Ένιωθα το κρεβάτι μου να κουνιέται παράξενα. Άνοιξα τα μάτια. Ναυτία ήταν η πρώτη αίσθηση που είχα. Σηκώθηκα. Κοίταξα γύρω μου. Παράξενο δωμάτιο, χωρίς παράθυρα, φτιαγμένο από λαμαρίνα. Προσπάθησα να περπατήσω μα παραπάτησα. Κρατήθηκα από μία μπάρα που βρισκόταν στον τοίχο.

Βγήκα έξω από τη μοναδική πόρτα που υπήρχε στο χώρο. Με χτύπησε βίαια μία ριπή ανέμου, φέρνοντας αλμύρα στο πρόσωπό μου. Αντίκρισα τη θάλασσα. «Πού είμαι; Σε καράβι;» αναρωτήθηκα, μα πρόσεξα πως κινούμασταν αλλόκοτα. Σα να περιστρεφόμασταν γύρω από τον άξονα μας. Όλο το σκάφος βρισκόταν πάνω σε μια τεράστια μαύρη σαμπρέλα. Ήταν κόκκινο κι είχε κυκλικό σχήμα. Σαν μια τεράστια σημαδούρα. Περιστρεφόταν με δύναμη γύρω – γύρω λες και ήταν καρφωμένο στο βυθό. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν ήξερα πού βρισκόμουν. 

Στο εσωτερικό του σκάφους, παρατήρησα μια κοπέλα που στεκόταν ακίνητη και κοιτούσε σιωπηλή. Η ηρεμία της πρόδιδε πως εκείνη γνώριζε τι συμβαίνει. «Είμαστε στη μέση του Ωκεανού, πάνω σε μια τεράστια σημαδούρα, εσύ κι εγώ» είπε, σα να είχε διαβάσει τη σκέψη μου. «Είμαστε στη μέση του Ωκεανού, πάνω σε μια τεράστια σημαδούρα, εσύ κι εγώ» επανέλαβα, θέλοντας να δώσω χρόνο στο μυαλό μου να το επεξεργαστεί. «Είμαστε στη μέση του Ωκεανού, πάνω σε μια τεράστια σημαδούρα, εσύ κι εγώ» μονολόγησα πάλι, ψιθυριστά, με ολάνοιχτα μάτια, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι συμβαίνει. Εκείνη χαμογελούσε. Ήταν τόσο ήρεμη! Όρμισα στο χώρο που βρισκόταν. Έμοιαζε με πιλοτήριο, με αμέτρητα κουμπιά και οθόνες. «Να πατήσουμε κάτι απ’ αυτά, μπορεί να ξεκινήσει» είπα, μα εκείνη το θεώρησε επικίνδυνο. «Μπορεί κάποιο απ’ αυτά να μας εκτοξεύσει στον αέρα ή μπορεί να κάνει το σκάφος να κινηθεί απρόβλεπτα», είπε. «Και τότε τι κάνουμε;» τη ρώτησα με φανερό άγχος κι αγωνία. «Θα περιμένουμε», μου είπε ήρεμα. «Να περιμένουμε τι;» ρώτησα. Χαμογέλασε. «Σκέψου, μου λέει, αν σε ρωτήσουν κάποια μέρα ποια είναι η πιο αλλόκοτη εμπειρία που έχεις ζήσει, θα πεις πως βρέθηκες κάποτε στη μέση του Ωκεανού, πάνω σε μια τεράστια σημαδούρα, παρέα με εμένα!».

Είχα παγώσει. Το μυαλό μου είχε σταματήσει. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Ξαφνικά το σκάφος άρχισε να περιστρέφεται, με μεγαλύτερη ταχύτητα. Τρόμαξα. Τα κύματα λυσσομανούσαν. Κρατήθηκα από το κάγκελο κι έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να αντέξω. «Τι συμβαίνει;», της φώναξα. «Δεν ξέρω» απάντησε εκείνη. Πώς γίνεται να μην ξέρει; Μέχρι τώρα έμοιαζε να τα ξέρει όλα! Θα πρέπει να ονειρεύομαι, σκέφτηκα. Δεν υπήρχε άλλη λογική εξήγηση. 

Η θάλασσα ήταν σκοτεινή, απειλητική. Τόσο άγνωστη κι αφιλόξενη. Δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα. Ήμασταν, πραγματικά, στη μέση του πουθενά!

Η ταχύτητα του σκάφους κόπασε απότομα. Κάθισα στο πάτωμα. Προσπάθησα να ελέγξω την τάση μου για εμετό, καταπίνοντας συνέχεια το σάλιο μου. Είχα επικεντρωθεί στο άσχημο αυτό συναίσθημα, ξεχνώντας όλα τα άλλα.

Χωρίς να το καταλάβω με πήρε ο ύπνος. Εκεί. Έξω. Στον κυκλικό διάδρομο του τόσο περίεργου σκάφους. Τα κύματα δρόσιζαν πού και πού το κορμί μου. Κοιμήθηκα βαθιά. Τόσο βαθιά που δεν ένιωθα πια, ούτε ζαλάδα, ούτε κρύο, ούτε φόβο.

Όταν ξύπνησα, εκείνη είχε εξαφανιστεί. Ήμουν μόνος. Η θάλασσα σήκωνε τεράστια κύματα που ανάγκαζαν το σκάφος να ανεβοκατεβαίνει, βασανιστικά. Στο πρόσωπό μου είχε φυτρώσει γενειάδα. Ψηλάφισα με τα χέρια μου την περιοχή γύρω από τα μάτια μου. Το δέρμα μου είχε χαλαρώσει, έμοιαζε ρυτιδιασμένο. Οι παλάμες μου ήταν γερασμένες. Πόσα χρόνια κοιμόμουν; Πρόσεξα το σκάφος εξωτερικά. Είχε ξεφλουδίσει και η σκουριά είχε αντικαταστήσει το κόκκινο χρώμα του.

Μέσα, ο χώρος ήταν ίδιος. Πλησίασα στο πιλοτήριο. Οι αναμμένες λυχνίες δίπλα στα κουμπιά, ήταν μια ένδειξη πως ίσως λειτουργούσαν ακόμη. Εκατοντάδες κουμπιά, μοχλοί και περίεργα όργανα υπήρχαν εκεί. Έψαξα στα ντουλάπια μήπως υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο χρήσης. Μάταια. Αποφάσισα να ρισκάρω. Διάλεξα ένα κουμπί στην τύχη και το πάτησα με δύναμη. Το σκάφος άρχισε να τρέμει. Έτριζε με δύναμη, ενώ ακουγόταν ένας περίεργος θόρυβος που συνεχώς δυνάμωνε. Ένιωθα πως κάτι πρόκειται να συμβεί. Ή θα ξεκινούσε να φύγουμε από εδώ ή θα γινόταν έκρηξη. 

Ο ήχος γινόταν όλο και πιο δυνατός. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Οι οθόνες άνοιξαν. Η μία έγραφε «είναι πια αργά», ενώ η άλλη «ποτέ δεν είναι αργά». Αναβόσβηναν κι οι δύο γρήγορα. Ακούστηκε μια δυνατή σειρήνα. Ένας διαπεραστικός ήχος που με ανάγκασε να κλείσω με τα χέρια μου τα αυτιά μου. Μια εκτυφλωτική λάμψη με τύφλωσε, αφήνοντας αποτυπωμένες μπροστά στα μάτια μου τις φράσεις που έγραφαν οι οθόνες. «Ποτέ δεν είναι αργά», φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Το σκάφος τώρα έτρεμε τόσο δυνατά, σα να γινόταν ισχυρός σεισμός. Έσφιξα τα δόντια. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και περίμενα στωικά το τέλος. Δε μετάνιωσα ούτε στιγμή που πάτησα εκείνο το κουμπί.

Αίφνης, όλα ηρέμησαν. Σιωπή. Άνοιξα τα μάτια, δειλά. Η γνώριμη κοπέλα χαμογελούσε ενθουσιασμένη. «Συγχαρητήρια! Κέρδισες τη μάχη! Είσαι πολύ γενναίος», μου είπε και μου χάιδεψε απαλά τα μαλλιά. Χειροκροτήματα ακούστηκαν στο δωμάτιο κι επευφημίες από τους παρευρισκόμενους. Ένα κύμα ευφορίας με διαπέρασε.

Η κοπέλα έπιασε απαλά το χέρι μου και άδειασε μια σύριγγα στην πεταλούδα που ήταν καρφωμένη στη φλέβα μου. Πρόσεξα πως το χέρι μου ήταν νεανικό. Η γερασμένη όψη του είχε εξαφανιστεί. «Τι μου συμβαίνει;» αναrωτήθηκα. «Έδωσες μεγάλη μάχη για τη ζωή σου και βγήκες νικητής! Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις σιγά – σιγά. Πρέπει να ηρεμήσεις τώρα. Όλα θα πάνε καλά!» Έκλεισα τα βλέφαρα προσπαθώντας να θυμηθώ τι μου συνέβη πριν βρεθώ στη μέση του Ωκεανού.

Στο δωμάτιο μπήκε δακρυσμένη μια γυναίκα. Όρμησε κλαίγοντας και μου φιλούσε το χέρι, σφίγγοντας το στις ζεστές παλάμες της. «Ψυχή μου, γύρισες» έλεγε μέσα στα αναφιλητά της. Γνώριμη φωνή. Την είχα ακούσει πολλές φορές στη ζωή μου. Τη θυμάμαι να μου λέει «να προσέχεις», «λεβέντη μου», «θα το κάνω μάκια να περάσει». Ξεπηδούσαν φράσεις μες το μυαλό μου. «Μαμά» συλλάβισα διστακτικά. «Ναι, αγόρι μου. Εδώ είμαι» είπε εκείνη συγκινημένη. Δεν μπορούσα να αναγνωρίσω το πρόσωπό της, όμως η μυρωδιά της με γαλήνευε. 

Στους διαδρόμους ακουγόταν σούσουρο. «Απίστευτο! Ξύπνησε μετά από επτά χρόνια». Αναρωτήθηκα αν μιλούσαν για μένα. «Μαμά, εγώ ξύπνησα μετά από επτά χρόνια;» προσπάθησα να τη ρωτήσω, μα δεν έβγαινε μιλιά. Εκείνη κατάλαβε από το βλέμμα μου « Ναι αγόρι μου. Εσύ, Το γενναίο μου παιδί. Εσύ» έλεγε βουρκωμένη, ενώ τα χέρια της έτρεμαν από συγκίνηση.

Ήρθαν πολλοί να με επισκεφτούν τις επόμενες μέρες. Συγγενείς και φίλοι. Ακόμη και δημοσιογράφοι κι άγνωστοι που ήθελαν να με δουν από περιέργεια. Κι εγώ ένιωθα πως δεν γνώριζα κανέναν. Πως ζούσα σ’ ένα όνειρο. Το μόνο που θυμόμουν και που ήταν αληθινό για μένα ήταν εκείνο το στρόγγυλο σκαρί στη μέση του Ωκεανού. Κι εκείνη η οθόνη που έγραφε, με μεγάλα φωτεινά γράμματα « Ποτέ δεν είναι αργά». Αυτό θα το θυμόμουν για πάντα!

 

_

γράφει η Ράνια Σιαμορέλη