος· βρωμούν και ζέχνουν τα κακά μαντάτα.

 

_

γράφει η Βίκη Κοσμοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος